Tags

, , , , , , , ,


H Μήδεια του Ευριπίδη συλλαμβάνει την αλληλεπίδραση ανθρώπων και θεών με τρόπο πολύ διαφορετικό από ό,τι οι Τραχίνιες του Σοφοκλή και οι Πέρσες του Αισχύλου.

Το ζήτημα της σχέσης θεών και ανθρώπων και πιο συγκεκριμένα ο ρόλος των θεών ως εγγυητών της παγκόσμιας ηθικής τάξης αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα ερμηνείας της Μήδειας.

Andrea Schiavone, “Médée” (16ος αι., Μουσείο του Λούβρου). Wikimedia Commons

Η Μήδεια τελειώνει με μια μνημειωδώς περίπλοκη ερμηνευτικά σκηνή: η παιδοκτόνος, με τα πτώματα των παιδιών της στα πόδια της, αποδιδράσκει πάνω στο άρμα του παππού της, του Ήλιου, για να βρει καταφύγιο στην Αθήνα, μια πόλη που είχε προηγουμένως χαρακτηριστεί ως η χώρα της θεϊκής τάξης και αρμονίας. Θεατρικά μάλιστα, η απόδραση αυτή ανατρέπει ειρωνικά τη σύμβαση του θεοῦ ἀπὸ μηχανῆς, ο οποίος συμβατικά εμφανίζεται πάνω στη μηχανήν, για να επιφέρει τη λύση: η Μήδεια στην τελική σκηνή είναι ον πέρα από τον άνθρωπο: θεός, θηρίο ή μήπως κάτι ανάμεσα στα δύο, Ερινύς;

Η Μήδεια δεν επιτρέπει ουσιαστικά στον θεατή να καταλήξει σε εύκολα και οριστικά συμπεράσματα για την ερμηνεία αυτών των γεγονότων. Αποτελεί το τέλος αυτό έργο των θεών; Το περίεργο είναι ότι οι προφανείς σκηνικές ενδείξεις οδηγούν ενοχλητικά σε μια απάντηση καταφατική. Κι όμως, πώς είναι δυνατόν μάνα που διέπραξε έγκλημα τόσο στυγερό με στόχο την εκδίκηση και την προάσπιση της προσωπικής της τιμής να λαμβάνει τη στήριξη και τη βοήθεια του θεϊκού κόσμου; Υπάρχει στο τέλος της Μήδειας θεία δικαιοσύνη; Αν ναι, τι είδους δικαιοσύνη είναι αυτή; Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα γεννώνται (και μένουν μετέωρα) στη Μήδεια τη στιγμή ακριβώς που ο θεατής ματαίως περιμένει την ευκαιρία να βάλει σε τάξη την τρικυμία των συναισθημάτων του. Η Μήδεια απαγορεύει στο τέλος κάθε αίσθηση τέλους (κατάληξης)!

Η προετοιμασία αυτής της ἀπορίας με την οποία ο Ευριπίδης εντείνει το τραγικό και βαθαίνει την υπονόμευση της κρατούσας ιδεολογίας είναι στο έργο αυτό συστηματικἠ. Επανειλημμένα τόσο η Μήδεια όσο και οι χαρακτήρες που τη συμπονούν (η Τροφός, ο Παιδαγωγός, ο χορός) επικαλούνται ένα σύστημα αξιών των οποίων εγγυητές είναι οι θεοί και δη οι θεοί προστάτες του όρκου και της οικογένειας (όπως η αμφίσημη θεά Εκάτη, «που ζει στον μυχό της δικής μου εστίας»): την τιμήν, την πίστιν, τη φιλίαν. Ξανά και ξανά η Μήδεια απευθύνεται στους θεούς αυτούς (στην Εκάτη, την Άρτεμη, τη Θέμιδα, τον ίδιο τον Δία) ως μάρτυρες της αδικίας και της προσβολής που υφίσταται και ως κολαστές των εγκλημάτων του «κατάρατου» Ιάσονα. Η Μήδεια δηλαδή τοποθετεί τις πράξεις του Ιάσονα σε ένα πλαίσιο ηθικοθρησκευτικό, στο οποίο η προδοσία του οίκου ισοδυναμεί με ανατροπή των συμπαντικών ηθικών κανόνων, των οποίων επάξιοι εγγυητές είναι οι θεοί. Η εικόνα αυτή της συμπαντικής αταξίας την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του Ιάσονα αποδίδεται καλύτερα στους στίχους 410-27 και στην περίφημη φράση ἄνω ποταμῶν χωροῦσιν ἱεροὶ χοροί.

Και όμως η Μήδεια η ίδια έχει καταπατήσει τους δεσμούς της φιλίας, όταν προδίδει τον πατρικό της οίκο, όταν δολοφονεί τον αδελφό της για χάρη του Ιάσονα και πάνω από όλα όταν δολοφονεί τα παιδιά της παραβιάζοντας την πιο ιερή σχέση αίματος για χάρη της ηρωικής τιμῆς. Η Μήδεια η ίδια καταρρακώνει την ικεσία, τη θεϊκή προστασία της οποίας επικαλείται (168), όταν τη χρησιμοποιεί υποκριτικά, με σκοπό να παραπλανήσει και να παγιδεύσει τους εχθρούς της. Η Μήδεια είναι χαρακτήρας που οικειοποιείται αρχές, αξίες και συστήματα ηθικής κατά το δοκούν — κι όμως στο τέλος, επαναλαμβάνουμε, αυτοί οι όρκιοι θεοί φαίνεται να τη ξεπροβοδίζουν σε μια καινούρια καριέρα ἀπιστίας και εγκλήματος στην Αθήνα, για την εξασφάλιση της οποίας μάλιστα εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι σε αντίθεση με τον Ιάσονα (και με την ίδια) ο Αιγέας θα παραμείνει πιστός στις θρησκευτικές του υποχρεώσεις ακόμη και ενόψει των φρικτών εγκλημάτων της ξένης του.

Ο Ευριπίδης στη Μήδεια παράγει μια συγκεχυμένη, θα έλεγε κανείς ειρωνική, εικόνα για τη σχέση θεών και ανθρώπων, η οποία φαίνεται να αποκλείει την αίσθηση που συχνά δημιουργούν οι Έξοδοι του Σοφοκλή και του Αισχύλου, ότι δηλαδή παρά την ανθρώπινη τάση προς την υπερβασία το σύμπαν αποτελεί κόσμον, δηλαδή εύτακτο και συγκροτημένο ηθικό σύστημα, την αρμονία του οποίου εγγυώνται οι ίδιοι οι θεοί και ειδικά ο Ζεὺς κολαστής.

Προτομές των τριών μεγάλων τραγικών (από τα αριστερά: Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αισχύλος). Ny Carlsberg Glyptotek (Wikimedia Commons)

Η παρέμβαση των θεών στην Ιστορία για αποκατάσταση της ανισορροπίας και της αναταραχής που επιφέρει ο ανθρώπινος κόρος, η αλαζονεία, η ὕβρις (στις θεολογικές, ηθικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες διαστάσεις της) είναι στους Πέρσες του Αισχύλου ευθεία και ορατή.

Οι θεοί δίνουν και οι θεοί παίρνουν στους Πέρσες, αν και πάλι οι ανθρώπινες ενέργειες είναι προϊόν ελεύθερης προσωπικής επιλογής. «Αν στο χαμό σου μόνος σου τρέχεις, τρέχει κι ο θεός»: αυτή η αξεδιάλυτη συναρμογή της θεϊκής και της ανθρώπινης αιτιότητας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αρχαϊκής και της πρώιμης κλασικής ελληνικής σκέψης.

Η θεϊκή επενέργεια στους Πέρσες προσωποποιείται και συγκεκριμενοποιείται στην αντίδραση του θεοποιημένου φυσικού στοιχείου (της γης και της θάλασσας: βλ. «ιερός» Ελλήσποντος, «θείος» Βόσπορος) στην υπερβασία του Ξέρξη.

Ο Δαρείος – μορφή ο ίδιος ανάμεσα στον θεό και τον άνθρωπο, εκφράζεται στην τραγωδία με το διπλό κύρος αφενός της μεγάλης ποιητικής παράδοσης αφετέρου της οριακής του θέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό. Ο Δαρείος υπήρξε εν ζωή το πρότυπο του βασιλιά που γνωρίζει και σέβεται τα όρια. Η μετρημένη αυτή στάση μεταφράζεται θεατρικά σε εικόνες χλιδής και μεγαλοπρέπειας (το λαμπρό του κοστούμι, η γνήσια νομιμοφροσύνη του χορού) — αλλά ενός είδους που βρίσκεται πέρα από τη φθορά. Αντιθέτως η χλιδή του Ξέρξη καταρρακώνεται μαζί με τα κομμάτια του υπέρογκου και υπέρκομπου στρατού του.

Οι Τραχίνιες του Σοφοκλή επίσης, παρά την εμπλοκή τους με αγωνίες καθαρά κλασικές και μάλιστα ενίοτε με ριζοσπαστική διάθεση που απηχεί το νέο πνεύμα (ζητήματα φύλου, κοινωνικής ιδεολογίας κτλ), κατατείνουν εν τέλει στην ίδια ουσιαστικά κατάφαση (μια κατάφαση αρχαϊκή, γνωστή ήδη από την Ιλιάδα): ότι αδιαπέραστο φράγμα χωρίζει τους θνητούς από τους αθανάτους. Αυτή είναι η κοινή συνισταμένη των τριών κυριότερων θεματικών συστάδων του έργου: της γνώσης, του χρόνου και του πάθους.

Θεοί και άνθρωποι στις Τραχίνιες κινούνται σε διακριτές σφαίρες ύπαρξης: οι θεοί δεν παρεμβαίνουν στην Ιστορία, όπως στους Πέρσες. Οι θεοί, προνομιούχοι κάτοχοι γνώσης, την οποία ενίοτε διαθέτουν στους ανθρώπους με τη μορφή των χρησμών, αν και οι τελευταίοι δεν τη συλλαμβάνουν παρά μόνο εκ των υστέρων και όταν πια είναι αργά, είναι πέρα από τον χρόνο. Η μακροσκοπική όραση των θεών, που αντιπαραβάλλεται κάθετα στη κοντόφθαλμη αντίληψη των ανθρώπων, τους απαλλάσσει εξ ορισμού από την κοινή ανθρώπινη τάση για αντιδράσεις βίαιες και σπασμωδικές ενώπιον της μεταβολής.

Για τους ανθρώπους ο χρόνος κινείται γραμμικά· για τους θεούς είναι κυκλικός και επαναλαμβανόμενος. Ακόμη και ο θάνατος, που για τους ανθρώπους συνιστά τραγικό τέλος, για το αθάνατο στοιχείο (για τη φύση που αποτελεί τάξη ομόλογη με τη θεϊκή) αποτελεί συνθήκη ανανέωσης και αναγέννησης.

Οι Τραχίνιες τελειώνουν με μια φράση αινιγματική: οὐδὲν τούτων ὅ,τι μὴ Ζεύς. Δεν προσδορίζεται ακριβώς σε τι αναφέρεται το τούτων, σε ποιο βαθμό δηλαδή η Διὸς βουλή διεισδύει στη λεπτομέρεια των γεγονότων που μόλις βιώσαμε (όπως συμβαίνει, π.χ., στην Ιλιάδα, όπου οι θεοί εμπλέκονται με το καθ’ ἕκαστον της πλοκής). Η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι θέλημα του Δία ήταν η επικύρωση, η επανεπιβεβαίωση των ορίων μεταξύ των ανθρώπων και των θεών, τα οποία ο μέγας ηρωικός κολοσσός, ο Ηρακλής, έθεσε έστω προσωρινά εν αμφιβόλω.