Tags

, , , , , , ,


Αίσωπος, Μουσείο Pushkin Μόσχας. Wikimedia Commons

Τα τρία βιβλία που διαβάστηκαν πιο πολύ από κάθε άλλο στην ιστορία του δυτικού κόσμου είναι η Βίβλος, τα ομηρικά έπη και οι Μύθοι του Αισώπου. Δεν υπάρχει άνθρωπος, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, που να μην γνωρίζει τον Αίσωπο: τον αγαθό παραμυθά, τον μεγαλύτερο όλων των εποχών, που σκάρωσε όμορφες ιστοριούλες για πονηρά, λαίμαργα, χαριτωμένα και πολύ διδακτικά ζωάκια. Ο λαγός και η χελώνα, ο τζίτζιγκας κι ο μέρμηγκας, η αλεπού και τα σταφύλια: γνωρίσαμε όλοι τους μύθους αυτούς ως παιδιά και τους θησαυρίσαμε μαζί με τις πιο τερπνές μας εμπειρίες. Στον Αίσωπο αποδίδονται επίσης αποφθέγματα, που όλοι κάποια στιγμή στη ζωή μας ακούσαμε ή χρησιμοποιήσαμε: «ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα»,[1] «σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει»,[2] «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια»[3] κτλ.

Αλήθεια όμως, ξέρουμε πράγματι ποιος είναι αυτός ο Αίσωπος; Δεν αναφέρομαι κατ’ ανάγκην στην ανυπαρξία αξιόπιστων πληροφοριών για τον ιστορικό άνθρωπο: η ζωή του Αισώπου, όποιος και αν ήταν αυτός στην πραγματικότητα, χάνεται μέσα στην ομίχλη του χρόνου, των επάλληλων αντιφατικών παραδόσεων και της μυθοπλασίας, όπως και του Ομήρου. Διερωτώμαι για κάτι άλλο, πιο ουσιαστικό, το οποίο έχει να κάνει με τον τρόπο που συλλαμβάνουμε την ίδια την Αρχαιότητα: ήταν ο Αίσωπος για τους αρχαίους μόνο ο καλός παππούς που ιστορεί παραμυθάκια στα παιδιά για να κοιμηθούν και να αφήσουν ήσυχους τους γονείς να απολαύσουν το υπόλοιπο της βραδιάς; Ή μήπως οι αρχαίοι γνώριζαν και κάποιον άλλο Αίσωπο, με διαστάσεις πιο «σοβαρές», πιο πικάντικες και σίγουρα όχι «παιδικές»; Μήπως στην Αρχαιότητα υπήρχε κι ένας Αίσωπος «ακατάλληλος δι’ ανηλίκους»; Τελικά πόσοι Αίσωποι υπάρχουν;

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: συγκρίνετε τις δύο ιστοριούλες που ακολουθούν. Η πρώτη είναι το γνωστό μας παραμύθι «Ο τζίτζιγκας κι ο μέρμηγκας»:

 Κάποιο χειμώνα τα μυρμήγκια έβγαλαν στον ήλιο το σιτάρι τους να στεγνώσει, επειδή είχε βραχεί. Κάποιος τζίτζικας, που πέθαινε από την πείνα, τους ζητούσε τροφή. Τα μυρμήγκια του είπαν: Γιατί το καλοκαίρι δεν μάζευες κι εσύ τροφή; Αυτός είπε: Δεν είχα χρόνο· τραγουδούσα μελωδικά! Τα μυρμήγκια γέλασαν και είπαν: Εφόσον λοιπόν το καλοκαίρι έπαιζες αυλό, τον χειμώνα χόρευε! Ο μύθος δηλώνει ότι δεν πρέπει κάποιος να είναι αμελής σε οποιαδήποτε υπόθεση τον αφορά, για να μην στεναχωρηθεί και να κινδυνεύσει.

 Μπορούμε να φανταστούμε τι είδους μορφή ήταν ο Αίσωπος που σκάρωσε την ιστοριούλα αυτή: μειλίχιος και γαλήνιος, ευγενικός στη φυσιογνωμία και στην ψυχή, με φωνή απαλή σαν χάδι, βγαλμένος από τα όνειρα που είδαμε στα ζεστά κρεβατάκια μας παιδιά.

Η δεύτερη ιστοριούλα είναι από ένα περίεργο κείμενο με τίτλο Μυθιστορία του Αισώπου, που φαίνεται να γράφτηκε περί τον 2ο αιώνα μετά Χριστόν, αν και οι απαρχές του ανάγονται μετά βεβαιότητος στην κλασική περίοδο. Όπως προδίδει ο τίτλος, πρόκειται για κείμενο μυθιστορηματικού χαρακτήρα, αναμφισβήτητα λαϊκό ανάγνωσμα, με πρωταγωνιστή κάποιον Αίσωπο από το Αμόριο της Φρυγίας. Ο άνθρωπος αυτός είναι αρχικά άλαλος, αλλά η θεά Ίσις του δωρίζει το χάρισμα του λόγου και της λογοποιΐας (της δυνατότητας να συνθέτει ιστορίες) ως αντάλλαγμα για την καλοσύνη του προς την ιέρειά της. Ο Αίσωπος πωλείται ως δούλος στον φιλόσοφο Ξάνθο από τη Σάμο, αλλά στη συνέχεια η χάρη του φτάνει μέχρι τον Φαραώ της Αιγύπτου Νεκταναβώ, τον περίφημο βασιλιά Κροίσο και το μαντείο των Δελφών, όπου και δολοφονείται μετά από συκοφαντία. Αυτός ο Αίσωπος είναι άσχημος σαν τον διάολο (κοντοκάνης, στραβοκάνης, στραβοχέρης, καμπούρης, ζαβός, πλακουτσομύτης, με προτεταμένο κεφάλι και τυμπανισμένη κοιλιά), μα το μυαλό του και πολύ περισσότερο η γλώσσα του είναι κοφτερά σαν το λεπίδι. Δεν χαρίζει κάστανα σε κανέναν, μικρό ή μεγάλο, δούλο ή άρχοντα. Δεν διστάζει να προσβάλλει και να εκθέτει τον Ξάνθο μπροστά στους φίλους του, να τον ταλαιπωρεί, για να τον διδάξει, λέει, μεταξύ άλλων, πώς να δίνει σωστές εντολές! Ο Αίσωπος αυτός δεν είναι ανεξίκακος, κάθε άλλο: αν χτυπηθεί, δεν στρέφει το άλλο μάγουλο· αντεπιτίθεται.

Και ιδού η απόδειξη. Ο Αίσωπος με τη γυναίκα του Ξάνθου δεν τα βρήκε ποτέ. Αντιθέτως, εκείνη βδελυσσόταν την ασχήμια του, γιατί όταν ζήτησε από τον άντρα της να της αγοράσει αρσενικό δούλο, είχε άλλα πράγματα, πιο πονηρά στο μυαλό της! Ο Αίσωπος ανεχόταν τις προσβολές της, έψαχνε όμως ευκαιρία να την εκδικηθεί.

 (44.) Κάποτε, λοιπόν, κάποιος από τους φοιτητές φιλοσοφίας της πόλης κάλεσε τον Ξάνθο σε δείπνο και μαζί του και τους άλλους φοιτητές. Ο Ξάνθος λέει στον Αίσωπο: «πάρε μαζί σου όσα θα μας χρειαστούν στο δείπνο και ακολούθησέ με […].» Ο Αίσωπος τα πήρε κι ακολούθησε. Ο Ξάνθος στο δείπνο μάζεψε μια μερίδα φαγητό και την έδωσε στον Αίσωπο […] και του λέει […] «να τα πας αυτά σε εκείνη που με αγαπά». «Θα το κάνω», του λέει ο Αίσωπος. Βγαίνοντας όμως έξω λέει με τον εαυτό του: «τώρα είναι η ευκαιρία να βγάλω τον θυμό που έχω για την κυρά μου, για όλες εκείνες τις κοροϊδίες και τις κακολογίες που έριχνε εναντίον μου από τότε που με αγόρασαν και που μου σκόρπισε τα λάχανα που μου δώρισε ο κηπουρός και που δεν με άφησε να ευχαριστήσω τον δεσπότη μου χαρίζοντάς του τα. Εγώ θα της δείξω ότι μπροστά σε δούλο που αγαπά τον δεσπότη του, δεν πιάνει μπάζα μια γυναίκα! Αφού λοιπόν ο δεσπότης μου είπε ‘δώσε τη μερίδα σ’ αυτήν που μ’ αγαπά’, τώρα θα δει ποιος τον αγαπά».

(45.) Όταν έφτασε ο Αίσωπος και μπήκε στο σπίτι άφησε κάτω το καλάθι που κουβαλούσε και αφού κάλεσε τη γυναίκα του Ξάνθου, της έδειξε τη μερίδα που έφερε και της λέει: «κυρά, δες εδώ, μήπως λείπει κάτι, μήπως άρπαξα κάτι για να το φάω εγώ;» Η γυναίκα του Ξάνθου λέει: «όλα είναι μια χαρά, Αίσωπε, σώα. Σε μένα τα έχει στείλει ο αφέντης σου αυτά;». Κι ο Αίσωπος λέει: «Όχι». Και η γυναίκα του Ξάνθου λέει: «Ε και σε ποιον τα έχει στείλει;» Ο Αίσωπος είπε: «Σ’ αυτήν που τον αγαπά». Και η γυναίκα του Ξάνθου είπε: «Και ποια τον αγαπά, ρε παλιάνθρωπε;». Ο Αίσωπος είπε: «περίμενε λίγο και θα δεις ποια τον αγαπά». Βλέπει μια σκύλα του σπιτιού, καλοθρεμμένη κι όμορφη, τη φωνάζει και της λέει: «έλα, Λύκαινα, πάρε». Και έτρεξε η σκύλα. Ο Αίσωπος την τάισε. Αφού η σκύλα έφαγε όλο το φαΐ, ο Αίσωπος επέστρεψε εκεί που γινόταν το δείπνο και στάθηκε προς τα πίσω, δίπλα από τον Ξάνθο.

 (46.) Ο Ξάνθος λέει: «τι έγινε, Αίσωπε; Τα’ δωσες;». Ο Αίσωπος είπε: «τα’ δωσα». Ο Ξάνθος: «έφαγε;». Ο Αίσωπος είπε: «ναι, τα έφαγε όλα». Ο Ξάνθος είπε: «μα μπόρεσε να τα φάει όλα εκείνα;». Ο Αίσωπος λέει: «ναι, πεινούσε!» Ο Ξάνθος είπε: «Και ευχαριστήθηκε με το φαΐ». Ο Αίσωπος είπε: «ναι, ευχαριστήθηκε με το φαΐ». Ο Ξάνθος είπε: «Και τι έλεγε;» Ο Αίσωπος λέει: «δεν έλεγε τίποτε, σίγουρα όμως προσευχόταν για σένα από μέσα της. Κι ο Ξάνθος είπε: «την έχω καταφέρει καλά!». Η γυναίκα του Ξάνθου είπε στις κοπέλες της υπηρεσίας της: «κορίτσια, εγώ δεν μπορώ άλλο πια να μείνω με τον Ξάνθο· ας μου δώσει πίσω την προίκα μου και φεύγω. Εφόσον έβαλε τη σκύλα πάνω από μένα, πώς μπορώ εγώ να ζήσω μαζί του από δω και στο εξής;» Κι αφού μπήκε στον κοιτώνα της, έμεινε εκεί περίλυπη.

(49.)  Αφού έφυγαν όλοι, ο Ξάνθος επέστρεψε στο σπίτι του και μπήκε στον κοιτώνα και άρχισε να καλοπιάνει τη γυναίκα του ερωτικά και να την καταφιλεί. Αυτή όμως στρεφόταν μακριά από τον Ξάνθο λέγοντας: «μην με πλησιάζεις, άνθρωπε που σου αρέσουν οι δούλες ή καλύτερα άνθρωπε που προτιμάς τις σκύλες! Δώσε μου πίσω την προίκα μου!» Ο Ξάνθος λέει: «Ε ρε συμφορά που με βρήκε, τι πήγε και μου σκάρωσε πάλι ο Αίσωπος;» Η γυναίκα του Ξάνθου είπε: «πήγαινε και πάρε εκείνη, στην οποία έστειλες τόση μερίδα φαγητό». Ο Ξάνθος λέει: «δεν το’ λεγα εγώ ότι ο Αίσωπος μου προκάλεσε πάλι μπελάδες; Ας καλέσει κάποιος τον Αίσωπο. Ο Αίσωπος μπήκε. Ο Ξάνθος λέει: «Αίσωπε, το φαγητό ποιου το έδωσες;» Ο Αίσωπος είπε: «μου είπες ‘δώσ’ το σ’ αυτή που μ’ αγαπά’». Η γυναίκα του Ξάνθου λέει: «εγώ δεν πήρα τίποτα. Να πού είναι, ας μην το αρνηθεί μπροστά μου!» Ο Ξάνθος είπε: «κάθαρμα, αυτή εδώ λέει πως δεν το’ χει πάρει». Ο Αίσωπος λέει: «ε τι, αυτή σ’ αγαπά;» Ο Ξάνθος λέει: «ε ποιος τότε, ρε κάθαρμα;» Ο Αίσωπος λέει «μάθε ποιος είναι που σ’ αγαπά». Φωνάζει τη σκύλα και λέει; «αυτή σ’ αγαπά. Η γυναίκα λέει πως σ’ αγαπά, αλλά δεν σ’ αγαπά. Και να η απόδειξη: αυτή που νομίζεις ότι σ’ αγαπά για λίγα κομματάκια φαγητό απαιτεί πίσω την προίκα της και θέλει να σ’ εγκαταλείψει. Τη σκύλα όμως; Δείρ’ την, σκότωσέ την, ρίξ’ την κάτω, διώξε την και δεν θα σ’ αποχωριστεί· θα ξεχάσει τις προσβολές σου και θα επιστρέψει και θα κουνά την ουρίτσα της ζητώντας πάλι τον αφέντη. Έπρεπε λοιπόν να μου’ χες πει ‘πάρ’ τα αυτά στη γυναίκα μου’ και όχι ‘σ’ αυτήν που μ’ αγαπά’. Γιατί δεν σ’ αγαπά ετούτη, αλλά η σκύλα».

Αυτός είναι λοιπόν ο Αίσωπος της Μυθιστορίας: πανούργος, εριστικός, είρωνας, αλαζόνας, σίγουρα σάρκινος, κατά τη δική του έκφραση (δεν είναι υπεράνω καμίας σαρκικής ηδονής). Σίγουρα είναι ένας Αίσωπος εντελώς διαφορετικός από αυτόν που νομίζαμε ότι ξέραμε: ένας Αίσωπος δηκτικός, με γλώσσα που καίει, εικονοκλάστης και αιρετικός, ιδιαίτερα μπροστά στους ανόητους άρχοντες και τους παραφουσκωμένους ψευδο-σοφούς. Πάνω από όλα, όμως, είναι ένας Αίσωπος ευφυής και όντως σοφός.

Είναι προφανές ότι αυτός ο Αίσωπος είναι πλάσμα της μυθιστορηματικής φαντασίας του συγγραφέα ή των συγγραφέων της Μυθιστορίας. Αυτό όμως δεν τον καθιστά κατ’ ανάγκην φανταστικό πρόσωπο, παραδόξως. Ο Αίσωπος αυτός μπορεί μικρή μόνο σχέση να διατηρεί με τον ιστορικό άνθρωπο, όποιος και αν ήταν (όχι βέβαια πως ο Αίσωπος ως «αγαθός παππούς» είναι ιστορικότερος)· παρά ταύτα αποτελεί συναίρεση στοιχείων ερανισμένων από ιστορικά πρόσωπα τόσο όσο και από λογοτεχνικούς τύπους. Πάνω από όλα, όμως, ο Αίσωπος της Μυθιστορίας ενσαρκώνει μια αγαπημένη λαϊκή φαντασίωση: τον τύπο του αγράμματου αλλά προικισμένου λαϊκού σοφού, του «τρελού του χωριού», που λοιδορείται και διασύρεται αλλά στο τέλος ντροπιάζει τους ισχυρούς του κόσμου τούτου, γιατί δεν φοβάται να τους πει την αλήθεια κατάμουτρα. Ο τύπος αυτός είχε παρελθόν, πριν τη Μυθιστορία, αλλά και μέλλον, μετά από αυτήν: ο «τρελός με τη χάρη του Χριστού» (διὰ Χριστὸν σαλός) στο πρώιμο Βυζάντιο, που γύριζε στις πλατείες και κατακεραύνωνε τους ισχυρούς που βούλιαζαν στην αμαρτία,  ο γελωτοποιός της αυλής στον δυτικό Μεσαίωνα και άλλοι παρόμοιοι τύποι είναι φαινόμενα λαϊκών ηρώων της ιδίας συνομοταξίας. Ο Αίσωπος της Μυθιστορίας κατασκευάζεται από πλασματικά υλικά, αλλά είναι τόσο «πραγματικός», όσο αληθινή είναι η ανάγκη του λαϊκού ανθρώπου να πλάσει τον δικό του απίθανο ήρωα.

Diego Velasquez, “Aesop”, Μουσείο Prado. Wikimedia Commons

Πώς κατασκευάζουμε λοιπόν ένα Αίσωπο; Η συνταγή είναι απλή ως προς τα συστατικά της, δυναμίτης όμως ως προς τη δυνατότητά της να εμπνεύσει τη λαϊκή φαντασία. Παίρνουμε πρώτα ένα αγαπημένο τύπο από το κωμικό θέατρο, τον τύπο του κατεργάρη δούλου, που σέρνει από τη μύτη τον αφέντη του και όχι σπάνια αναδεικνύεται σοφότερός του.

Ο Αίσωπος προσωποποιεί την ελευθερία του πνεύματος έναντι της τυραννίας της βίας και της τύχης. Επανειλημμένα στη Μυθιστορία ο Ξάνθος χτυπιέται, γιατί, λέει, «αγόρασα δούλο κι όμως βρήκα αφέντη στο κεφάλι μου». Οι συνομιλητές του Ξάνθου στις φιλοσοφικές (καλύτερα: αμπελοφιλοσοφικές!) του συζητήσεις, οι συνδαιτυμόνες του στα συμπόσια θαυμάζουν την οξύνοια και επίνοια του Αισώπου, αν και συχνά υποφέρουν από τις ανηλεείς φάρσες του, τις οποίες ο πονηρός δούλος σχεδιάζει με ιδιάζουσα τέχνη και σκληρότητα, όταν δέχεται, λ.χ., από τον Ξάνθο εντολές που θεωρεί παράλογες, ασαφείς και ανόητες.

Κάποτε, λέει, έστειλε ο Ξάνθος τον Αίσωπο στην αγορά να ψωνίσει για δείπνο που θα παρέθετε στους φίλους του. «Να πάρεις ό,τι πιο εκλεκτό, ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει στον κόσμο τούτο». «Μα τι είν’ αυτό;» σκέφτεται ο Αίσωπος αγανακτισμένος· «εγώ θα σου μάθω να δίνεις ξεκάθαρες εντολές». Πάει λοιπόν και αγοράζει… γλώσσες ζώων και φτιάχνει μ’ αυτές πέντε διαφορετικά πιάτα. Τους τα σερβίρει το ένα μετά το άλλο, εκεί που αυτοί περιμένουν κάτι πραγματικά εκλεκτό. Οι σοφοί περνούν όλη τη νύχτα με… διάρροια. «Οι γλώσσες είναι, ρε Αίσωπε, ό,τι πιο εκλεκτό υπάρχει στον κόσμο;», διαμαρτύρεται ο Ξάνθος. «Σοβαρά μιλάς, άρχοντά μου;», απαντά ο παμπόνηρος δούλος. «Τι υπάρχει στη ζωή χρησιμότερο ή σπουδαιότερο από τη γλώσσα; Με τη γλώσσα ανορθούνται οι πόλεις, τα δόγματα, οι νόμοι. Με τη γλώσσα στήθηκε κάθε παιδεία και κάθε φιλοσοφία. Χωρίς τη γλώσσα ούτε δίνεις ούτε παίρνεις. Η γλώσσα είναι όλη η ζωή». «Έτσι είσαι;» σκέφτεται ο Ξάνθος· «αύριο θα δεις!» Τον ξαναστέλνει λοιπόν στην αγορά και του ζητεί αυτή τη φορά να αγοράσει ό,τι πιο άσχημο, ό,τι χειρότερο υπάρχει στον κόσμο —για να τον κατηγορήσει μετά και να τον μαστιγώσει. Ο Αίσωπος απτόητος πάει στην αγορά και αγοράζει… γλώσσες! Και πάλι οι συνδαιτυμόνες πλαντάζουν στη διάρροια! «Μα αφού οι γλώσσες, είπες, ρε Αίσωπε, είναι το ανώτερο αγαθό στον κόσμο αυτό κι εγώ σου είπε να πάρεις ό,τι χειρότερο αυτή τη φορά!», φωνάζει ο Ξάνθος. «Μα είσαι με τα καλά σου, αφέντη;» του απαντά ο πανούργος Φρύξ. «Τι χειρότερο υπάρχει από τη γλώσσα; Από τη γλώσσα προέρχονται όλες οι έχθρες, οι έριδες, οι φιλονικίες, οι ζηλοτυπίες, οι πόλεμοι!» Κόκαλο ο Ξάνθος…

Ο δούλος της Κωμωδίας δικαιώνεται με τη ματσαραγκιά, ειδικά όταν τρελαίνει τον αφέντη του. Τίποτε δεν είναι ιερό για τον άνθρωπο αυτό —ούτε καν η γυναίκα του αφέντη, ειδικά από τη στιγμή που εκείνη τον μισεί! Πάνω στη γυναίκα του Ξάνθου, όπως είδαμε, ο Αίσωπος συχνά ξεσπά με φάρσες. Αλλά η κακεντρέχεια της γυναίκας δεν είναι μεγαλύτερη από τη λαγνεία της· κι από ό,τι μας πληροφορεί ένα κομμάτι της Μυθιστορίας, το οποίο σεμνότυφοι Βυζαντινοί αντιγραφείς δεν έστερξαν να αφήσουν στην πιο διαδεδομένη παραλλαγή της, οι Μούσες δεν προίκισαν τον Αίσωπο μόνο με μεγάλη… γλώσσα αλλά και άλλα μεγάλα προσόντα θελκτικά στις γυναίκες! Ο Αίσωπος της Μυθιστορίας ανήκει ενίοτε καθαρά στη Ζώνη Ενηλίκων. Τα υπόλοιπα φανταστείτε τα μόνοι σας!

 Πρώτα λοιπόν πλάθουμε τον Αίσωπο κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν του δούλου της Κωμωδίας. Στη συνέχεια, όμως, θέλουμε να δώσουμε στον τύπο αυτό και πιο σοβαρές, πιο διδακτικές, ενδεχομένως και πιο τραγικές ακόμα διαστάσεις. Μπολιάζουμε, λοιπόν, τον τύπο του πονηρού δούλου με στοιχεία από τους δύο πιο «λαϊκούς» σοφούς της αρχαιότητας, τους δυο φιλοσόφους που βρίσκονταν πιο κοντά στον απλό άνθρωπο, που αψήφησαν την εξουσία και συγκρούστηκαν μαζί της, για να καταστραφούν στο τέλος από αυτήν, αλλά να ζήσουν για πάντα ως λαϊκοί ήρωες: αυτοί βεβαίως δεν είναι άλλοι από τον Σωκράτη και τον Διογένη τον Κυνικό, τον επιλεγόμενο και Σκύλο.

Ας ξεκινήσουμε από τον Διογένη. Και τίποτε άλλο να μην γνωρίζουμε για την κυνική φιλοσοφία, έχουμε ακούσει την ιστορία του τρελού με το φανάρι, που γύριζε στην αγορά και… γύρευε ανθρώπους! Η αγορά ήταν βεβαίως πλημμυρισμένη από ανθρώπους κάθε λογής· κι όμως ο Διογένης δεν έβρισκε Άνθρωπο κανένα. Συγκρίνετε, χονδρικώς, αυτή την ιστορία με το χωρίο της Μυθιστορίας του Αισώπου που ακολουθεί:

[Ο Ξάνθος έστειλε κάποτε τον Αίσωπο στο δημόσιο λουτρό, να δει αν υπήρχε μεγάλο πλήθος εκεί ως συνήθως]. Ο Αίσωπος πήγε στο δημόσιο λουτρό και είδε πολύ όχλο να λούζεται και μπροστά στην είσοδο υπήρχε παραπεταμένη μια πέτρα και ο καθένας απ’ αυτούς που έμπαιναν σκόνταφτε πάνω της και καταριόταν αυτόν που την είχε βάλει εκεί, αλλά κανένας δεν μετακινούσε την πέτρα. Ενώ ο Αίσωπος στεκόταν απορημένος με την ανοησία όσων σκόνταφταν, ένας από εκείνους, αφού είπε «ανάθεμα σε εκείνον που έβαλε την πέτρα εδώ», τη μετακίνησε προτού μπει. Πάει λοιπόν ο Αίσωπος στον Ξάνθο και του λέει. «Αφέντη, ένα μόνο άνθρωπο βρήκα στο δημόσιο λουτρό». Ο Ξάνθος λέει: «Ένα; Είναι ευκαιρία να πάω να λουστώ με την άνεσή μου». Κι αφού πήγε και είδε τον μεγάλο όχλο που λουζόταν, λέει: «Αίσωπε, δεν μου είπες ‘ένα άνθρωπο βρήκα στο λουτρό’;» Ο Αίσωπος λέει: «Φυσικά! Βλέπεις αυτή την πέτρα; Κειτόταν μπροστά στην είσοδο και όλοι οι λουόμενοι σκόνταφταν πάνω σ’ αυτήν και κανείς δεν είχε το ανθρώπινο μυαλό να μετακινήσει την πέτρα. Από όλους αυτούς που σκόνταψαν ένας μόνο άνθρωπος μετακίνησε την πέτρα, για να μην παθαίνουν πια το ίδιο όσοι μπαίνουν. Αυτόν μόνο θεώρησα άξιο να ονομαστεί Άνθρωπος μέσα σε όλους τους άλλους ανθρώπους και σου είπα την αλήθεια!»

Το πιο έκδηλο χαρακτηριστικό πάντως της κυνικής φιλοσοφίας είναι η δηκτική σάτιρα κατά παντός ανοήτου και παντός «δήθεν»: οι Κύνες («Σκύλοι») δαγκώνουν! Συχνά, στα ανέκδοτα που κυκλοφορούν για τη δράση των κυνικών, η αισχρολογία είναι έντονη — εξάλλου, στην Αρχαιότητα, η αισχρολογία ήταν μαγική μέθοδος εξορκισμού του κακού («αποτροπαϊκή» πράξη), η οποία ευδοκιμούσε ιδιαίτερα στο λογοτεχνικό είδος του Ιάμβου και σαφώς της Παλαιάς Κωμωδίας.

Οι φιλόσοφοι γενικά στην κωμική παράδοση παρωδούνται ως σχολαστικοί αργόσχολοι, που καταλύουν φαιά ουσία σε άσκοπες και ασήμαντες νοητικές ακροβασίες. Μια τέτοια περίπτωση — θα την χαρακτηρίζαμε «κοπρολογική διατριβή»! — αφορά η παρακάτω ιστορία:

Αφού λούστηκε ο Ξάνθος και κάλεσε τον Αίσωπο να φορτωθεί τα χρειώδη για το δείπνο, έφτασε στον χώρο. Καθώς προχωρούσε η οινοποσία, πόνεσε η κοιλιά του Ξάνθου, οι φυσικές του ανάγκες τον καλούσαν να αποχωρήσει. Βγήκε έξω κι ο Αίσωπος μαζί του και στεκόταν δίπλα του κρατώντας πετσέτα και μια κούπα με νερό. Κι ο Ξάνθος του λέει: «Μπορείς να μου πεις για ποιο λόγο, όταν κάνουμε την ανάγκη μας, συχνά γυρίζουμε και βλέπουμε το αφόδευμά μας;»

[Με δουλεύεις, ρε φίλε; Σκέφτεται ο Αίσωπος. «Τώρα θα δεις!»]

Ο Αίσωπος: «Επειδή τα παλιά χρόνια ζούσε ο γιος ενός βασιλιά, ο οποίος εξαιτίας της σπατάλης και της τρυφής στην οποία ζούσε καθόταν κι ανακουφιζόταν για πολύ χρόνο, για τόσο μάλιστα χρόνο, μέχρι που χωρίς να το καταλάβει αφόδευσε και το ίδιο του το μυαλό. Από τότε λοιπόν οι άνθρωποι, όταν ανακουφίζονται, σκύβουν και κοιτάζουν προς τα κάτω, επειδή φοβούνται μήπως κι εκείνοι αφοδεύσουνε το δικό τους μυαλό.

[Κι ακολουθεί, βεβαίως, το κυνικό κέντρισμα]

«Εσύ, όμως, μην αγωνιάς καθόλου γι’ αυτό το πράγμα! Δεν υπάρχει περίπτωση να αφοδεύσεις εσύ το μυαλό σου. Αφού δεν έχεις!»

Με τον Σωκράτη ο Αίσωπος της Μυθιστορίας μοιράζεται τη γνωστή του ειρωνεία και την εμμονή του στη λεκτική ακρίβεια. Ο Αίσωπος αρέσκεται να προκαλεί διαλεκτικά τους συνανθρώπους του με «μαιευτικές» μάλιστα ερωτήσεις: πρώτον απ’ όλους βεβαίως τον αγαπημένο του στόχο, τον Ξάνθο. Το έκανε από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε, την ίδια τη στιγμή της πώλησής του σ’ αυτόν:

Είπε ο Ξάνθος στον Αίσωπο: «Θέλω να σε αγοράσω, αλλά φοβάμαι μην και αρχίσεις να δραπετεύεις. Ο Αίσωπος: «Αν θέλω να το κάνω αυτό, δεν θα ζητήσω βεβαίως τη συμβουλή σου, όπως εσύ τώρα τη δική μου. Όμως: το αν θα δραπετεύσω από ποιον εξαρτάται, από σένα ή από μένα;» Ο Ξάνθος: «είναι προφανές ότι εξαρτάται από σένα». Ο Αίσωπος: «Όχι, από σένα!» Ο Ξάνθος: «Και γιατί από μένα;» Ο Αίσωπος: «Αν είσαι καλός αφέντης για τους δούλους σου, κανείς δεν φεύγει απ’ το καλό για να πάει στο κακό, ξεκινώντας να περιπλανιέται εδώ κι εκεί και διακινδυνεύοντας να ζει μέσα στην πείνα και τον φόβο. Αν όμως είσαι κακός με τους δούλους σου, ούτε μια ώρα δεν μένω μαζί σου, ούτε ένα μισάωρο, ούτε μια στιγμή.»

Πάνω από όλα, όμως, ο Αίσωπος μοιράζεται με τον Σωκράτη κάτι, που για τους αρχαίους Έλληνες εθεωρείτο παράδοξο: μια τερατώδη ασχήμια, η οποία έκρυβε ένα πανέμορφο μυαλό. Οι Αρχαίοι πίστευαν ότι το ιδεώδες κάλλος του σώματος ήταν σημάδι, αν όχι προϋπόθεση, μιας εξίσου καλῆς κἀγαθῆς ψυχής και τανάπαλιν. Οι ιστορίες για την κακομορφία του Σωκράτη, όμως, είναι πασίγνωστες. Ο άνθρωπος ήταν άσχημος σαν σάτυρος και το γνώριζε· δεν παρέλειπε μάλιστα να αυτοσαρκάζεται σχετικά. Το ίδιο συμβαίνει με τον Αίσωπο, ο οποίος, όμως, όπως και ο Σωκράτης, αποδεικνύει ξανά και ξανά ότι η σύνδεση εξωτερικής εμφάνισης και πνεύματος είναι αυθαίρετη και επισφαλής.

«Μην κοιτάζετε τη μορφή μου», λέει κάπου ο Αίσωπος· «εξετάζετέ μου την ψυχή.» «Και τι συμβαίνει με τη μορφή σου;» τον ρωτά ο Ξάνθος. «Συμβαίνει αυτό που παθαίνει συχνά κάποιος που πάει σε οινοπωλείο για να αγοράσει κρασί: βλέπουμε πλειστάκις κεραμικά αγγεία που είναι άσχημα ως προς την κατασκευή τους, όμως ως προς τη γεύση του κρασιού που εμπεριέχουν είναι απ’ όλα τα πιο χρηστά».

Γενικώς, η αηδής εμφάνιση του Αισώπου και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συναρτάται με την εξυπνάδα και τη σοφία του είναι η διδακτικότερη και συνάμα η ανατρεπτικότερη πτυχή της Μυθιστορίας: ο Αίσωπος αυτός, ο λαϊκός σοφός κι ο λαϊκός ήρωας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να βολεύει: η επίδρασή του, ο επαναστατικός χαρακτήρας του, στηρίζεται στην αίρεση, τη σκόπιμη πρόκληση, το ελεγκτικό κέντρισμα της συνείδησης και της αισθητικής. Ο Αίσωπος της Αρχαιότητας δεν ήταν ο αγαθός παππούς που οι παιδικές μας μνήμες μας παρώθησαν να κατασκευάσουμε στο μυαλό μας: ήταν ο εφιάλτης κάθε βάναυσου και αυθαίρετου εξουσιαστή, το πνεύμα της εφηβείας, η γνήσια ορμή ανανέωσης και εξαγνισμού της ζωής.

Η ψευδαίσθηση που έχουμε συχνά είναι πως η Αρχαία Ελλάς ήταν «όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», γεμάτος υψηλά φρονήματα, ηρωικά κατορθώματα, αρετές και γνώσεις. Η ιδέα που έχουμε για τον αρχαίο Έλληνα είναι αυτή μιας ιδεώδους αθλητικής ομορφιάς. Αυτή την αρχαία Ελλάδα μάθαμε ότι «πρέπει» να τη θαυμάζουμε, όπως θαυμάζουμε ένα τροπάριο του Μπαχ και μια συμφωνία του Μπετόβεν. Αλλά αυτή η αρχαία Ελλάδα, κακά τα ψέματα, είναι η εξιδανικευμένη, αποστειρωμένη και εν τέλει ενδεχομένως αποστεωμένη εκδοχή της πραγματικότητας. Η αρχαία Ελλάδα ούτε σεμνότυφη ήταν ούτε πουριτανική ούτε μονότροπα «ηθικοπλαστική». Η Αρχαία Ελλάδα ήταν κόσμος σάρκινος, όπως και ο Αίσωπος· και η σάρκα ιδρώνει, αφοδεύει, αυνανίζεται, ερωτοτροπεί, μυρίζει άσχημα· η σάρκα στρεβλώνει, καμπουριάζει, παραμορφώνεται. Η ίδια όμως η σάρκα αυτή, η ατελής και η ανθρώπινη, ενδέχεται, όπως και ο Αίσωπος, να κρύβει ένα πανέμορφο πνεύμα, ένα πνεύμα αγάπης, ειρήνης, ανοχής και ανθρωπιάς.

[ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΜΟΡΦΗ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΠΟΨΗ”]


[1] “ἐγὼ αὐτῇ ἀμύνομαι.” 


[1] «Ἀνὴρ κομπαστής».

[2] «Ἀνὴρ ναυαγός».

[3] «Ἀλώπηξ καὶ βότρυς»