Tags

, , , , , , , , ,


[ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ ΔΙΑΛΕΞΗΣ, ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ. 

Σημείωση: Οι Επιτρέποντες του Μενάνδρου δεν συμπεριλαμβάνονται στη διδακτέα ύλη του νέου Αναλυτικού Προγράμματος της Αρχαίας Γραμματείας στο κυπριακό γυμνάσιο ή το λύκειο. Το κείμενο αναλύεται ενδεικτικά, με σκοπό να καταδειχθεί η φιλοσοφία της νέας προσέγγισης.]

Σήμερα θα σας μιλήσω για τους Ἐπιτρέποντες του Μενάνδρου. Θα επικεντρωθώ σε απόσπασμα από την αρχή της Δ’ Πράξης της κωμωδίας (στ. 702-835 Furley). Ως επί το πλείστον, οι στίχοι αυτοί δεν συμπεριλαμβάνονταν στο κείμενο των Ἐπιτρεπόντων, όπως αυτό αποκαταστάθηκε μετά τη δημοσίευση κυρίως του Παπύρου του Καΐρου το 1907, αλλά αναδύθηκαν με την ανακάλυψη καινούριων σπαραγμάτων από την Οξύρρυγχο και κυρίως με τη δημοσίευση ενός παπύρου που σήμερα βρίσκεται στο Michigan.

Προτομή του Μενάνδρου στη Βίλλα Getty (Wikimedia Commons, Remi Mathis 2011)

Όπως γνωρίζετε, ο Μένανδρος θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της φάσης εκείνης της Κωμωδίας που ονομάζεται «Νέα» και που συμβατικά εκκινά με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.). Η καριέρα του Μενάνδρου εκτείνεται από το 321 μέχρι τον θάνατό του το 292 π.Χ. Στο διάστημα αυτό μαρτυρείται ότι έγραψε πάνω από εκατό έργα, τα οποία του έφεραν λαμπρή μεταθανάτια φήμη, αλλά λίγες μόνο νίκες στους δραματικούς αγώνες εν ζωή. Για λόγους που δεν προλαβαίνουμε να εξηγήσουμε εδώ, το έργο του Μενάνδρου ήταν σχεδόν παντελώς χαμένο για μας μέχρι το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα: κάποια fragmenta μόνο κατείχαμε από την έμμεση παράδοση, ενώ σχηματίζαμε παραπλανητικές εντυπώσεις γι’ αυτόν από τις διασκευές του Ρωμαίου κωμικού Πλαύτου και λιγότερο παραπλανητικές από εκείνες του Τερεντίου. Αρχής γενομένης όμως από τη λεγόμενη Membrana Petropolitana πρώτα, αλλά κυρίως από τον περίφημο πάπυρο του Καΐρου, σειρά εντυπωσιακών παπυρικών ευρημάτων μας αποκατέστησαν: ένα ακέραιο έργο, τον νεανικό Δύσκολο (μάλλον του 317)· τέσσερις κωμωδίες που σώζονται σε ποσοστό 50-80% (Περικειρομένη, Ἀσπίς, Ἐπιτρέποντες, Σαμία)· δύο ακόμα (Μισούμενος, Σικυώνιοι) σωζόμενες περίπου κατά το εν τρίτο, καθώς και εκτενή αποσπάσματα από αριθμό άλλων (Γεωργός, Ἥρως, Κόλαξ, Δὶς Ἐξαπατῶν, Φάσμα κ.ά.). Ο Μένανδρος συνεχίζει να ανακαλύπτεται: πρόσφατα ένα παλίμψηστο του Βατικανού μας χάρισε 200 πρωτόφαντους στίχους από την κωμωδία Τίτθη!

Η κωμωδία για την οποία θα σας μιλήσω απόψε δεν χρονολογείται ασφαλώς. Εθεωρείτο όμως ήδη στην αρχαιότητα ένα από τα αριστουργήματα του Μενάνδρου (τῶν ἀρίστων) και ως εκ τούτου έργο της ωριμότητάς του. Σίγουρα εμπεριέχει σε ιδιαίτερα λεπτή και καλλιεργημένη μορφή τα γνωρίσματα που προσέδωσαν τον Μένανδρο φήμη κορυφαίου δραματουργού στην αρχαιότητα: την ευφυή διάρθρωση της πλοκής, η οποία ισορροπεί ιδεωδώς ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μυθικό, τη λεπτή διαγραφή των ἠθῶν, αλλά και τη χαρακτηριστική γλυκόπικρη επίγευση που αφήνει η λύσις. Περισσότερα γι’ αυτό το τελευταίο θα πούμε παρακάτω.

Η πλοκή των Ἐπιτρεπόντων, μέχρι το σημείο που θα μας απασχολήσει, έχει ως εξής: επιστρέφοντας από μακρά απουσία εκτός Αθηνών, ο νιόπαντρος Χαρίσιος ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του γέννησε παιδί, το οποίο προφανώς δεν μπορεί να είναι δικό του. Αγανακτισμένος, εγκαταλείπει τη συζυγική εστία και περνά τον καιρό του μπεκρολογώντας και ασωτεύοντας στο σπίτι του φίλου του Χαιρέστρατου. Ο πεθερός του Σμικρίνης, αγανακτισμένος επίσης από τις σπατάλες του γαμπρού του, τις οποίες θεωρεί απειλή για την προίκα της κόρης του, αποφασίζει να εξασκήσει το δικαίωμα της ἀφαιρέσεως που του παρείχε ο αθηναϊκός νόμος και να χωρίσει την κόρη του από τον άντρα της, έστω και παρά τη θέλησή της (ἀφαίρεσις ονομάζεται το δικαίωμα του κυρίου της νύφης, εν προκειμένω του πατέρα, να διαλύσει τον γάμο, αν θεωρεί ότι αντιβαίνει με τα συμφέροντα της γυναίκας). Εν τω μεταξύ έχει προηγηθεί η σκηνή που έδωσε στο έργο τον τίτλο του: δύο δούλοι φιλονικώντας για τα χρυσαφικά που συνόδευαν ένα έκθετο παιδί (δηλαδή παιδί που ουσιαστικά το είχαν εγκαταλείψει κάπου να πεθάνει, επειδή ήταν ανεπιθύμητο), καλούν τον Σμικρίνη να λειτουργήσει ως διαιτητής στη διαφορά τους: ἐπιτρέπω τινί τι σημαίνει εμπιστεύομαι υπόθεσή μου σε κάποιον (η σκηνή της ἐπιτροπῆς ανακαλεί ίσως την αθηναϊκή διαδικασία, με την οποία σεβαστός πολίτης άνω των εξήντα ετών επιλαμβανόταν μιας ιδιωτική διαφοράς και είτε την επέλυε εξωδίκως είτε την παρέπεμπε σε δικαστήριο). Το παιδί, βεβαίως, είναι ο γιος της Παμφίλης, τον οποίο είχε εκθέσει, προκειμένου να μην εκτεθεί η ίδια στα μάτια της κοινωνίας… Στο απόσπασμα που θα δούμε, ο Σμικρίνης επιχειρεί να πείσει την κόρη του να εγκαταλείψει τον σύζυγό της. Συναντά όμως απροσδόκητα ισχυρή αντίδραση και μάλιστα με επιχειρήματα που τον σοκάρουν βαθύτατα…

Τοιχογραφία από την Οικία του Μενάνδρου στην Πομπηία. Wikimedia Commons

Έχω επιλέξει να σας μιλήσω σήμερα για κείμενο, η αποσπασματικότητα του οποίου, όσο και αν δεν είναι πια απαγορευτική για την κατανόησή του, παραμένει τέτοια που δεν του επιτρέπει να καταστεί τμήμα της «διδακτέας ύλης» στο Λύκειο. Η ομιλία όμως κάθε άλλο παρά άσχετη φιλοδοξεί να είναι με τη Μέση Εκπαίδευση και δη με τη μεταρρύθμιση που έχει δρομολογηθεί και στην οποία είχα τη χαρά να βάλω κι εγώ ένα χεράκι. Στόχος μου είναι να σας παρουσιάσω, με ενδεικτική αναφορά στο απόσπασμα του Μενάνδρου, τη φιλοσοφία και κυρίως τη μεθοδολογία της καινούριας προσέγγισης της Αρχαίας Γραμματείας, που φιλοδοξούμε να περάσουμε μέσα από το νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (ΝΑΠΣ).

Ο βασικός στόχος του ΝΑΠΣ ως προς την αρχαία γραμματεία δεν είναι, νομίζω, μεγαλεπήβολος, είναι όμως σίγουρα μεγάλος: φιλοδοξούμε μέσα από τη σχολική διδασκαλία να μεταλαμπαδευθούν στους μαθητές οι πιο πρόσφατες και προηγμένες κατακτήσεις της επιστημονικής έρευνας σχετικά με τα γραμματειακά είδη και τα συγκεκριμένα κείμενα που θα διδάσκονται. Πιο συγκεκριμένα, οι βασικοί στόχοι του ΝΑΠΣ, όσον αφορά στο μάθημα της Αρχαίας Γραμματείας, μπορούν να συνοψιστούν κατά σειρά προτεραιότητας ως εξής:

  1. Ο κριτικός λογοτεχνικός και πολιτισμικός γραμματισμός των μαθητών διαμέσου της αρχαίας λογοτεχνίας, η κατανόηση δηλαδή ότι ο πολιτισμός, άρα και η λογοτεχνία ως επιμέρους έκφανση ενός πολιτισμού, δεν είναι έννοια φυσική και υπερβατική, αλλά ιστορικά προσδιορισμένη, προϊόν δηλαδή διαπραγμάτευσης μεταξύ διαφόρων ιστορικών παραγόντων (της γεωγραφίας, των κοινωνικών τάξεων, της συγκυρίας κτλ). Η λογοτεχνία δεν αντανακλά απλώς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά πρωταγωνιστεί στο δημόσιο διάλογο για έννοιες τόσο καίριες όσο η ταυτότητα, το φύλο, η πολιτική συμμετοχή και οι σχέσεις εξουσίας.
  2. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός απαιτείται προσπάθεια να δούμε τα αρχαία κείμενα με «αρχαίο» μάτι, να αποκαταστήσουμε δηλαδή τα προσληπτικά φίλτρα και τους ερμηνευτικούς κώδικες της εποχής που τα δημιούργησε· ταυτόχρονα όμως χωρίς να ξεχνάμε ότι εμείς ΔΕΝ είμαστε μέτοχοι αυτού του πολιτισμού, ότι ως ερμηνευτικά υποκείμενα «είμαστε στην απ’ έξω». Είναι εντυπωσιακό πόσο συχνά παραβλέπουμε το αυτονόητο, ότι το παρελθόν, όσο και αν φαίνεται εντυπωσιακά οικείο καμιά φορά, είναι επί της ουσίας «μια ξένη χώρα», συνεπώς απαιτείται αυστηρή αυτοκριτική και αυτολογοκρισία πριν τη διατύπωση οποιωνδήποτε ερμηνευτικών προτάσεων.
  3. Επιβάλλεται λοιπόν να καταστεί συνειδητή η ετερότητα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και της αρχαίας λογοτεχνίας ως συνθήκη επιστημονικής προσέγγισης των έργων χωρίς αναχρονιστικές παραμορφώσεις. Επιβάλλεται να ξεκινήσει κανείς από το παραπλανητικά οικείο, για να αντιληφθεί εν τέλει το ανοίκειο, το Άλλο, του αρχαίου πολιτισμού.
  4. Η ανάδειξη της πολιτισμικής ετερότητας των αρχαίων κειμένων είναι ο μόνος τρόπος να μελετήσει κανείς επιστημονικά τη λογοτεχνία αυτή, αλλά και να ενστερνιστεί μια άλλη μεγάλη αλήθεια: η Αρχαιότητα δεν διδάσκει· εμείς διδασκόμαστε απ’ αυτήν. Επιβάλλεται δηλαδή να μεταπέσουμε επειγόντως από την παθητική στη μέση φωνή! Η άντληση διδαγμάτων από την αρχαιότητα συνιστά πράξη επιλογής, αφαίρεσης και σε μεγάλο βαθμό σχηματοποίησης και εξομάλυνσης. Τέτοιες μεταγνωστικές αναγωγές συνιστούν βεβαίως πια προέκταση, επεξεργασία και κυρίως οικειοποίηση του κειμένου. Η διαδικασία αυτή είναι καθ’ όλα νόμιμη και θεμιτή, καθώς ουδείς αρνείται την παιδαγωγική αξία της κλασικής αρχαιότητας για το σήμερα ή το δικαίωμα μιας «αγοράς» να μεταποιεί το κείμενο που καλείται να «καταναλώσει». Πρέπει όμως η πράξη της οικειοποίησης να είναι συνειδητή και κυρίως κριτική και ενεργητική, ώστε η αρχαιότητα να μην προσεγγίζεται ούτε με φετιχισμό ούτε με αρχαιοπληξία ούτε όμως και με εθελότυφλο αναθεωρητισμό, αλλά να αναπτύσσεται στο μυαλό των μαθητών διαλεκτική σχέση με το υλικό που επεξεργάζονται.
  5. Η ανάδειξη της ετερότητας του αρχαιοελληνικού παρελθόντος δεν συνιστά ιδεοληπτική άρνηση της σχέσης του με το παρόν, αλλά αναγνώριση των ιστορικών του ιδιαιτεροτήτων, ακόμη και αν αυτές δεν επιβεβαιώνουν πάντοτε το διαφωτιστικό μύθευμα για την αρχαία Ελλάδα ως «χώρα του φωτός». Αυτό όχι μόνο δεν μειώνει την ακτινοβολία του πολιτισμού που ίδρυσε τη σύγχρονη δυτική παράδοση, αλλά παραδόξως την αυξάνει. Θα δούμε γιατί και πώς στο απόσπασμα που θα αναλύσουμε.

O Μένανδρος και οι μάσκες του. Ρωμαϊκό ανάγλυφο του 1ου αι. μ.Χ. στη Βίλλα Getty (Wikimedia Commons).

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στον Μένανδρο. Με σκοπό την παρουσίαση της φιλοσοφίας και της μεθοδολογίας του ΝΑΠΣ επέλεξα να σας μιλήσω για απόσπασμα το οποίο μοιάζει απατηλά σύγχρονο: προσφέρει δηλαδή ιδανική ευκαιρία να καταδείξουμε πώς μπορεί κανείς να αφορμηθεί από το οικείο, για να προσελκύσει αρχικά το ενδιαφέρον ενός σημερινού ακροατηρίου, ώστε να παράσχει όμως στο τέλος στο ακροατήριο αυτό τη δυνατότητα να δει το κείμενο με τα μάτια του αρχικού του κοινού κατά το δυνατόν, να αντιληφθεί τις παρεξηγήσεις που θα μπορούσαν να προκληθούν αν διαβάζαμε το κείμενο χωρίς ιστορική συναίσθηση, αλλά και να εκτιμήσει εν τέλει με εντελώς φρέσκα ματιά το επίτευγμα των αρχαίων Ελλήνων.

Τι πλησιέστερο λοιπόν, εκ πρώτης όψεως, στις φεμινιστικές ευαισθησίες και την κοινωνική απελευθέρωση του 21ου αιώνα από το ακόλουθο σενάριο; Πατέρας επιχειρεί να επιβάλει τη θέλησή του στην νεαρή του κόρη· η κοπέλα ανθίσταται με όλη τη δύναμη της ψυχής της κατηγορώντας τον πατέρα της για δεσποτισμό και αυθαιρεσία και δηλώνοντας ότι θα παραμείνει πιστή στον γάμο της, έστω και αν το τίμημα είναι να ανεχθεί τη διπλή ζωή του ανδρός της (εδώ οι φεμινιστικές ευαισθησίες των μαθητριών κυρίως ίσως και να πληγωθούν!). Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σμικρίνης δεν επιτυγχάνει αυτό που θέλει άμεσα, καθώς η κοπέλα αρνείται να υποκύψει.

Η στάση αυτή της κοπέλας, στο στάδιο που βρισκόμαστε, σαφώς ισοδυναμεί με κοινωνικοπολιτικό άγος: ελεύθερη γυναίκα ανέχεται τη συνύπαρξή της με πόρνη, καθώς και τη διασπάθιση της πατρικής της περιουσίας και τελικά το υποτιθέμενο νόθο παιδί του άντρα της (για την ύπαρξη του οποίου μάλλον δεν γνωρίζει κάτι όμως προς το παρόν)! Στην κωμωδία, όμως, και η παραμικρή αναβολή της καταστροφής έχει σωτήρια αποτελέσματα. Συχνά επίσης τυχαία γεγονότα αποτρέπουν τραγικές εκβάσεις: το γεγονός ότι ο Σμικρίνης αποφάσισε υπέρ του δούλου που ήθελε να κρατήσει τόσο το παιδί όσο και τα χρυσαφικά που το συνόδευαν καθιστά εφικτή την τελική αναγνώριση (αν και ο δούλος βέβαια προφανώς αποσκοπούσε μόνο στο να τα πουλήσει!). Πόλλ’ ἂν γένοιτο ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ, λέει ο Μένανδρος αλλού! Με την επέλευση της ἀναγνωρίσεως καταδεικνύεται ότι ακριβώς η προκλητική ανυπακοή της Παμφίλης και όχι η «πολιτικώς ορθή» επιμονή του Σμικρίνη εγγυάται την ευτυχή κατάληξη και σώζει τον οἶκον.

Πώς να διαβάσουμε τη σκηνή αυτή; Ως ύμνο στην παρρησία και τη χειραφέτηση των γυναικών; Ως μύδρο κατά της patria potestas και πρόσκληση για ισότιμες σχέσεις μεταξύ παιδιών και γονέων; Ως κάλεσμα για σεξουαλική και κοινωνική απελευθέρωση; Σίγουρα τέτοιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του ανυποψίαστου θεατή του 21ου αιώνα, ο οποίος προβάλλει στο κείμενο του Μενάνδρου κοινωνικούς αγώνες της δικής του εποχής. Ας δούμε λοιπόν ποια εξηγητική πορεία πρέπει να ακολουθηθεί, ούτως ώστε οι μαθητές μας να συλλάβουν το απόσπασμα στις ιστορικές διαστάσεις του.

Στο απόσπασμα ο Σμικρίνης χρησιμοποιεί τρία επιχειρήματα, για να «βάλει μυαλό» στην κόρη του. Και τα τρία μοιάζουν εκ πρώτης όψεως εξαιρετικά μοντέρνα. Αν απομονωθούν δε από το ευρύτερο δραματικό τους πλαίσιο, φαντάζουν λογικά, ου μην και πειστικά:

(α) Ο άσωτος Χαρίσιος έχει ήδη καταστραφεί οικονομικά, άρα, αν η Παμφίλη επιμείνει στη συμβίωση μαζί του, θα συμπαρασυρθεί κι αυτή στο βάραθρο της ανέχειας. «Δεν ξέρω πώς μπορούμε πια να απαλλαγούμε από αυτό το κακό», λέει ο Σμικρίνης, αναφερόμενος στην ασωτεία του Χαρισίου· «πρέπει να φύγεις το συντομότερο δυνατό από δω πέρα» (702-3), καθώς «δεν υπάρχει δυνατότητα να σωθεί ποτέ αυτός, ούτε κι εσύ», αν μείνεις μαζί του (720). «Δες καθαρά πώς οδηγεί στον όλεθρο το βιος του» (750).

(β) Ο Χαρίσιος έχει ανοίξει ουσιαστικά πια δυο σπίτια, άρα η Παμφίλη κοντά του θα υποφέρει από μόνιμη μοναξιά στις μακρές νύκτες της απουσίας του. «Θα σου λέει ότι πρέπει να πάει στον Πειραιά. Θα πηγαίνει λοιπόν και θα κοιμάται εκεί. Κι εσένα όλα αυτά θα σου προξενούν οδύνη. Θα κάνεις ολονυκτίες περιμένοντας χωρίς να δειπνάς. Κι αυτός προφανώς θα μπεκροπίνει εν τω μεταξύ με εκείνην!» (752-55).

(γ) Το τρίτο επιχείρημα του Σμικρίνη είναι το πιο πικρό (786-796): η Παμφίλη πάει να τα βάλει με αντίπαλο πολύ πάνω από τα δικά της μέτρα. Εσύ θα παίζεις καθαρά, της λέει, αλλά εκείνη θα σε επιβουλεύεται, θα σε διαβάλλει και εν τέλει θα λυμαίνεται τη δική σου τη ζωή. Εκείνη θα διαβιοί καλά, εσύ άσχημα, και προς αυτή την κατεύθυνση, της δικής σου δυστυχίας, εκείνη συνεχώς θα τον παρακινεί: πότε θα του κάνει μούτρα, πότε θα του βάζει λόγια. Θα’ χει το σχήμα της παντρεμένης γυναίκας, θα’ ναι σ’ όλα ίση κι όμοια μαζί σου. Θα είναι όμως; Μια τίμια γυναίκα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα υπερκεράσει ποτέ μια πόρνη, εξ ορισμού επίβουλη και αδίστακτη. Ο Σμικρίνης καταλήγει με τόνο αποφθεγματικό (794-96): «είναι δύσκολο, Παμφίλη, μια ελεύθερη γυναίκα να τα βάλει με μια πόρνη: ετούτη ξέρει περισσότερες πανουργίες, πιο πολλά κόλπα, δεν ντρέπεται μπροστά σε τίποτε, κολακεύει περισσότερο, καταφεύγει σε τεχνάσματα αισχρά» (χαλεπόν, Παμφίλη/ ἐλευθέρᾳ γυναικὶ πρὸς πόρνην μάχη· πλείονα πανουργεῖ, πλείον’ οἶδε, αἰσχύνεται/ οὐδέν, κολακεύει μᾶλλον, αἰσχρῶν [ἅπτεται). Το συμπέρασμα αυτό, λέει αυτάρεσκα, μπορείς να το θεωρήσεις άφευκτο Δελφικό χρησμό!

Μόνο που ο Σμικρίνης, σε αντίθεση με τον Λοξία, έχει γνώση πεπερασμένη: ούτε η Αβρότονον είναι η αισχρή πόρνη που περιγράφει ούτε ο Χαρίσιος ο αθεράπευτος και ασυνείδητος μπεκρής ούτε βεβαίως το παιδί το μπάσταρδο που νομίζει!

Εύης Γαβριηλίδης: ο σημαντικότερος σκηνοθέτης του Μενάνδρου στη σύγχρονη ελληνική σκηνή

Γενικά, η αξιοπιστία του Σμικρίνη και η σοβαρότητα των επιχειρημάτων του πλήττεται από τέσσερις παράγοντες, που αν δεν ληφθούν υπόψη, η αναχρονιστική παρερμηνεία είναι αναπόφευκτη. Ο Σμικρίνης δεν είναι γενικά «πατέρας», είναι πατέρας της Νέας Κωμωδίας. Καμιά φορά κάτι τόσο μικρό και εκ των υστέρων αυτονόητο μπορεί να μας ανοίξει ένα ολόκληρο κόσμο ερμηνειών:

(α) Πρώτα από όλα, ο Σμικρίνης υπονομεύεται από το γεγονός ότι οι θεατές γνωρίζουν ήδη πως έχει άδικο. Τους έχει πληροφορήσει γι’ αυτό προφανώς κάποιος θεϊκός πρόλογος, όπως συμβαίνει στη Νέα Κωμωδία. Οι θεατές αντιλαμβάνονται, συνεπώς, ότι η δράση του Σμικρίνη όχι μόνο δεν προστατεύει την κόρη του, αλλά απειλεί τη σταθερότητα του οἴκου και γενικά του κωμικού κόσμου. Ο Σμικρίνης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως σωτήρα, αλλά στα μάτια των θεατών αποτελεί επικίνδυνο κώλυμα.

Οι μαθητές μας, συνεπώς, πρέπει να αντιληφθούν και οι ίδιοι ότι θεατρικές συμβάσεις όπως ο θεϊκός πρόλογος, που αποκάλυπτε στους θεατές την προϊστορία, αλλά και την τελική κατάληξη της δράσης, αφήνοντας όμως μεγάλο κενό για τα εν τω μεταξύ, δεν ήταν ποτέ «νεκρές» στα χέρια ενός μάστορα δραματουργού, αλλά εντάσσονται οργανικά στη ροή της δράσης και στους μηχανισμούς παραγωγής νοήματος.

(β) Ο Σμικρίνης ελέγχεται επίσης ιδιοτελής από την προτέρα δράση του: μια προηγούμενη σκηνή ήδη στο τέλος της Α΄ Πράξης ανάμεσα στον Σμικρίνη, τον φίλο του Χαρίσιου Χαιρέστρατο και την «πόρνη» Αβρότονον έχει χρωματίσει τον Σμικρίνη με τα μελανότερα χρώματα, ως ιδιοτελή φιλάργυρο. Στη σκηνή εκείνη ο Χαιρέστρατος ειρωνεύεται τη τσιγκουνιά του Σμικρίνη. Δυο φράσεις του όμως είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικές: «το ήξερα εγώ: θα ορμήξει τούτος και θα διασκορπίσει τον έρωτα!» (τοῦτ’ ἐγ[ὼ/ προσέμενον· οὗτος ἐμπεσὼν  διασκ[εδᾷ/ τὸν ἔρωτα (132-3), λέει σε μια στιγμή· «σαν αλεπού μας έκανε το σπίτι άνω-κάτω» (οἷον κίναδος, οἰκίαν ποεῖ ἀνάστατον, 165-6), επαναλαμβάνει λίγο παρακάτω. Ο Χαιρέστρατος, βεβαίως, κωμικώ τω τρόπω, αναφέρεται στη ζημιά που θα πάθει ο ίδιος, καθώς ο Σμικρίνης θα αναγκάσει τον Χαρίσιο να σταματήσει να επιχορηγεί τις κραιπάλες τους! Όμως, με τη χαρακτηριστική λεπτή ειρωνεία του Μενάνδρου, οι φράσεις ηχούν απειλητικά σε δεύτερο επίπεδο: η δράση του Σμικρίνη όντως διασκεδᾷ τὸν ἔρωτα, όντως ποεῖ ἀνάστατον την οἰκίαν, αλλά όχι του Χαρισίου με την Αβρότονον, αλλά τον έγκυρο γάμο του πρώτου με την Παμφίλη.

Για να το αντιληφθούν αυτό οι μαθητές, πρέπει να τους καθοδηγήσουμε στο πώς να επισημαίνουν, πρώτον, τις διασταυρώσεις μεταξύ των σκηνών στο θέατρο και δεύτερον, το πολυεπίπεδο νόημα του δραματικού λόγου.

(γ) Ως φιλάργυρο χρωματίζει τον Σμικρίνη πάνω από όλα η θεατρική του καταγωγή, ενδεχομένως και η θεατρική του σκευή. Οι αρχαίοι θεατές κατείχαν τη θεατρική προπαίδεια να αντιληφθούν αμέσως ότι ο Σμικρίνης εκπροσωπεί στη σκηνή ένα θεατρικό τύπο με παρελθόν τόσο στο θέατρο όσο και στην ηθική φιλοσοφία (π.χ. στους Χαρακτήρες του Θεοφράστου): πρόκειται για τον τύπο του αμετανόητου σμικρολόγου (εξ ου και Σμικρ-ίνης!, από τις μάλλον σπάνιες πια περιπτώσεις ὁμιλοῦντος ὀνόματος στην Κωμωδία). Ο Σμικρίνης μετράει και την τελευταία δεκάρα και αποδίδει σχεδόν υπερβατική αξία στα χρήματα! Πέρα από τη θεατρική μνήμη, όμως, ο αρχαίος θεατής λάμβανε ενδείξεις και από τη μάσκα που ο χαρακτήρας φορεί. Οι μάσκες στο θέατρο του Μενάνδρου δηλούν ἦθος, δηλαδή την προδιάθεση του χαρακτήρα για το καλό ή το κακό. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι προσωπείο πρέπει να αποδοθεί στον κάθε χαρακτήρα, αλλά οι επιλογές δεν είναι απεριόριστες. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, οι μελετητές συγκλίνουν: στον Σμικρίνη αποδίδεται συχνά, από τα γνωστά προσωπεία της Νέας Κωμωδίας, ο λεγόμενος λυκομήδειος (ο ἡγεμὼν πρεσβύτης θα ήταν μια άλλη επιλογή). Δεν θα μπω στις λεπτομέρειες της λεγόμενης φυσιογνωμονικής και πώς αυτή λειτουργεί στο μετακλασικό θέατρο. Αρκεί μόνο να πούμε ότι στον κατάλογο των θεατρικών προσωπείων που σώζεται στο Ὀνομαστικό λεξικό του Πολυδεύκη (2ος αι. μ.Χ.) σημειώνεται ρητά ότι η μάσκα αυτή «υποδηλώνει χαρακτήρα με τάση να ανακατεύεται και να ενοχλεί» (πολυπραγμοσύνην παρενδείκνυται). Τέτοιος ακριβώς είναι ο Σμικρίνης στα μάτια των λοιπών χαρακτήρων του έργου.  

Όλα αυτά, ειδικά το (γ) είναι καταφανώς ανοίκεια πράγματα, ιδιαιτερότητες μιας «Άλλης» θεατρικής παράδοσης. Αν αυτές δεν ληφθούν υπόψη, εύκολα ο Σμικρίνης μπορεί να παρεξηγηθεί ως «σύγχρονος» και «οικείος» με όλες τις συνακόλουθες στρεβλώσεις. Αν όμως τονιστεί η ετερότητα του Σμικρίνη, το γεγονός ότι δεν «διαβάζεται» παρά μόνο αν τοποθετηθεί στο πολιτισμικό πλαίσιο που τον παρήγαγε, αποδεικνύεται ότι η ετερότητα αυτή είναι ευκαιρία να διδαχθούν χιλιάδες πράγματα: πάνω απ’ όλα η δυναμική πολυσημία του θεάτρου ως τέχνης (στο θέατρο πολλά σημεία σημαίνουν, όχι μόνο ο λόγος), καθώς και η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στον θεατρικό χαρακτήρα, ειδικά τον αρχαιοελληνικό, και σε αυτό που παραπλανητικά ίσως αποκαλούμε «πραγματικό άνθρωπο». Ο αρχαιοελληνικός δραματικός χαρακτήρας (1ον) δεν έχει «βάθος» (είναι μόνο ό,τι είδαμε, ό,τι βλέπουμε και ό,τι θα δούμε: δεν έχει υποσυνείδητο, δεν έχει κρυφά κίνητρα, δεν υπόκειται εύκολα σε ψυχαναλύσεις)· (2ον) είναι δυναμικό σύνολο λόγων και πράξεων όχι μόνο δικών του αλλά και όσων χαρακτήρων τον πλαισιώνουν· (3ον) ορίζεται τόσο από λεκτικά όσο και από μη λεκτικά σημεία (όπως στην περίπτωσή μας, από τη μάσκα)· και (4ον) ειδικά στην περίπτωση της Νέας Κωμωδίας, δεσμεύεται από το διακείμενο της θεατρικής παράδοσης.

Εδώ λοιπόν υπεισέρχεται η περιβόητη «αρχαιογνωσία»: όχι πλέον ως αυτοσκοπός («χρησιμοποιώ τα κείμενα, για να μάθω τον αρχαίο πολιτισμό»), αλλά ως ερμηνευτικό κλειδί («χρησιμοποιώ ό,τι ξέρω από τον αρχαίο πολιτισμό, για να κατανοήσω τα κείμενα, αντιλαμβάνομαι ότι τα κείμενα δεν λειτουργούν in vacuo, αλλά εντός ενός πολιτικού, κοινωνικού, ιδεολογικού και εν γένει ιστορικού περιβάλλοντος»). Αυτό που πρέπει βέβαια να προβληματίσει τον δάσκαλο είναι η μέθοδος με την οποία οι μαθητές θα εκτεθούν στις πιο πάνω πληροφορίες. Η παλαιά διάλεξη δεν έχει απεμπολήσει τη σημασία της, αλλά ίσως δεν είναι πια, στην κοινωνία της πληροφορίας, η πλέον ενδεδειγμένη μέθοδος.

Ας μην παρέκβουμε όμως πολύ. Πίσω στο απόσπασμά μας.

Ενώπιον του πατέρα της, η Παμφίλη υψώνει ανάστημα και προβαίνει σε μια από τις συγκινητικότερες καταφάσεις του θεσμού του γάμου και της συζυγικής αλληλεγγύης που γνωρίζουμε. Το σημείο αυτό του αποσπάσματος βρίθει χασμάτων, αλλά το γενικό πνεύμα είναι σαφές: αυτό που μου προτείνεις αδυνατώ να το πράξω (ὑπὲρ ἐμὲ τοῦθ’, 710)· δεν παντρεύτηκα τον Χαρίσιο μόνο για να συνευτυχήσω μαζί του, αλλά και για να μοιραστώ τις δυστυχίες του (817-819). Χρηστός φίλος που δυσπραγεί οικονομικά είναι προτιμότερος από κακό πλούσιο. Αν έφταιξε, θα τον υποστώ, έστω και αν χρειαστεί να υποστώ μαζί του και την πόρνη (821-3, 829-832).

Και πάλι είμαστε, όπως είπε κάποιος, «τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά»! «Μπαμπά», λέει η Παμφίλη, τι είναι αυτά τα πράγματα; Θα γίνεις εσύ κύριός μου για πάντα;» (Πάπ<π>α, τί <δὲ> τοῦτ’ ἐστ[ιν;/ ἀεὶ σὺ γίνῃ κύριό[ς μου; 706). Η Παμφίλη αδυνατεί να αποδεχθεί αξιωματικά το δικαίωμα του Σμικρίνη να υπαγορεύει την τύχη της. Αφενός, λέει, «όπου υφίσταται αμφιβολία χρειάζεται να αφιερώνει κανείς χρόνο να συζητεί τα πράγματα» (τἀμφίβ[ο]λα  δεῖ[τ’ ἀεὶ λόγου τε καὶ σχολῆς, 708, με προσθήκες του Koenen). Αφετέρου, «αν επιχειρώντας να με ‘σώσεις’, δεν με πείσεις, τότε δεν θα μπορούσες να θεωρηθείς πια πατέρας, αλλά δεσπότης μου! (ἀλλ’ εἴ με σῴζων τοῦτο μὴ πείσαις ἐμέ/ οὐκέτι πατὴρ κρίνοι’ ἂν ἀλλὰ δεσπότης, 714-5). Στο κάτω-κάτω της γραφής, «έχω τη δυνατότητα να διατυπώσω κι εγώ τη γνώμη μου για ο,τιδήποτε νομίζεις εσύ ότι συμφέρει σε κάθε περίπτωση είτε περίτεχνα είτε με λόγια απλά. Έχω μυαλό!» (ἐμὴν γνώμην λέγειν πεπλασ[μένην/ ἔχω περὶ] πάντων ὅ,τι ποθ’ ἡγεῖ συμφέρε[ιν,/ ἢ κἀφελῆ. καὶ γὰρ φρονεῖν εἰ[μι <λείπει μάλλον μια λέξη που σημαίνει «ικανή, άξια»>, 801-2).

Η πολιτισμική ετερότητα των δηλώσεων αυτών εντοπίζεται στην εννοιολογική τριάδα πατήρ-κύριος-δεσπότης. Η σκηνή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς μελέτη της διαλεκτικής περί πατρικής εξουσίας στην Αθήνα του 4ου αιώνα. Η Παμφίλη διεκδικεί ένα κόσμο στον οποίο πατήρ και θυγάτηρ διαλέγονται ως ἐλεύθεροι και ἴσοι· οραματίζεται δηλαδή ένα μοντέλο οἴκου, το οποίο να λειτουργεί βάσει αυτού που ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά ονόμασε πολιτικὴν ἀρχήν (1277b7-8: ἀλλ’ ἔστι τις ἀρχὴ καθ’ ἣν ἄρχει τῶν ὁμοίων τῷ γένει καὶ τῶν ἐλευθέρων. Ταύτην γὰρ λέγομεν εἶναι τὴν πολιτικὴν ἀρχήν). Το αντίθετο, τη δεσποτείαν κατά τον Αριστοτέλη, το βρίσκει απαράδεκτο, διότι θα περιέγραφε πλέον τη σχέση όχι γονέως και τέκνου, αλλά αφέντη και δούλου. Έλα όμως που, σύμφωνα πάντα με τον Αριστοτέλη, ο οἶκος δεν είναι δημοκρατία αλλά μοναρχία (μοναρχεῖται πᾶς οἶκος, Πολ. 1255b19); Αν και ο οἶκος είναι ο πυρήνας του δημοκρατικού συστήματος, ο ίδιος στο εσωτερικό του δεν ορίζεται από ισονομία, ισηγορία και ισοπολιτεία, αλλά από αυστηρή πατριαρχεία. Ο πατέρας είναι ο κυρίαρχος του οἶκου. Η γυναίκα είναι σαφώς ελεύθερη στο βαθμό που δεν είναι κτῆμα, όπως οι δούλοι· είναι όμως αυστηρά δεσμευμένη, καθώς υπόκειται στην εξουσία διαδοχικών κυρίων: του πατέρα πρώτα, του συζύγου στη συνέχεια —αν και μόνο εν μέρει του δευτέρου, καθώς η προίκα της, όπως προκύπτει και από το απόσπασμά μας, παραμένει συζευγμένη με τον πατρικό της οἶκον και σε αυτόν επιστρέφει σε περίπτωση διαζυγίου ή ατεκνίας. Ο γάμος είναι συναλλαγή μεταξύ ανδρών με τον πατέρα να έχει τον πρώτο και τον κύριο λόγο. Ο έρωτας δεν αποτελεί ούτε προϋπόθεση ούτε ζητούμενο.

Η Παμφίλη όμως —η οποία, επαναλαμβάνω, ακόμη δεν γνωρίζει την πλήρη αλήθεια— διεκδικεί το δικαίωμα να καθορίσει η ίδια την τύχη της. Ό,τι δηλαδή σήμερα θα εθεωρείτο αυτονόητο, κόρη να ανθίσταται στην αυθαιρεσία του πατέρα και να διεκδικεί την ελευθερία των επιλογών της, στην αρχαία Αθήνα είχε επαναστατική δυναμική! Η Παμφίλη, είναι εν δυνάμει ανατρεπτικός χαρακτήρας, καθώς αντιτίθεται στην εξουσία του πατρόςκυρίου, του εγγυητού της συνέχειας και της ακεραιότητας του Οίκου. Ενδεχομένως, μάλιστα, φέρει τη μάσκα της λεγόμενης Λεκτικής, της γυναίκας, δηλαδή, που ξέρει να μιλά! Στην πράξη, βέβαια, όπως είπαμε, περιφρουρεί τελικά τον γαμήλιο οίκο της από την άγνοια και τη σμικρολογίαν του πατέρα της, έστω και αν τελεί και η ίδια εν αγνοία (δεν γνωρίζει ακόμη ότι το παιδί της είναι τελικά του Χαρίσιου ή ότι ο Χαρίσιος στην πραγματικότητα δεν έχει αγγίξει την Αβρότονον ή ότι η τελευταία δεν είναι στην πραγματικότητα πανούργα πόρνη, αλλά κοπέλα με συνείδηση και αλτρουισμό τόσο, που θα πρωταγωνιστήσει κιόλας στην αποκάλυψη της αλήθειας και την αποκατάσταση της Παμφίλης και της οικογένειάς της!)

Οι ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Στη συνέχεια του έργου θα μάθουμε ότι η Παμφίλη είχε μείνει έγκυος από βιασμό κατά τη διάρκεια ενός οργιαστικού φεστιβάλ προς τιμή της Άρτεμης. Η ειρωνεία είναι ότι θα αποδειχθεί επίσης, χάρη στην παρατηρητικότητα του δούλου Ονήσιμου, την πονηριά και την αποφασιστικότητα της Αβρότονον, πως ο βιαστής της ήταν ο άνδρας που σε λίγο καιρό θα γινόταν σύζυγός της… Η κωμωδία, συμπεραίνουμε, έλυσε το πρόβλημα με τρόπο μαγικό. Θυμάστε όλοι την περίφημη αντίθεση μεταξύ Νόμου και Φύσης, που κυριαρχούσε στην ελληνική ηθική φιλοσοφία. Στην περίπτωσή μας, η αντίθεση αυτή καταργήθηκε χάρη στη θαυματική επενέργεια της Κωμωδίας! «Νόμος», εν προκειμένω, είναι η συμβατική ένωση Χαρίσιου και Παμφίλης, που αρχικά απειλήθηκε από τη «Φύση», δηλαδή τη σαρκική έλξη που ένιωσε ένας άγνωστος άνδρας για μια άγνωστή του κοπέλα κατά τη διάρκεια ενός οργιαστικού φεστιβάλ. Η δύναμη της Κωμωδίας όμως φρόντισε ώστε αυτός ο άγνωστος και αυτή η άγνωστη να είναι ζευγάρι που κατόπιν παντρεύτηκε· φρόντισε, δηλαδή, ώστε ο Νόμος να επισφραγίσει τις επιλογές της Φύσης. Ο Νόμος, ο αθηναϊκός νόμος, προβάλλεται ως τυπική κωδικοποίηση της Φύσης.

Οι νόμοι που διείπαν τον γάμο στην αρχαία Αθήνα ήταν ιδιαιτέρως αυστηροί και ανάγονταν σε παλαιά νομοθετική ρύθμιση του Περικλή (451 π.Χ.): για να θεωρείται μια γαμήλια ένωση έγκυρη, δηλαδή για να έχουν οι απόγονοι που θα προέκυπταν από αυτή πλήρη πολιτικά δικαιώματα, έπρεπε και οι δύο σύζυγοι να αποτελούν γνήσιους Αθηναίους πολίτες (ἐξ ἀμφοῖν ἀστοῖν). Εξ ου και ο γάμος συνιστά μείζων πολιτικό ζήτημα στην αρχαία Αθήνα, όχι ιδιωτική υπόθεση, καθώς διά του γάμου εξασφαλίζεται η υγεία του πολιτικού σώματος — δηλαδή η αναπαραγωγή γνησίων πολιτών— καθώς και η ομαλή μεταβίβαση της περιουσίας του οἴκου από γενιά σε γενιά. Όταν η κωμωδία «αναγκάζει» τον ἔρωτα, με την αρχαία έννοια του σεξουαλικού μαγνητισμού, να ακολουθεί τις ρήτρες του Νόμου του Περικλή, τότε ουσιαστικά από πού κάνει είναι να ανάγει την Πόλιν σε φυσική, αυτοφυή και άρα ιδεώδη μονάδα πολιτικής οργάνωσης.

            Η «επανάσταση» της Παμφίλης, λοιπόν, μιας ελεύθερης, υποτίθεται, γυναίκας, που υπόκειται στην εξουσία διαδοχικών κυρίων, διασώζει τελικά την ακεραιότητα του Οίκου, καθώς δίνει στην Κωμωδία τον χρόνο να δρομολογήσει τις απαραίτητες αποκαλύψεις. Οι συμπτώσεις όμως είναι τόσο απίθανες και μαγικές, που δεν αφήνεται αμφιβολία ότι μόνο στην κωμωδία μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να λάβει τόσο ευτυχή τροπή! Υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς την παρέμβαση της θεάς Τύχης (αυτή είναι συχνά ο προλογίζων θεός στη Νέα Κωμωδία) ο γάμος της Παμφίλης και του Χαρίσιου θα είχε καταρρεύσει. Η κωμωδία του Μενάνδρου μπορεί να «ασπρογιατίζει» το κωμικό κτίσμα στο τέλος, αλλά δεν νοιάζεται να συγκαλύψει εντελώς τις ρωγμές του!

Οι κωμικές παρεξηγήσεις, επομένως, είναι σίγουρα ανώδυνες, καθώς εξαρχής το κοινό γνώριζε ή υποψιαζόταν την αλήθεια ή ήταν πεπεισμένο ότι «κάτι θα γινόταν» ώστε να φτάσουμε στο «τέλος καλό όλα καλά». Όμως οι παρεξηγήσεις αυτές και ο τρόπος με τον οποίο η μαγική επίλυσή τους ΔΕΝ συνάδει με τη ζωή (πάει η παλιά πεποίθηση ότι η κωμωδία του Μενάνδρου ήταν ρεαλιστική μίμησις βίου!) αναδεικνύουν σειρά από δυσώδεις πραγματικότητες της αρχαίας Αθήνας:

(α) ότι στο λίκνο της δημοκρατίας η έννοια του ἐλευθέρου ήταν άλλη για τους άνδρες και άλλη για τις γυναίκες, σε βαθμό που η δεσποτεία να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα που βίωναν οι τελευταίες·

(β) ότι το άσπιλο κοινωνικό στάτους ήταν για μια «ελεύθερη» κατά τα άλλα γυναίκα συνθήκη επιβίωσης τέτοια που, προκειμένου να διατηρήσουν αλώβητη την υπόληψή τους, νεαρές κοπέλες ήταν αναγκασμένες ακόμη και να εκθέσουν τα σπλάχνα τους·

(γ) ότι η σεξουαλική ηθική ήταν επίσης προφανώς άλλη για τους άνδρες και άλλη για τις γυναίκες (ο Χαρίσιος, θυμάστε, δεν κατηγορείται για το ότι κοιμάται με πόρνη, αλλά για το ότι πληρώνει για να το πράξει!)·

(δ) ότι η σεξουαλικότητα των γυναικών, εφόσον συνδεόταν με την ακεραιότητα του οἴκου (ακεραιότητα αίματος αλλά και περιουσίας), εκλαμβανόταν δυνητικά ως επικίνδυνος μοχλός ανατροπής της πολιτικής ομαλότητας, άρα έπρεπε να χαλιναγωγείται με αυστηρούς και αδιάλειπτους ελέγχους εκ μέρους του κυρίου.

Προχωρώντας ακόμη παραπέρα παρατηρεί κανείς ακόμα ότι:

(ε) το κοινωνικό στάτους, έστω και αν δεν συνάδει με τον τρόπον (τον χαρακτήρα) του ανθρώπου, είναι φράγμα κατ’ ουσίαν αξεπέραστο (η «πόρνη» Αβρότονον είναι αδαμάντινου ήθους, αλλά δύσκολα μπορεί να υπερβεί το στάτους της πόρνης)· και (στ) ότι τελικά η έννοια της ἐλευθερίας στην αρχαία Αθήνα ήταν τόσο σχετική, ώστε μια πόρνη, έστω και αν δεν ήταν αξιοσέβαστη και αν είχε περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, να απολαμβάνει πολύ πλατύτερων περιθωρίων κοινωνικής δράσης από ό,τι μια ελεύθερη γυναίκα, που όφειλε να υποκύψει στη βούληση του κυρίου της.

Συνεπώς, η επανάσταση της Παμφίλης δεν έχει μόνο επαναστατική δυναμική στα αρχικά πολιτισμικά της συμφραζόμενα: πάνω από όλα έχει ουτοπικό χαρακτήρα! Οι Ἐπιτρέποντες ξεμπροστιάζουν τα δύο μέτρα και δύο σταθμά του αθηναϊκού πολιτικού συστήματος, την ίδια στιγμή όμως που δεν παύουν να καταφάσκουν την Πόλιν ως το ιδεώδες σύστημα πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης. Η Νέα Κωμωδία εδράζεται σε ιδεολογία διασταλτική: η Πόλις διευρύνεται, τα στεγανά της καθίστανται πορώδη και οι παλαιοί αποκλεισμοί αίρονται με τρόπο μαγικό! Η Κωμωδία διαστέλλει την πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα της Αθήνας, διαστέλλει ακόμη και τον ίδιο τον νόμο των πιθανοτήτων, έτσι ώστε να ευθυγραμμίσει τη φυσική επιλογή (τη σαρκική έλξη) με την πολιτική αναγκαιότητα (την απόφαση ανδρών να δρομολογήσουν τον γάμο δύο Αθηναίων πολιτών ἐξ ἀμφοῖν ἀστοῖν, όπως επέβαλλε ο παλαιός νόμος του Περικλή, με σκοπό τον ἄροτον γνησίων παίδων). Η ουτοπία εξασφαλίζει την κωμική έκβαση των γεγονότων, αλλά δεν μπορεί παρά να επιχέει και μια ελαφρά μελαγχολική απόχρωση στη λύσιν. Η φαντασίωση συνιστά υπέροχο οξύμωρο· ενέχει κάτι το λυτρωτικό και πικρό συνάμα.

Τι κερδίσαμε, ως εκ τούτου, διδάσκοντας το κείμενο αυτό με τον τρόπο που διδάξαμε; Μήπως οδηγήσαμε τους μαθητές να εστιάσουν στα «κακά» της αρχαίας Ελλάδας, στην κοινωνική ανισότητα, τον σεξισμό, τη βία; Τι θέλει τελικά το ΝΑΠΣ, να κάνει τους μαθητές να μισήσουν την αρχαία Ελλάδα;

Πάπυρος της Οξυρρύγχου με απόσπασμα από κωμωδία του Μενάνδρου (Περικειρομένη). Wikimedia Commons.

Κάθε άλλο! Είναι βασικό οι μαθητές να αντιληφθούν ότι τα αρχαιοελληνικά κείμενα δεν διέπονται εξ ολοκλήρου από τη πομπώδη, ρητορική αυταρέσκεια ενός Επιταφίου, αλλά διασώζουν και στιγμές συγκινητικής αυτοκριτικής! Καίριο είναι ακόμη να αντιληφθούν την κολοσσιαία σημασία του γεγονότος ότι 2400 χρόνια πριν οι Έλληνες μπορούσαν να θέτουν τέτοια ζητήματα, όπως τα δύο μέτρα και δύο σταθμά της σεξουαλικής ηθικής, η θέση της γυναίκας, η έννοια του νόθου κτλ· μπορούσαν δηλαδή να στοχάζονται ανατρεπτικά πάνω στις πιο θεμελιώδεις προϋποθέσεις του πολιτικοκοινωνικού τους βίου. Μόνο συναισθανόμενοι την απόσταση αυτού του κειμένου από το σύγχρονο βίωμα μπορούμε να αντιληφθούμε το πολιτισμικό μεγαλείο του και την τεράστια ιστορική του σημασία! Αυτή η «αποδόμηση» της αρχαιότητας —το να θέτουμε δηλαδή ξανά στον εαυτό μας το ερώτημα γιατί και πώς είναι σπουδαία και «κλασική»— είναι η καλύτερη προϋπόθεση για την υλοποίηση του ευρύτερου στόχου της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης για κονστρουκτιβιστικά μοντέλα διδασκαλίας και μεταγνωστική επεξεργασία της γνώσης.