Cuius genus duplex est: nam altera est alba, altera nigra.

ΙΣΙΔΩΡΟΣ, Etymologiae, 17.7.45

Άμα θα νιώσεις το άρωμα θεσπέσιας μουσικής
να σε χαϊδεύει σαν ξωθιά με χάδι βελουδένιο,
βαθιά στα μαύρα δώματα που αιώνιος κατοικείς
πετιέται αέρινη φωνή με αυλό παραμυθένιο.
 
Να την πιστέψεις. Πίσω της να τρέξεις μην ντραπείς
κι όταν η πάχνη του πρωινού το μέτωπό σου υγράνει,
πως είναι πλάνη μην σκεφτείς κι όνειρο μην το πεις,
ας τη Νεράιδα τις πληγές μ’ ένα φιλί να γιάνει.
 
Θα σε τυλίξει, ίδια παιδί, σε φάσκια συννεφένια
Και θα πετάξετε άυλοι σ’ έκσταση ροδαλή.
Ωσάν ξυπνήσεις, δεν θα δεις τα χείλη τα μελένια.
Στα φύλλα, τ’ άσπρα, τα σταχτιά, ζει το ένα της φιλί.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Servius, σχόλιο στον Βεργ. Εκλ. 7.61: Leuce, Oceani filia, inter nymphas pulcherrima fuit. hanc Pluton adamavit et ad inferos rapuit. quae postquam apud eum completo vitae suae tempore mortua est, Pluton tam in amoris, quam in memoriae solacium in Elysiis piorum campis leucen nasci arborem iussit, ex qua, sicut dictum est, Hercules se, revertens ab inferis, coronavit.

 
 

This slideshow requires JavaScript.

 
Advertisements