Tags


 
καὶ λέγει, οὐκ ἔστιν φωνὴ ἐξαρχόντων κατ’ ἰσχὺν οὐδὲ φωνὴ ἐξαρχόντων τροπῆς, ἀλλὰ φωνὴν ἐξαρχόντων οἴνου ἐγὼ ἀκούω
 
 
Περπατούσαμε γυμνοί παντού
Κι ήταν η καρδιά μας με όλα ξένη.
Να ᾽μασταν τυφλοί ή μεθυσμένοι;
Ή στην παραζάλη πυρετού;
 
Θεός αέρας σκίζει και πονεί
σαν τρυφερή αγκαλιά μας μάγεψε τ’ αμόνι
μέσα στην πέτρα και μέσα στη σκόνη
γυμνοί μοιραίοι κοινοί.
 
**
 
Ο γέρος θα ᾽ρθει;
Εκεί ψηλά γυρεύει τον Γιεχβά
 
Τον βρήκε;
Ο μόσχος ο χρυσός ζητάει να τον χλευάσει.
 
Ίσως και να κουράστηκε πια ο γέρος να ρωτά
Κι επέστρεψε στης σιωπής το λίκνο να πλαγιάσει
 
Γυμνός
Χωρίς αιδώ αψηφάει την παγωνιά
 
Ο θάνατος έχει θαρρείς μ’ αηδία προσπεράσει.
 
Δεν θα το βρει, το ξέρει πια, ό,τι χρόνια αναζητά.
Ίσως στ᾽ αλήθεια να’ χει πια τι αναζητά ξεχάσει.
 
 

Antonio Molinari (1655-1704), “Adoration of the Golden Calf”. Μουσείο Hermitage (Wikimedia Commons)

Advertisements