Tags

, , ,


[Επιχειρήσαμε να μεταφράσουμε το ποίημα εδώ]

Μια και ξεκινήσαμε, με τον Langston Hughes, τις (επιλεκτικές και αποσπασματικές) διαδρομές μας στα μονοπάτια της ξένης ποίησης, ας δούμε εδώ ένα ακόμη κορυφαίο δείγμα, που ανέκαθεν με συγκινούσε (μεταξύ άλλων και λόγω της ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα στον ιρλανδικό και τον κυπριακό Αγώνα): το ποίημα “Easter 1916” του William Butler Yeats (1865-1939). Ας διαβαστεί το παρακάτω κείμενο και ως ένας προσωπικός, ημιτελής δικός μου στοχασμός, ως “προβληματισμός εν προόδω” και για τον δικό μας αγώνα (ή κάθε αγώνα).

O Yeats υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της ιρλανδικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα (μαζί με τον James Joyce στο μυθιστόρημα και τον Samuel Beckett κυρίως στο θέατρο), αν και δεν έγραψε ποτέ στα Gaelic, όπως άλλοι. O πρώτος Ιρλανδός που κέρδισε ποτέ το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, έγραψε εντούτοις τα (κατά πολλούς) καλύτερα έργα του, όπως ο Πύργος (1928), μετά τη βράβευση αυτή. Η ποίησή του αντλεί από τον ρομαντισμό και εκμεταλλεύεται τις ρίζες της ιρλανδικής μυθολογίας, παγανιστικής τελετουργίας και θρησκείας. Απογειώνεται όμως, όταν ανακαλύπτει τον μοντερνιστικό τρόπο. Ο Yeats γράφει για τον έρωτα και τη φύση, αλλά δεν αποστρέφεται και τους αγώνες του λαού του για απόσειση της αγγλικής επικυριαρχίας (ίσως και υπό την επιρροή της εθνικίστριας ερωμένης του, Maud Gonne), αν και ποτέ δεν πείθεται πλήρως για τη σκοπιμότητα της βίας ως μέσου για την προώθηση του αγώνα.

Το “Easter 1916” είναι ένα από τα πατριωτικά ποιήματα του Yeats. Το ποίημα αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός: την ιρλανδική εξέγερση της 24ης Απριλίου 1916, Δευτέρα του Πάσχα, την πιο βίαιη εκδήλωση του κινήματος του Home Rule. Η εξέγερση αποδείχθηκε ανεπαρκής τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην εκτέλεσή της, μάλλον αυθόρμητο ξέσπασμα παρά συνειδητή και οργανωμένη επανάσταση, εξ ου και απέτυχε.

Το ποίημα αποτελεί ύμνο προς τους νεκρούς της εξέγερσης. Συλλαμβάνει ποιητικά την ιστορική διεργασία της ιρλανδικής εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά και σηματοδοτεί μια σύγκρουση μέσα στον ίδιο τον Yeats, μια διαπραγμάτευση της στάσης του έναντι των μέσων και των μηχανισμών (ποτέ των σκοπών) του εθνικού αγώνα. Όπως είπαμε, ο Yeats ποτέ δεν είχε πλήρως αποδεχθεί ότι η βία ήταν το καλύτερο μέσο για την επίτευξη της ιρλανδικής ανεξαρτησίας. Όμως η σκληρή καταστολή της εξέγερσης του 1916, ο θάνατος των Ιρλανδών πατριωτών, γιγάντωσε το ιρλανδικό κίνημα και οδήγησε όχι πολύ μετά στην ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Ανάμεσα στα πράγματα που “άλλαξαν εντελώς” (“changed utterly”, στ. 15), παρασυρμένα από τον “χείμαρρο” (“living stream”, στ. 44) της Ιστορίας, είναι κι ο τρόπος με τον οποίο ο Yeats αποτιμά το στίφος εκείνο (“motley”) των ανθρώπων, τον ετερογενή συρφετό των διαφορετικών προσωπικοτήτων και κινήτρων, που συνασπίστηκαν, “καρδιές με ένα σκοπό” (“hearts with one purpose alone”, στ. 41), αλλά χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό, χωρίς εμπειρία, και δημιούργησαν την “τρομερή” εκείνη ομορφιά” μια μέρα του Απριλίου του 1916. Το ποίημα, λοιπόν, δεν αποτελεί μόνο εμβατήριο για τους πεσόντες, αλλά και μια πιο προσωπική αναδίφηση των ίδιων των αισθημάτων του ποιητή για τον ιρλανδικό αγώνα, τα μέσα του και τους πρωταγωνιστές του.

Η πρώτη στροφή (1-16) περιγράφει τον κόσμο και τους ανθρώπους του πριν την εξέγερση, καθώς και τη σχέση του ποιητικού Εγώ με τους ανθρώπους αυτούς — σχέση απόστασης, επιεικώς. Σε αυτή την πικρά ειρωνική βινιέτα, ο ποιητής αποδίδει με τόνους οικείους έναν κόσμο πολιτισμένης ευγένειας και τακτικής συνήθειας: ήρθαν “από ταμεία κι από γραφεία, ανάμεσα σε σπίτια γκρίζα του δεκάτου ογδόου αιώνα” (στ. 3-4): η “τρομερή ομορφιά”, το συναρπαστικό χάος της επανάστασης ξεπήδησε μέσα από αυτή την προαιώνια αστική ευταξία, όπου οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται μες στην ανούσια ρουτίνα τους. Τα “ζωηρά πρόσωπα” των ανθρώπων είναι προϊόν μιας βολικής και βολεμένης ευζωΐας, που δεν τους στερούσε και υλικές μικροχαρές, σαν το ποτό και την κοινωνική συναναστροφή. Αυτή η ειρηνική, ανιαρή ζωή, όμως, έκρυβε μέσα της το φυτίλι της επανάστασης. Και εγείρεται το ερώτημα: ποιος ήταν ο παράγοντας εκείνος που μεταμόρφωσε αυτό τον συρφετό (“motley) των απλών, καθημερινών ανθρώπων, των τόσο άνισων, των τόσο διαφορετικών, σε επαναστάτες; Ο παλιός Yeats, ο Yeats πριν τις 24.4.1916, μπορεί να έμπαινε ακόμη και στον πειρασμό να ρωτήσει: χρειάζεται στ’ αλήθεια επανάσταση; “Ανούσιες” (meaningless), άλλωστε, και “χωρίς νόημα” έβρισκε ο ίδιος ο Yeats, πριν τις 24.4.1916, τις επαφές του με τους επίδοξους επαναστάτες που γνώριζε. Η σχέση του μαζί τους μέχρι τότε ήταν και πάλι, επιεικώς, αποστασιοποιημένη, ενίοτε ακόμη και εχθρική (“a mocking tale or a gibe”, στ. 10).

Όμως ο τροχός της Ιστορίας γύριζε. Το ρεφραίν με το οποίο κλείνει η πρώτη στροφή και οι τρεις επόμενες είναι κρίσιμο, αλλάζει εντελώς τον τόνο της πρώτης στροφής: “all changed, changed utterly/  A terrible beauty is born (“άλλαξαν όλα, αλλάξαν εντελώς: τρομερό κάλλος ήρθε στο φως”). Όλα είχαν ξεκινήσει γαλήνια, μα γρήγορα τα τυλίγουν οι φλόγες. Αλλάζει κι ο ποιητής: όσα συμβαίνουν είναι “τρομερά”, μα κι όμορφα μαζί.

Το ότι αλλάζουν “όλα”, βέβαια, αποτελεί υπαινιγμό ότι οι άνθρωποι που υποκινούν την επανάσταση δεν έχουν τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων: η Ιστορία είναι χείμαρρος· επιδρά καταλυτικά, μεταμορφωτικά στους μικρούς ανθρώπους, χωρίς αυτοί να συνειδητοποιούν απολύτως την επενέργειά της, και πλάθει ήρωες από ανθρωπάκια. Η τραγωδία βεβαίως έγκειται στο ότι αυτή η μεταμόρφωση έχει πάντοτε τρομερή ομορφιά, αλλά όχι πάντοτε τρομερή σκοπιμότητα.

Αν η πρώτη στροφή ήταν πιο “μακροσκοπική”, ένα ανοικτό, γενικό πλάνο της ιστορικής συγκυρίας, στη δεύτερη στροφή ο ποιητικός φακός εστιάζει, πλέον σε trés gros plan, στους πρωταγωνιστές αυτής της μοντέρνας τραγωδίας, στους ανθρώπους που υφίστανται την αλλαγή στους εαυτούς τους και τις ζωές τους.

Οι τέσσερις άνθρωποι στους οποίους το ποίημα αναφέρεται υπήρξαν ιστορικά πρόσωπα. Δεν είναι όλοι τους, όμως, ευγενικές ηρωικές φυσιογνωμίες. Στην πραγματικότητα, κανείς τους δεν είναι — ή καλύτερα, δεν ήταν πριν εκτυλιχθούν τα γεγονότα. Η πρώτη είναι μια γλυκιά, όμορφη γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, που διήγε, μέχρι που ήχησε η φοβερή σάλπιγγα, “στην άγνοια και την καλοσύνη” (στ. 18). Η γυναίκα αυτή πρέπει μάλλον να είναι η Κοντέσα Μάρκιεβιτς (1868-1927), ακτιβίστρια, που αρνήθηκε την εκλογή της στο Βρετανικό Κοινοβούλιο και έγινε αργότερα μια από τις πρώτες γυναίκες υπουργούς παγκοσμίως (του ανεξάρτητου ιρλανδικού κράτους). Η Μάρκιεβιτς συνελήφθη για τον ρόλο της στην εξέγερση, αλλά δεν εκτελέστηκε, με την πρόφαση ότι ήταν γυναίκα (η μεγίστη προσβολή για μια ακτιβίστρια όχι μόνο της ιρλανδικής ιδέας αλλά και του φεμινισμού!). Η εικόνα της γυναίκας αυτής στο ποίημα είναι τόσο αμφίσημη όσο και το ποίημα το ίδιο. Από τη μια, το αυθεντικό προσωπικό συναίσθημα, που κλαίει για τη γλυκιά φωνή της κοπέλας που σπεύδει προς την επανάσταση. Από την άλλη, όμως, ότι η φωνή αυτή γίνεται “μια σκληριά και μια κραυγή” (shrill) υποδηλώνει κάποια υπερβολή, κάποια υπέρβαση των ορίων, κάποιο θανατηφόρο υπερενθουσιασμό. Αυτή η υπόνοια της υπερβολής θα επανέλθει αργότερα στο ποίημα, κρυμμένη μέσα στο ρήμα bewildered, σε αναφορά στην “αγάπη” που οδήγησε τους απλούς αυτούς ανθρώπους στην Επανάσταση.

Ο δεύτερος πρωταγωνιστής είναι άνδρας, o Patrick Pearse, ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης (1879-1916), σχολάρχης του περίφημου St. Enda’s School, με το οποίο επιχείρησε να αντισταθεί στον εξαγγλιστικό κονφορμισμό της μέχρι τότε ιρλανδικής παιδείας. O Pearse παρουσιάζεται να “καβαλά το φτερωτό μας άλογο” – φράση που ίσως εννοεί ότι ο Pearse ως ποιητής ήταν υψιπετής, αλλά που δύσκολα μπορεί να μην διαβαστεί κι ως πικρός υπαινιγμός ότι ο Pearse δεν πατούσε στο έδαφος.

Το τρίτο πρόσωπο είναι “ο βοηθός κι ο φίλος” του Pearse, πολύ νέος άνδρας, “που μέστωνε τότε ακόμα η δύναμή του” (στ. 27). Περιγράφεται με τρόπο που θυμίζει περισσότερο τη γυναίκα της παρέας παρά οποιονδήποτε από τους άνδρες. Και αυτός είναι “γλυκός” και “ευαίσθητος”, αν και τολμηρός: στο κάτω-κάτω της γραφής ένα παιδί, όσο κι αν “κέρδισε στο τέλος φήμη” (στ. 28). Πρόκειται βεβαίως για τον Thomas MacDonagh (1878-1916), που, όπως και ο Pearse, εκτελέστηκε από τους Βρετανούς για τον ρόλο του στην εξέγερση στις 3 Μαΐου του 1916.

Ο τέταρτος και τελευταίος πρωταγωνιστής εισάγεται με εκφράσεις που αποκαλύπτουν τη βίαιη αντιπάθεια του ποιητή (“ένας μπεκρής αγροίκος, ασκί ματαιοδοξίας”, στ. 32). Ο ποιητής υπαινίσσεται ότι ο άνθρωπος αυτός “έβλαψε με τον πιο βάναυσο τρόπο” ανθρώπους που ο ποιητής αγαπούσε: πρόκειται για τον John MacBride, πρώην σύζυγο της Maud Gonne, που την κακομεταχειριζόταν. Κι όμως ο ποιητής “τον συγκαταλέγει στο τραγούδι του” για τους ήρωες. Ακόμη κι αυτός ο ποταπός άνθρωπος, “παραμέρισε τον ρόλο του στην κωμωδία της καθημερινότητας” και έλαβε τη θέση του στην τραγωδία που εκδιπλωνόταν. Ακόμη κι αυτός, ένας παλιάνθρωπος, “άλλαξε εντελώς”.

Η δεύτερη στροφή πείθει ότι η επανάσταση δεν ήταν πια κάτι που ο ποιητής μπορούσε να παρακολουθεί από απόσταση, απαθής και αδιάφορος στην ενορατική του παρατηρητικότητα. Γίνεται υπόθεση προσωπική, οικογενειακή του. Ο τόνος στην πρώτη στροφή ήταν στοχαστικός. Στη δεύτερη γίνεται ανα-στοχαστικός, μια τεθλιμμένη ανασκόπηση για το πώς οι επαναστάσεις γεννούν ήρωες, μα οι ήρωες δεν φέρνουν πάντοτε τη λευτεριά. Το “Easter 1916” είναι η προσωπική πάλη του Yeats ανάμεσα στον θαυμασμό για τους επαναστάτες και τον τρόμο που του προκαλεί η αυτοκαταστροφική επιπολαιότητα αυτής της επανάστασης.

Η τρίτη στροφή (στ. 41-56) στρέφεται προς τη φύση: βρίθει με ζωηρές εικόνες του φυσικού περιβάλλοντος που παίζουν με το στατικό (ή στάσιμο) και το δυναμικό (ή φευγαλέο). Από τη μια, το “living stream”. H ανθρώπινη συμπεριφορά είναι τόσο ευμετάβλητη, όσο και τα μεταβαλλόμενα στοιχεία της φύσης (το ρέμα, ο χείμαρρος, οι εποχές, τα σύννεφα, τα φευγαλέα πουλιά και το ερωτικό τους κάλεσμα, τα άλογα), σύμβολα τελλούριας ενέργειας, μιας ζωής που δεν ακινητεί ποτέ, αλλά και που στερείται σταθερότητας και μονιμότητας. Από την άλλη, ο “Βράχος”, το Απαράλλαχτο, το σταθερό και το αμετακίνητο, όπως η βρετανική κυριαρχία στην Ιρλανδία, το ριζιμιό λιθάρι πάνω στο οποίο οι επαναστάτες σπάνε τελικά τα κεφάλια τους: “the stone’s in the midst of all”.

Κι όμως ο βράχος δεν είναι μόνο το κατεστημένο, αλλά και η αμετακίνητη προσήλωση των επαναστατών στον σκοπό τους, προσήλωση που φτάνει τελικά στα όρια της υβριστικής ισχυρογνωμοσύνης και της υπερβασίας. Η τέταρτη και τελευταία στροφή ξεκινά με ένα φιλοσόφημα: “θυσία που απλώνεται πολύ στον χρόνο / στρέφει σε πέτρα την καρδιά. Ω, πότε αλήθεια λέμε φτάνει;”. Ο Yeats εδώ θυμάται τον Άμλετ: “αυτός είναι ο ρόλος τ’ Ουρανού”, να αποφασίσει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Είναι όμως δυστυχώς κι ο δικός μας ρόλος, να “ψιθυρίσουμε όνομα πάνω στ’ όνομα” απαριθμώντας τους νεκρούς μας, “όταν ο ύπνος τελικά μας κυριέψει”, όταν το σούρουπο του θανάτου μας κυριέψει.

Ο ποιητής τολμά να ρωτήσει: “άραγε ήταν τελικά μάταιος ο θάνατός τους;”. Άραγε ήταν τελικά ένας “πληθωρισμός αγάπης” (“an excess of love”) αυτό που “μπέρδεψε” (“bewildered”) ετούτους τους ανθρώπους προς την κατεύθυνση της βίας; Ήταν η επανάσταση ένα σάστιμα έρωτος πατρίδας; Ο ποιητής δεν έχει απαντήσεις. Το μόνο που χρειάζεται να ξέρουμε, δηλώνει, κι αυτό “φτάνει”, είναι πως ονειρεύτηκαν, πως ονειρεύτηκαν και τώρα είναι νεκροί. Ό,τι και να’ ταν, ό,τι και να’ καναν κι ό,τι κι αν θα μπορούσαν να είχαν κάνει διαφορετικά, οι άνθρωποι αυτοί, ο MacDonough και ο MacBride, o Conolly και ο Pierce, τώρα είναι νεκροί – κι άλλαξαν εντελώς. Σε όλα τα μέρη “όπου το πράσινο φοριέται”, το εθνικό χρώμα της Ιρλανδίας, “τώρα και στα χρόνια που θα’ ρθούν”, μια τρομερή ομορφιά γεννιέται.

Ο Yeats γράφει το ποίημα αυτό στην παραδοσιακή στροφική, ομοιοκατάληκτη μορφή της ιρλανδικής μπαλάντας, ποιητικού είδους που μιλάει για ήρωες και ηρωικά κατορθώματα. Η ίδια η μορφή υπηρετεί τον αγέραστο έπαινο για τους νεκρούς – αλλά με μια πικρή επίγευση στα χείλη.

[To φωτογραφικό υλικό αντλήθηκε από το Wikimedia Commons]

Advertisements