Tags

, , , , , , , , , , , ,


Η ΚΟΥΠΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΝΟΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ

Η τέχνη του ποιητή της Οδύσσειας απογειώνεται στην ελάχιστη λεπτομέρεια. Προσέξτε τους ακόλουθους τρεις στίχους:

ἦ, καὶ ἐπ’ Ἀντινόῳ ἰθύνετο πικρὸν ὀϊστόν.

ἦ τοι ὁ καλὸν ἄλεισον ἀναιρήσεσθαι ἔμελλε,

χρύσεον ἄμφωτον, καὶ δὴ μετὰ χερσὶν ἐνώμα

Έτσι σαν μίλησε, σημάδεψε και στον Αντίνοο ρίχνει / πικρή σαγίτα. Εκείνος άπλωνε μια κούπα να σηκώσει / μαλαματένια, δίχερη, όμορφη· την έπαιζε στα χέρια / κιόλας, κρασί να πιει… (μτφρ. Καζαντζάκη-Κακριδή)

Η κούπα (ἄλεισον) του Αντίνοου δεν περιγράφεται (στ. 9-11) μόνο ως «ωραία» (καλόν) και «χρυσή» (χρυσή), αλλά και ως κούπα «με δυο χειρολαβές» (ἄμφωτον, 10). Ποια είναι η σημασία αυτής της λεπτομέρειας;

Απόδειξη του πόσο συνειδητή είναι εδώ η επιλογή των λέξεων είναι το γεγονός ότι το ἄμφωτον είναι ἅπαξ λεγόμενον. Δεν πρόκειται δηλαδή για λογότυπο. Ακόμη και όταν ο ποιητής της Οδύσσειας χρησιμοποιεί τη λογοτυπική επική γλώσσα, σπανίως στα χέρια του το επικό ύφος είναι «απολιθωμένο». Όταν όμως παρατηρούμε αποκλίσεις από τις συνήθεις γλωσσικές επιλογές, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι βρισκόμαστε ενώπιον ποιητικής πινελιάς που αξίζει να προσεχθεί ιδιαιτέρως.

Η σκοπιμότητα είναι μάλλον η εξής. Ο Αντίνοος χρησιμοποιεί και τα δυο του χέρια για να φέρει στο στόμα του την κούπα· άρα δεν έχει ελεύθερο χέρι· άρα σκοτώνεται πλήρως αιφνιδιασμένος (φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ μέμβλετο, 11-12) και παντελώς ανυπεράσπιστος! Τι μας λέει όμως αυτό για τον Οδυσσέα; Ρίχνει μήπως σκιές στον ηρωισμό του σε μια ραψωδία που παίζει με το ήθος της Ιλιάδας; Φαινομενικά, ναι. Εκεί όμως που η λεπτομέρεια αυτή ρίχνει σκιές στον ηρωισμό του Οδυσσέα, ο ποιητής τον αποκαθιστά: ο Αντίνοος δεν υποψιαζόταν τον κίνδυνο, διότι «ποιος θα τολμούσε μόνος του, κι ας ήταν μεγάλο παλληκάρι», να τον απειλήσει ενώπιον τόσων συνδαιτυμόνων (12-14); Το βάρος πέφτει αμέσως στην αλαζονεία του Αντίνοου.

Μνηστηροφονία, Ζωγράφος του Ιξίωνα (ερυθρόμορφος κωδωνόσχημος κρατήρας από την Κάτω Ιταλία, 4ος αι. π.Χ. Μουσείο του Λούβρου). Wikimedia Commons

Παρόμοια περίπτωση ασυνήθους υφολογικής επιλογής είναι και ο τρόπος με τον οποίο δηλώνεται ο απόλυτος αιφνιδιασμός του Αντινόου στους στ. 12-14. Όπως σημειώνουν οι Russo, Fernandez-Galiano & Heubeck (2009, ad 12-14), «οι ρητορικές ερωτήσεις στις οποίες αναμένεται αρνητική απάντηση είναι πολύ σπάνιες στην ομηρική αφήγηση». Τέτοιου είδους σπάνια υφολογικά στοιχεία λειτουργούν στο έπος ως μηχανισμοί υπογράμμισης και έμφασης της σημασίας μιας σκηνής. (Θυμηθείτε και τις παρομοιώσεις: πρόκειται για το πλέον προβεβλημένο μη στερεοτυπικό στοιχείο στο επικό ύφος, η λειτουργία του οποίου είναι ακριβώς εμφατική).

Παραλλαγή του συνήθους λογοτύπου παρατηρείται επίσης στη φράση θάνατόν τε κακὸν καὶ κῆρα μέλαιναν (14), επίσης στο πλαίσιο της περιγραφής της αποσβολωμένης αντίδρασης του Αντινόου στην επίθεση του Οδυσσέα. Η συνήθης φόρμουλα, που απαντά τέσσερις φορές στην Οδύσσεια, είναι θάνατον καὶ κῆρα μέλαιναν: ο οδυσσειακός ποιητής προσθέτει εδώ το επίθετο κακός, το οποίο στο έπος δεν σημαίνει μόνο «άσχημος, κατώτερης κοινωνικής τάξης» κτλ, αλλά συχνά έχει τη σημασία «δειλός, άνανδρος, αναξιοπρεπής, ανέντιμος». Ένα επίθετο, κακός, μια απλή λέξη, κουβαλεί όλο το ηθικό χρώμα του δίκαιου θανάτου που η μοίρα επιφυλάσσει στον δειλό, άνανδρο, ανέντιμο και αναξιοπρεπή αρχηγό των Μνηστήρων. Πρόκειται λοιπόν για λεπτές, αριστουργηματικές ποιητικές τροπές!

Τέτοια σημεία «φορτισμένης» σημασιολογικής απόκλισης υπάρχουν και άλλα ουκ ολίγα στη Μνηστηροφονία. Ο προσεκτικός αναγνώστης του έπους (είναι γεγονός ότι τέτοιες συνδέσεις γίνονται δύσκολα στην προφορική επιτέλεση) θα παρατηρήσει ότι ο στ. 16, ἀντικρὺ δ’ ἁπαλοῖο δι’ αὐχένος ἤλυθ’ ἀκωκή, είναι ο ίδιος με αυτόν που περιγράφει τον θάνατο του Έκτορα στο Χ 327 της Ιλιάδας. Σε ακριβώς αντίστοιχο σημείο λοιπόν στα δύο μεγάλα έπη περιγράφονται με πανομοιότυπους στίχους δύο τόσο διαφορετικοί θάνατοι!

Μνηστηροφονία (από την εικονογράφηση του βιβλίου “Die schönsten Sagen des klassischen Altertums” του Gustav Schwabe. Wikimedia Commons

Πιο εύκολη είναι η επισήμανση του ακόλουθου σημείου. Το ουσιαστικό ἀκωκή, που απαντά αρκετές φορές στην Ἰλιάδα, αναφέρεται σχεδόν πάντα «στη βαριά αιχμή του δόρατος» (Russo, Fernandez-Galiano & Heubeck 2009, ad 16). Εδώ όμως αναφέρεται στην ακίδα του βέλους. Το δόρυ προϋποθέτει κατά πρόσωπον αντιπαράθεση μεταξύ ηρώων «ιλιαδικού» τύπου. Το τόξο όμως ταιριάζει περισσότερο στον «ασύμμετρο» τρόπο με τον οποίο προτιμά κατά κανόνα να μάχεται ο Οδυσσέας (από την αρχαϊκή περίοδο και εντεύθεν, με την καθιέρωση της οπλιτικής φάλαγγας, το τόξο συνδέεται στο φαντασιακό των Ελλήνων ακόμη στενότερα με την πανουργία και τον δόλο στη μάχη). Το να μην πεθάνει όμως έντιμα σε ισότιμη μονομαχία, αλλά να χτυπηθεί ξαφνικά, από μακριά, αιφνιδιασμένος εν μέσω κραιπάλης είναι ο θάνατος που ταιριάζει στον Αντίνοο. Δεν μειώνεται ο Οδυσσέας με την επιλογή αυτή, απλά εξευτελίζεται ακόμη περισσότερο ο αντίπαλός του.

[ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ “ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ” ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

Α. Κ. Πετρίδης (με τη συνεργασία των Ε. Ροδοσθένους, Λ. Χατζημιχαήλ, Π. Πούγιουρου & Σ. Σταύρου), Ομήρου Οδύσσεια για την Α΄ Γυμνασίου. Υποστηρικτικό υλικό για τον/την εκπαιδευτικό, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου-Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, 2011]