ἦλθ’ ἦλθε χελιδών
καλὰς ὥρας ἄγουσα
καλοὺς ἐνιαυτούς
 
PMG 848.1-3
 

I.

 
Ορμάς μπροστά
Το μάτι πνίγεται στην απεραντοσύνη των ονείρων σου
Πού θες να πας;
Πού σε αρμυρίζει η τρέλα σου κι η νιότη σου;
 

II.

 
Με ζύγιασες
Στο βλέμμα σου λαμπύριζε η πυρά των κολασμένων
Semovenda est voluptas
ad maiora quaedam nati sumus.
 

III.

 
Τριγύριζες σαλός στα στενοσόκακα
Ύφαινες λέξεις, μα κουβέντα σε κανένα.
 
Τις νύχτες δεν κοιμόσουνα ποτέ
Ένοχες σιωπές βρυκολακιάζανε τον ύπνο σου
Και μακρινές απαντοχές στο βάθος των καιρών
 
Νεώτατος … οὔτε τι λίην ἄλκιμος … οὔτε φρεσὶν ἡ̨̃σιν ἀρηρώς
 
Κι ένα χαμόγελο στα χείλη σου ανέκφραστο αινιγματικό
Ποιος είσαι άραγε; Ποιος είσαι;
 
Ξένος ζυμώθηκες στους ξένους
Κι όμως τους ήξερες χιλιάδες χρόνια
Περιπλανιόσουν
Κι οι πόρτες σφάλιζαν ορμητικά στο διάβα σου
Κραυγές – και κλάματα – κι οργή – κι απελπισία
 
Γιατί γύρισες;
Καταραμένε, γιατί γύρισες;
 
Όνομα πλέει στον κόρφο σου αβέβαιο και θολό
Νύξη που ουρλιάζει
 
μνῆμα κυνῶν
ένα κουπί αδικαίωτο στο χώμα
“δόξα και έπαινος”
 
Γιατί γύρισες;
Καταραμένε, γιατί γύρισες;
 
Ρουφούσες την υγρή σκιά που ακολουθεί
κι ύστερα χάνεται
 
Ποιος είσαι;
 
Μια ανάμνηση αμυδρή σαν ίσκιος στην πρωινή ομίχλη
Ήταν δική σου;
Η μάγισσα, εκείνη, το κρασί, η κραιπάλη
Έπεσε! Έπεσε!
Ποιος είμαι;
 
Πηχτή σαν λύθρος και σαν θάνατος ηδονική αγωνία
 
κι έπειτα ο ίδιος εφιάλτης, τα ανήλια υπόγεια
τα μουγκρητά κι οι οιμωγές
Ο βασιλιάς καταπτοημένος απ’ τις τύψεις του
τ’ όνειρο ξεγλιστρά και χάνεται
μόνο δυο λέξεις:
Ἀλλά με κακκῆαι σὺν τεύχεσιν
πῆξαι δέ…
 

IV.

 
Το πλήθος τρέχει… Ο πανικός… Κουράστηκες πολύ
Την έρημο στα μάτια τους στο βάθος να κοιτάζεις
Είναι μικροί και δυστυχούν
Κατρακυλούν θολοί
Ανόητοι Ανόητοι Ανόητοι
Και δειλοί
 
Αστράφτει η δίψα τους
Ξερή
Κι ο Χάρος
Φάρος
Τους τυφλώνει
 
Κι ο πανικός εκρήγνυται μες τις ματιές τους.
 

V.

 
Σε είπαν Βούδα, Ιησού, Γιαχβέ,
Ώσπου θυμήθηκαν το όνομά σου
Δυστυχισμένοι άνθρωποι, μικροί
Πώς θα μπορούσες σε μια λέξη να κλειστείς
Εσύ που έσπασες τα όρια της λέξης;
Δεν ήσουν ο Ελπήνορας
Ήσουνα όλοι αυτοί που ανέκαθεν γυρίζουν
για να στοιχειώσουνε το μέρος που γεννήθηκαν.
 

VI.

 
― Πού θα με βρεις;
―Στα υψίπεδα όπου με τρώνε οι γύπες
Και διαμερίζονται τις σάρκες μου τα ξωτικά
 
Δεν είναι φλόγα αυτή
Δεν είναι ο ήλιος που καψάλισε το δέρμα μου
Είναι η Καρδιά που ξεπροβάλλει από τους βράχους.
 
Μα αποτελεύει πια η ώρα της μεγάλης άσκησης
Και σίμωσε η στιγμή που θα κατέβω
Και θα κρατώ στον νάρθηκα Ελπίδα μπιστικιά
ἀγχίπουν ἄτην
 
Ποιος είσαι;
― Eίμαι η κίνηση της θάλασσας
Μέσα στη ρυπαρή σιωπή της νηνεμίας.
 

VII.

 
Και κοίταξες βαθιά
Τα λόγια εκείνα τα ειρωνικά εγκάρσια βούιζαν στο κεφάλι σου
«Ἐλπῆνορ, πῶς ἦλθες ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα;»
κι έσφιξες τη γροθιά με πείσμα κι αγανάκτηση
κι έμπηξες την ανάσα σου, χρόνια είκοσι, στο κρέας.
 
― Τι θες εδώ;
― Ήρθα πέρα απ’ τα όριά σας να σας σπρώξω.
― Να μας σώσεις;
― Να σας σκοτώσω!
 

VIΙI.

 
Το μήνυμά σου αντήχησε μακριά
Κι ήσουνα εσύ ο Ένας και ο Ων
Ελπήνορα της πίκρας και της λησμοσύνης
 
Κι αγνάντεψες μακριά
Το μάτι πνίγουνταν στην απεραντοσύνη των ονείρων σου
Κι είπες:
― Πολέμα την αλαζονεία μου, μην την τσακίσεις!
 
 

Οδυσσέας και Ελπήνωρ. Αττική ερυθρόμορφη πελίκη του πρώτου μισού του 5ου αι. Museum of Fine Arts, Βοστώνη.

Advertisements