Σε ξύπναγε συχνά μεσονυκτίς η ένοχη λαγνεία του μισεμού.
Μακάριος ὃς ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν
 
Άλλοτε φεύγανε για την Ανατολή
Mα ήταν άλλα χρόνια εκείνα, άλλοι αιώνες
τότε ο ήλιος φόραγε σωβράκες περσικές
κι η πίκρα ήταν σκληρή μα ήταν δική μας
 
Εκεί που πας
τον ύπνο τους στοιχειώνει ο Βησσαρίωνας
με την τιάρα εκείνη που λευκάζει
όπως η κάρα άταφου νεκρού μες στο λιοπύρι.
 
Ὑπὸ ἡδονῆς, ὑπὸ γλυκοθυμίας
μας ξέβρασε σε τούτη τη γωνιά
ο Άη Νικόλας που περιφρονήσαμε
 
Κι ας φώναζε ο γελοίος Σιληνός
— τι ξέρει αυτός με την καμπούρα του και τη μυτόγκα του! —
ἐν μεσημβρίᾳ μὴ διαλεγομένους
 
Δεν σε ξεχνούν
αυτές που σε λιβάνιζαν μ’ αγίασμα και μ’ εικονίσματα, με φυλαχτά
απλές γυναίκες του λαού, λιγάκι αφελείς, λιγάκι αλλοπαρμένες
γονατιστές και σιωπηλές σε κάτι παρεκκλήσια του χαμού
γιατί δεν θέλουν να τις δεις· φοβούνται τον αβασκαμό
μα ίσως και να ντρέπουνται.
 
Σε καταριούνται αυτοί που αποζητάς
 
άρχοντες κρυπτοχριστιανοί στραβώνοντας το φέσι τους
ανθύπατοι λαμπροί με τα καλοξεσμένα τους λατινικά
 
οι μάνες των παιδιών που προδοθήκαν
 
και όλοι εμείς που δεν αντισταθήκαμε
στους Λωτοφάγους.
 
 

(Cambridge, 2003)