Tags

, , ,


Αν κάτι κάνει την ποιητική ματιά του Charles Simic να ξεχωρίζει, να ασκεί ακαταμάχητη γοητεία αλλά και να παραμένει πεισματικά ανθεκτική στη μίμηση, όπως έγραψε κάποτε και το New York Times Book Review, είναι μεταξύ των πολλών άλλων χαρισμάτων του και η μοναδική ενορατική δύναμη με την οποία μεταμορφώνει σε περίεργα, φευγαλέα αλλά σαγηνευτικά ποιητικά σύμβολα τα πιο τετριμμένα και ταπεινά, τα πιο κοινά και συνηθισμένα καθημερινά αντικείμενα.

Οι παλιοί Ρώσοι φορμαλιστές ίσως να μιλούσαν για “ανοικείωση”. Στην πραγματικότητα πρόκειται για περίτρανη απόδειξη ότι το ποιητικό άγγιγμα σκοπό έχει να μετουσιώνει και να μεταρσιώνει την αγοραία καθημερινότητα. Η τελευταία αυτή φράση μοιάζει ομολογουμένως η ίδια με αγοραίο κλισέ, αλλά στα χέρια του Simic αποκτά πραγματικά φρέσκια διάσταση.

Ο Charles Simic έγραψε δυνατά ποιήματα για είδη ένδυσης και υπόδησης (“The Shirt“, “My Shoes“), για κουζινικά εργαλεία και έπιπλα (“Fork“, “The Spoon”, “Knife”, “Table”), για φρούτα και λαχανικά (“Watermelons”, “The Melon”, “Cabbage”) και άλλα πολλά παρόμοια. Αν είμαστε καλά, θα μεταφράσουμε γι’ αυτό το ιστολόγιο μερικά από τούτα τα ποιήματα. Ξεκινάμε σήμερα με τους ιδιόρρυθμους “ύμνους” του Simic στα δυο πιο αγαπημένα μας καλοκαιρινά φρούτα: το καρπούζι και το πεπόνι!

ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ (“WATERMELONS”)

Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή Return to a Place Lit By a Glass of Milk (1974). Μπορείτε να διαβάσετε το πρωτότυπο εδώ.

Πράσινοι Βούδες
Στη φρουταρία
Τρως το χαμόγελο
Φτύνεις τα δόντια
 

Όλοι κι όλοι τέσσερις κοφτοί, ολιγοσύλλαβοι στίχοι, σε βαρύ ρυθμό staccato, που στηρίζονται στην εναλλαγή, ανά δίστιχο, του ανοίκειου και του οικείου (α΄ δίστιχο: Βούδες-φρουταρία), και ανάποδα του αναμενόμενου και της έκπληξης (β΄ δίστιχο χαμόγελο / δόντια). Πρόκειται για χιαστί δηλαδή διάταξη του απροσδόκητου και του τετριμμένου (απρ τε / τε απρ), του απολαυστικού και του grotesque (καθώς η ήμερη ηδονή της καρπουζόψιχας στα χείλη αποδίδεται με μία εικόνα που θυμίζει, τουλάχιστον σε μένα, σπαραγμό και ωμοφαγία!). Τη μυστική συμβολική ουσία αυτού του τόσο κοινού φρούτου τελικά ο ποιητής οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει, ἀλλὰ σημαίνει.

 

ΤΟ ΠΕΠΟΝΙ (“THE MELON”)

Πιο πρόσφατο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Poetry (τεύχος Ιουλίου/Αυγούστου 2009). Μπορείτε να διαβάσετε το πρωτότυπο εδώ.

Υπήρχε ένα πεπόνι φρεσκοκομμένο από τον κήπο
τόσο ώριμο, που οι χυμοί του, ρουφηχτό φιλί,**
γαργάριζαν σαν το μαχαίρι το ᾽κοβε έξι φέτες.
Θ’ άνοιγαν πάλι τα σχολεία των παιδιών.
Η μάνα τους, που μοίραζε τριγύρω πιάτα χάρτινα,
δεν ήτανε γραφτό να δει φύλλα του φθινοπώρου.
 
Θυμάμαι ακόμη και μια σφήκα
που χίμηξε από τ’ ανοιχτό παράθυρο
με λάγνο πάθος για το γινωμένο φρούτο.
Κι εμείς σκύβαμε κι ουρλιάζαμε
σκεπάζαμε τις κεφαλές, τα πρόσωπα,
Κι όταν πια έφυγε, ξεσπάσαμε στα γέλια.
 
 

Εδώ η ηδονική εμπειρία του παρόντος και η αθώα, ανυποψίαστη παιδική ανάμνηση συνυφαίνεται με μια υπόγεια, βαθιά μελαγχολία, μια υφέρπουσα μελλοντική απειλή. Η σχέση ανάμεσα στο καλοκαιρινό παρόν και το φθινοπωρινό εγγύς μέλλον, το ώριμο φρούτο και τη σφήκα, τη γυναίκα στην ακμή της και το φάσμα του θανάτου, που μας σκιάζει αλλά που το ξορκίζουμε μέχρι που δεν μας παίρνει πια, είναι αυτή τη φορά αρκετά διαυγής.

** Ο ποιητής χρησιμοποιεί την εκφραστικότατη ηχοποιητική λέξη slurp, που περιγράφει τον χαρακτηριστικό υγρό ήχο που κάνει κανείς όταν ρουφά.