Tags

, , , , , , , ,


H Κύπρος επί της ουσίας απουσίαζε από την ελλαδική λογοτεχνία της μεταπολιτευτικής περιόδου. Με εξαίρεση το μικρό αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη το 1989 και ίσως μερικές μεμονωμένες άλλες αναφορές που μου διαφεύγουν, η ελλαδική λογοτεχνία αντιμετώπισε την κυπριακή τραγωδία ως ταμπού.

Οι αιτίες που «το κυπριακό δεν πουλούσε» υπήρξαν ποικίλες: ίσως μια κοινωνία που επειγόταν να ανασυγκροτηθεί δεν μπορούσε παρά να στραφεί προς τα μέσα, να δώσει προτεραιότητα στο εσωτερικό· ίσως ο φυσιολογικός δισταγμός να ξύσουμε εθνικές πληγές, να θυμηθούμε «οἰκήϊα κακά»· ενδεχομένως κάποια ψυχολογική κόπωση· και αναμφίβολα το γεγονός ότι μοιραία προκαλούσε αντίδραση το να εκλαμβάνεται ως οικτρό θύμα μια κοινωνία, η κυπριακή, που αντίθετα με αυτή της μητρός πατρίδος ανθούσε οικονομικά, αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και συμπεριφερόταν (και συμπεριφέρεται) με απειρόκαλο νεοπλουτισμό…

Και ξαφνικά, μέσα σε ένα διάστημα μικρότερο της διετίας (2008-2009) εμφανίζονται στο προσκήνιο όχι ένα αλλά τρία μείζονα λογοτεχνικά έργα με αποκλειστικό θέμα την Κύπρο γραμμένα από Ελλαδίτες: το θεατρικό του Βασίλη Κατσικονούρη Οι Αγνοούμενοι: Μια ενδιαφέρουσα ζωή (Κέδρος 2008) και τα μυθιστορήματα των Βασίλη Γκουρογιάννη Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (Μεταίχμιο 2009) και Μιλτιάδη Χατζόπουλου Εν μέρει ελληνίζων (Εστία 2009).

Κανένα από τα τρία αυτά έργα δεν πέρασε απαρατήρητο. Το έργο του Κατσικονούρη έσπασε ταμεία σε Ελλάδα και Κύπρο, ενώ το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη ήταν υποψήφιο για το λογοτεχνικό βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω».

Παρά τον κάπως μελοδραματικό τίτλο του, το Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή είναι έργο γνήσιας λογοτεχνικής έντασης, που φτάνει ενίοτε στα όρια μαζοχιστικής σκληρότητας. Ο Γκουρογιάννης πραγματεύεται τη μετατραυματική πάλη μιας ομάδας βετεράνων καταδρομέων της Κύπρου με την πολιτεία, τον εαυτό τους και την Ιστορία: την Ιστορία ως συλλογική μνήμη και κυρίως ως συλλογική αμνησία. Υπάρχουν σκηνές που εμφυτεύονται ανεξίτηλα στη μνήμη: η παράκρουση του βετεράνου ΕΛΔΥΚάριου πάνω από τον τάφο των νεκρών συντρόφων του· το νεκρωτικό άγγιγμα του ζητιάνου στο χέρι του πρωταγωνιστή· ο πατέρας και το ανάπηρο παιδί στην παραλία.

Το έργο του Χατζόπουλου, αν και σαφώς ακαδημαϊκότερο, εγκεφαλικότερο στη σύλληψη και την εκτέλεσή του σε σύγκριση με τα κρουστά και παλλόμενα έργα των άλλων δύο, τολμά επίσης να ακραγγίξει, με υφέρπουσες τάσεις ρεβιζιονισμού, την εφεκτικότητα μιας ομάδας μεγαλοαστών Κυπρίων απέναντι στον αγώνα της ΕΟΚΑ, την Ένωση, ακόμα και την ίδια την ελληνικότητά τους.

Το θεατρικό του Κατσικονούρη, κατά τη γνώμη μου η πιο πρωτότυπη λογοτεχνική πραγμάτευση του θέματος των αγνοουμένων μετά τον Θόλο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, είναι καλύτερα γνωστό στην Κύπρο χάρη στο επιτυχημένο ανέβασμά του από το Θέατρο «Επίγονοι». Στο έργο οι αγνοούμενοι είναι σκιά που βαραίνει τις ζωές όλων εκείνων που περιμένουν: κάποιοι από τους τελευταίους επιθυμούν να προχωρήσουν· κάποιοι παραμένουν πεισματικά προσηλωμένοι σε μια μνήμη παραλυτική, αδιέξοδη και εν τέλει μοιραία. 

Η σχεδόν ταυτόχρονη, στην κλίμακα του ιστορικού χρόνου, εμφάνιση των τριών αυτών έργων συνιστά γραμματολογικό φαινόμενο αξιομνημόνευτο αφ’ εαυτού. Είναι νωρίς ακόμη να εικάσουμε τη σημασία αυτής της συγκυρίας – αν πρόκειται για συγκυρία και αν έχει κάποια σημασία. Πρόκειται μήπως για απλή σύμπτωση, όπως ίσως κάποιοι από τους συγγραφείς θα ισχυριστούν; Ή μήπως πρόκειται για κάποιου είδους «πύκνωση», κατά τον όρο του Δημαρά, που σηματοδοτεί την επανάκαμψη της Κύπρου και του Κυπριακού στο ελλαδικό φαντασιακό;

Αν ναι, γιατί τώρα; Τι έχει αλλάξει, αν κάτι όντως άλλαξε; Είναι αυτή η πιθανολογούμενη αλλαγή σημάδι αναθέρμανσης ενδιαφέροντος ή μήπως η Κύπρος δεν είναι πια ταμπού, επειδή ακριβώς, πέρα από τη χρονολογική, επήλθε στην Ελλάδα (όπως και εδώ…) ψυχολογική αποστασιοποίηση από τα γεγονότα, τέτοια που επιτρέπει πια την καινοτόμο λογοτεχνική τους μετουσίωση;

Μήπως η επίμονη, σχεδόν ψυχαναγκαστική ενδοσκόπηση, τα αισθήματα ενοχής που άρτι εγκατασπείρονται στις συνειδήσεις Ελλαδιτών και Κυπρίων, δημιουργούν γόνιμο έδαφος για λογοτεχνικές αναζητήσεις αντίμολες των πρώην, άρα πρωτότυπες;

Μήπως η ελλαδική πεζογραφία απλά αναζητεί το Μεγάθεμα που της λείπει εδώ και χρόνια;

Ή μήπως απλά αναζητώντας καρκινοβατεί, με αποτέλεσμα, στις περιπλανήσεις της, να χαϊδέψει φευγαλέα και την Κύπρο, για να αναχωρήσει ξανά προς άλλες ατραπούς;

Όλα αυτά είναι απλά αφετηρίες για προβληματισμό. Όλα είναι πιθανά. Προσωπικά δεν έχω και δεν θα μπορούσα να έχω την απάντηση. Την απάντηση μπορεί να τη δώσει μόνο ο χρόνος και αυτή δεν μπορεί παρά να αποτελεί συνάρτηση της ποσοτικής και ποιοτικής επίπτωσης που τα τρία αυτά έργα θα έχουν (ή δεν θα έχουν) στο σώμα της ελλαδικής λογοτεχνίας.

Το σίγουρο είναι ότι τα ιστορικά ρεύματα που χαράσσουν το συλλογικό μας υποσυνείδητο και υπαγορεύουν τις λογοτεχνικές μας επιλογές είναι συχνά υποδόρια και μπορούν να διαγνωστούν μόνο αναδρομικά. Σπανίως οι συγγραφείς διαθέτουν πλήρη επίγνωση των ρευμάτων αυτών, η δε αίσθηση που έχουν για τα έργα τους και για τις πηγές της έμπνευσής τους δεν είναι, σε τελική ανάλυση, παρά η προσωπική τους ανάγνωση. Τα έργα μας συχνά μας ξεπερνούν, ακόμη και μας διαφεύγουν. Οι συγγραφείς ελέγχουν (και πάλι εν μέρει) την παραγωγή, αλλά όχι την πρόσληψη των βιβλίων τους. Είναι όμως η πρόσληψη και όχι η παραγωγή, η προστιθέμενη αξία ενός έργου και όχι τα αρχικά κίνητρα της συγγραφής του που καθορίζουν την ιστορική του μοίρα.

Το μέλλον θα δείξει. Προς το παρόν έχουμε στα χέρια μας τρία έργα που δικαιούνται να προσεχθούν. Ας τα προσέξουμε!

[Η ΑΡΧΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΠΟΨΗ”]

Advertisements