Tags

, , , , , , , , , ,


O σκηνοθέτης Εύης Γαβριηλίδης, ο πιο επιτυχημένος σύγχρονος διδάσκαλος του Μενάνδρου

Με αφορμή την αναβίωση από τον ΘΟΚ φέτος τον Οκτώβριο της ιστορικής “Σαμίας” του Εύη Γαβριηλίδη, η οποία ανέβηκε για πρώτη φορά το 1993-1994, οι “Λωτοφάγοι” επιθυμούν να μεταφέρουν στο θεατρόφιλο κοινό λίγες βασικές πληροφορίες για τον Μένανδρο και το είδος της κωμωδίας που υπηρέτησε, τη λεγόμενη “Νέα” Κωμωδία.

Η παράσταση του Γαβριηλίδη θεωρείται δικαίως ένα από τα ιστορικά επιτεύγματα του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Ο Γαβριηλίδης προβληματίστηκε πολύ για τον αποδοτικότερο τρόπο παράστασης των ιδιοσυγκρασιών του Μενάνδρου ενώπιον ενός σύγχρονου κοινού. Κατέληξε στην επιλογή, πρώτον, να μεταγράψει την Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ στην Αθήνα της belle époqueδηλαδή την περίοδο από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και δεύτερον, να ντύσει το είδος της μετακλασικής κωμωδίας που υπηρέτησε ο Μένανδρος με τον “παραστασιακό μανδύα”, κατά την έκφρασή του, του κωμειδυλλίου.

Η αφίσα της παράστασης του 1993-4

Η παράσταση, αν και σαφώς ελευθεριάζουσα σε σχέση με τα ιστορικά χαρακτηριστικά της Νέας Κωμωδίας ως είδους, σημείωσε λαμπρή επιτυχία. Η μετάφραση του πρόσφατα και πρόωρα χαμένου Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011), με τον ειδικά σχεδιασμένο ήπιο καθαρευουσιανισμό της, συνέλαβε αυτό ακριβώς το κλίμα της αστικής, ολίγον τι εστέτ, ελαφρότητας που συνδέεται με την μπελ επόκ. Χαρακτηριστική του ύφους της παράστασης είναι η ακόλουθη ωδή – προσθήκη των Βαρβέρη και Γαβριηλίδη στο πρωτότυπο κείμενο του Μενάνδρου:

Ἄν θὰ γεννηθῇ παιδίον
μόνος γνώστης τὸ αἰδοῖον.
Τὶς εἰσῆλθεν εἰς τὸ αἰδοῖον
τὸ γνωρίζει τὸ παιδίον.
Τίνος εἶναι τὸ παιδίον
ἄς ἐρωτηθῇ τὸ αἰδοῖον.
Προφανῶς αὐτὸ γνωρίζει
ὅταν ἐκ τῆς ἡδονῆς του σφύζῃ.
 

Η επαναφορά των λέξεων αιδοίον και παιδίον, όσο κι αν ακούγεται ομολογουμένως κάπως κιτς, υπογραμμίζει χιουμοριστικά τη θεματική της κωμωδίας, τουλάχιστον όπως την προσέλαβε ο Γαβριηλίδης: ρομαντική κωμωδία ηθών με διακύβευμα τη σεξουαλική ακεραιότητα των γυναικών, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη νόμιμη αναπαραγωγή του οἴκου. Υπάρχει βέβαια, όπως μπορείτε να φανταστείτε, πολύ μεγαλύτερο βάθος σε αυτή τη θεματική από ό,τι αντιλαμβάνεται κανείς με γυμνό μάτι – αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε σε κατοπινό μας κείμενο. Σε αυτό το κείμενο εδώ θα περιοριστούμε σε κάποιες γενικές ιστορικές πληροφορίες για το είδος της Νέας Κωμωδίας και τις τύχες του στην αρχαία και τη σύγχρονη εποχή.

[Δείτε εδώ τις αναμνήσεις του τραγουδοποιού Αλκίνοου Ιωαννίδη, ο οποίος έπαιξε τότε τον ρόλο του Μοσχίωνα.]

ΓΙΑΤΙ “ΝΕΑ” ΚΩΜΩΔΙΑ;

Ο όρος “Νέα” Κωμωδία παραπέμπει στην τριμερή περιοδολόγηση του αρχαίου κωμικού δράματος, η οποία ίσως προτάθηκε για πρώτη φορά από τους φιλολόγους του Αλεξανδρινού Μουσείου (3ος αι. π.Χ. και εξής), αλλά σίγουρα επικράτησε την περίοδο της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής (2ος αι. μ.Χ.), δηλαδή αρκετούς αιώνες μετά το floruit του Μενάνδρου.

Ρωμαϊκή προτομή του Μενάνδρου (αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου). Γλυπτοθήκη του Μονάχου (Wikimedia Commons)

Σύμφωνα με την περιοδολόγηση αυτή, η Αρχαία ή Παλαιά Κωμωδία περιλαμβάνει τα κωμικά δράματα που γράφτηκαν τον 5ο αιώνα π.Χ. με κορυφαίους του είδους τον Κρατίνο, τον Αριστοφάνη και τον Εύπολι. Η λεγόμενη Μέση Κωμωδία καλύπτει τα κωμικά έργα που γράφτηκαν χονδρικά από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. μέχρι τον θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.)· συμβατικά λοιπόν περιλαμβάνει και τις δύο τελευταίες σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη (Εκκλησιάζουσες και Πλούτος), μαζί με τα έργα σημαντικών ποιητών όπως ο Αναξανδρίδης, ο Άλεξις, ο Εύβουλος και ο Αντιφάνης. Η Νέα Κωμωδία αποτελεί την περίοδο με τη μεγαλύτερη διάρκεια και αντοχή στον χρόνο, αφού συμβατικά καλύπτει τα χρόνια από τον θάνατο του Αλεξάνδρου μέχρι και το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. περίπου, οπότε κατά τα φαινόμενα παύει η παραγωγή πρωτότυπου κωμικού δράματος. Αρχηγέτης της Νέας Κωμωδίας θεωρείται ο Μένανδρος (342-290 π.Χ), αλλά επάξια στέκονται πλάι του ποιητές όπως ο Φιλήμων, ο Δίφιλος, ο Φιλιππίδης και ο Απολλόδωρος ο Καρύστιος.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ;

Ο Μένανδρος, ο γιος του Διοπείθη, καταγόταν από τον δήμο της Κηφισιάς. Οι ημερομηνίες του βίου του συζητούνται, αλλά οι πιθανότητες είναι το 342-292/1 ή 291/0. Οι διάφορες βιογραφικές πληροφορίες που μαρτυρούνται ελέγχονται βεβαίως, όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις των αρχαίων βιογραφιών και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούν προϊόν μετατροπής χαρακτηριστικών του έργου του σε βιογραφικά δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση οι αρχαίες πηγές συνδέουν  τον Μένανδρο στενά (α) με τη σχολή του Αριστοτέλη και ειδικά με τον Θεόφραστο (όντως οι κωμωδίες του απηχούν μια ηθική που σχετίζεται στενά με τις έρευνες του Περιπάτου, αλλά μπορεί κάλλιστα να κωδικοποιεί το Zeitgeist)· (β) με τον Επίκουρο και τον Κήπο (η πληροφορία μπορεί να εκπορεύεται από τη θεωρούμενη στροφή τη κωμωδίας προς την ιδιωτική ζωή)· (γ) με τη φιλομακεδονική παράταξη και ειδικά τον Δημήτριο τον Φαληρέα, τον πρώτο επίτροπο των Μακεδόνων στην Αθήνα (317-307), ο οποίος κατέλυσε τη δημοκρατία και επέβαλε μια ιδιότυπη μορφή της πατρίου πολιτείας (και αυτή η πληροφορία μπορεί να πηγάζει από το γεγονός ότι η κωμωδία αυτής της περιόδου αποφεύγει την εμπλοκή με την κομματική πολιτική)· και (δ) με τον κωμικό ποιητή Άλεξι, ο οποίος αποτελεί τρόπον τινά τη γέφυρα μεταξύ Μέσης και Νέας Κωμωδίας.

Στον Μένανδρο αποδίδονται περί τα 108 δράματα, τα οποία παρουσιάστηκαν τόσο εντός όσο και εκτός Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της ζωής του νίκησε στους δραματικούς αγώνες 8 φορές. Οι νίκες αυτές είναι λιγότερες από αυτές του βασικού ανταγωνιστή του Φιλήμονα· παρά ταύτα όμως δεν αποτελούν ευκαταφρόνητο αριθμό.

Το σίγουρο είναι πως ακόμη κι αν η αναγνώριση του Μενάνδρου κατά τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε σχετικώς περιορισμένη συγκριτικά με τη μεταθανάτια φήμη του, πολύ νωρίς καθιερώθηκε όχι μόνο ως ο αναμφισβήτητος ηγέτης ενός νέου θεατρικού είδους, αλλά και ως ποιητής συγκρίσιμος μόνο με τον Όμηρο και τον Ευριπίδη.

Οι αρχαίοι θαύμαζαν αυτό που αντιλαμβάνονταν ως τη ρεαλιστική δύναμη των κωμωδιών του Μενάνδρου. Πασίγνωστο είναι, για παράδειγμα, το διάσημο ρητό του Αριστοφάνη του Βυζαντίου “ὦ Μένανδρε καὶ βίε / πότερος ἄρ’ ὑμῶν πότερον ἀπεμιμήσατο;” (“Μένανδρε και βίε, άραγε ποιος από τους δυο σας μιμήθηκε τον άλλον;”) Ανάλογες ρήσεις διατυπώθηκαν από δεκάδες άλλους. Πολλά έργα του Μενάνδρου, όπως ο Δύσκολος, ο Μισούμενος, οι Σικυώνιοι, ο Κόλαξ, η Περικειρομένη, οι Επιτρέποντες, η Θεοφορουμένη, το Πλόκιον, το Φάσμα, το Εγχειρίδιον, οι Αδελφοί, ο Εαυτόν Τιμωρούμενος, η Περινθία, η Ανδρία, ο Ευνούχος, οι Συναριστώσαι, η Ασπίδα, η Σαμία, o Δις Εξαπατών και πολλά άλλα απέκτησαν το στάτους έργων κλασικών. Τα έργα αυτά αντιγράφονταν, διαβάζονταν, παριστάνονταν στο θέατρο, αναπαριστάνονταν στην τέχνη σε διάφορες μορφές και σε ποικίλα είδη και τύγχαναν θεατρικών διασκευών στη Ρώμη.

Υπήρξαν βεβαίως και οι παραφωνίες. Ήδη οι αττικιστές (γλωσσικοί φονταμενταλιστές της ύστερης ελληνιστικής περιόδου και των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων, που πρέσβευαν την επιστροφή στην αμιγή αττική διάλεκτο) δεν έβρισκαν τη γλώσσα του Μενάνδρου επαρκώς “αττική” (ο Μένανδρος χρησιμοποιεί τύπους της καθομιλουμένης της εποχής του, που προαναγγέλλουν την ελληνιστική Κοινή). Η εχθρότητα των αττικιστών, μεταξύ άλλων παραγόντων, επηρέασε την τύχη του Μενάνδρου, καθώς κατά τα φαινόμενα από τον 6ο περίπου αιώνα και εξής τα έργα του έπαψαν να αντιγράφονται και στο τέλος δεν διασώθηκαν (βλ. και παρακάτω).

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ ΣΤΟΝ ΜΕΝΑΝΔΡΟ (ΜΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ!)

Τοιχογραφία από την Casa di Menandro στην Πομπηία, η οποία απεικονίζει τον Μένανδρο να μελετά (Wikimedia Commons)

Αν συγκρίνει κανείς ευθέως τον Αριστοφάνη και τον Μένανδρο, διαπιστώνει σχεδόν αυτόματα τη χαώδη απόσταση που χωρίζει το κωμικό ιδίωμα των δύο. Αναφέρουμε ακολούθως μερικές μόνο από τις πιο χονδρές μεταξύ τους διαφορές:

(α) Στις φανταστικές και φαντασμαγορικές πλοκές του Αριστοφάνη, με τις Νεφελοκοκκυγίες τους, τα ταξίδια στον ουρανό και τον Άδη, τις ιδιωτικές συνθήκες ειρήνης με ξένα κράτη και τις σεξουαλικές ή άλλες επαναστάσεις των γυναικών, ο Μένανδρος αντιτάσσει πλοκές με ρεαλιστικό ένδυμα, οι οποίες όμως περιστρέφονται γύρω από επεισόδια με προϊστορία στον τραγικό μύθο: φθορὰς γυναικῶν (βιασμούς και ανεπιθύμητες, άβολες εγκυμοσύνες)· ὑποβολὰς παιδίων (δηλαδή εγκατάλειψη των ανεπιθύμητων παιδιών, τα οποία όμως ανακαλύπτονται και σώζονται)· περιπετείας (μεταβολή της τύχης ές τὸ ἐναντίον, εν προκειμένω από τη δυστυχία στην ευτυχία, μέσα από τυχαία γεγονότα αλλά και επιλογές των πρωταγωνιστών)· ἀναγνωρισμούς (επανένωση οικογενειών ή συνομολόγηση συμφωνιών για γάμο μετά από τυχαία γεγονότα, τα οποία οδηγούν στην αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας ενός ή περισσοτέρων από τους εμπλεκομένους), κτλ. Οι πλοκές του Μενάνδρου δεν είναι πια εξόφθαλμα πολιτικές (με την έννοια της ενασχόλησης με τις σπουδαίες δημόσιες συζητήσεις της εποχής). Εκ πρώτης όψεως είναι αμιγώς “ιδιωτικές”, καθώς περιστρέφονται γύρω από τα θέματα του γάμου και της οικογένειας. Όπως έδειξε εύγλωττα όμως η σύγχρονη έρευνα, τα θέματα αυτά κάθε άλλο παρά “απολίτικα” είναι: η πολιτική και κοινωνική ιδεολογία του φύλου αλλά και ο μηχανισμός αναπαραγωγής του πολιτικού σώματος έχουν ξεκάθαρο “δημόσιο” χαρακτήρα και σημαντικό ιδεολογικό, πολύ συχνά και διακειμενικό βάθος.

Ψηφιδωτό του 3ου αι. μ.Χ. με την επιγραφή “Μένανδρος”. Από τη λεγόμενη Οικία του Μενάνδρου στη Μυτιλήνη.

(β) Αντί της εκρηκτικής γλώσσας του Αριστοφάνη, η οποία κινείται ανάμεσα σε δύο ακραίες ποικιλίες, από τη μια την πιο αισχρολογική εκδοχή της αθηναϊκής αργκό και από την άλλη τις πιο ραφιναρισμένες εκφράσεις της λυρικής ποίησης και τις πιο υψιπετείς και τολμηρές διατυπώσεις της τραγωδίας (με ή χωρίς παρωδική διάθεση), ο Μένανδρος  καλλιεργεί γλωσσικό όργανο σαφώς πιο ομοιογενές, σαφώς ρεαλιστικό στις διαστάσεις του (γλώσσα δηλαδή που αντανακλά τον πραγματικό λόγο των καθημερινών ανθρώπων), αλλά σε σχετικώς αυστηρό ιαμβικό τρίμετρο, που πλησιάζει περισσότερο τη μετρημένη προσωδία της τραγωδίας παρά την απόλυτη χαλάρωση του αριστοφανικού μέτρου. Η γλώσσα του Μενάνδρου εγκαταλείπει σχεδόν πλήρως την αισχρολογία και το ὀνομαστὶ κωμῳδεῖν, δηλαδή τις προσωπικές επιθέσεις εναντίον ιστορικών προσωπικοτήτων της εποχής, οι οποίες σπάνε τον περιβόητο “τοίχο” μεταξύ της σκηνής και του κοίλου. Σε λίγες μόνο στιγμές η γλώσσα του Μενάνδρου “υψώνεται” προς τον περίπλοκο ποιητικό λόγο της τραγωδίας, ενώ πολύ σπανίως εμφανίζονται στα έργα του λυρικά μέτρα. Παραδόξως, όμως, παρά το γεγονός ότι η γλώσσα του Μενάνδρου είναι “ρεαλιστική” και όχι “ποιητική”, ενσωματώνει στην υφή της τους ρυθμούς και το γλωσσικό ήθος της τραγωδίας, όπως ακριβώς ενσωματώνει τις βασικές αφηγηματικές δομές του “υψηλού” αδελφού είδους, τις οποίες μετατοπίζει από το μυθικό στο αστικό επίπεδο.

(γ) Γενικότερα, η Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου αποτελεί επί της ουσίας ιδιότυπο υβρίδιο κωμωδίας και τραγωδίας σε ποικίλα επίπεδα. Πολύ συχνά με τρόπο που δεν είναι προφανής παρά μόνο στο πολύ γυμνασμένο μάτι και αυτί (και τέτοιο σίγουρα είχαν οι θεατές του 4ου αι. π.Χ), η παράσταση του Μενάνδρου προϋποθέτει την τραγωδία με έναν τρόπο ιδιαίτερα λεπτό και θεατρικό παραγωγικό τόσο στο επίπεδο της πλοκής και της δράσης όσο και στο επίπεδο της ὄψεως, δηλαδή της αναπαράστασης με οπτικά μέσα. Οι κωμικοί αστοί του Μενάνδρου επιδεικνύουν συχνότατα συναίσθηση ότι πατούν εκεί που πάτησαν οι τραγικοί μυθικοί τους πρόγονοι και παράλληλοι. Η κωμωδία του Μενάνδρου είναι είδος που παρουσιάζει ένα είδος διακειμενικότητας και “διαπαραστατικότητας” σαφώς αλλιώτικο από αυτό του Αριστοφάνη, πιο κοντά στις πρακτικές που θα καθιερώσουν λίγο αργότερα οι ελληνιστικοί ποιητές. Για τον Μένανδρο η τραγωδία δεν είναι ξένο σώμα, ανταγωνιστικό θεατρικό είδος, απέναντι στο οποίο πρέπει να τοποθετηθεί προκειμένου να προσδιορίσει ειδολογικά και ιδεολογικά τον εαυτό του. Όσο κι αν στιγμές έμμεσου ειδολογικού ανταγωνισμού δεν λείπουν, η τραγωδία για τον Μένανδρο είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι μια σειρά από δυνατότητες για την επίτευξη τονικής ποικιλίας και (συχνά ειρωνικού) διακειμενικού βάθους.

Ο χορός της “Σαμίας” στην παράσταση του 1993-4

(δ) Ο κωμικός χορός με τα 24 φανταχτερά ντυμένα, θορυβώδη και “άσεμνα” μέλη του αποτελούσε ένα από τα βασικότερα κωμικά εργαλεία στο εργαστήριο του Αριστοφάνη. Αυτός ο κωμικός χορός στον Μένανδρο τείνει να περιθωριοποιηθεί. Προφανώς δεν ισχύει απολύτως η κοινή αντίληψη ότι στη Νέα Κωμωδία δεν έχει καμία απολύτως σημασία ο χορός – απλώς τη σημασία αυτή δεν μπορούμε εμείς πια να τη διαπιστώσουμε και να την αξιολογήσουμε, καθώς τα χορικά άσματα είναι πλέον εμβόλιμα, δηλαδή δεν έχουν σχέση με την πλοκή και ως εκ τούτου δεν αντιγράφονται στα χειρόγραφά μας. Κατά πάσα πιθανότητα τα χορικά μέρη είτε αποτελούσαν αμιγώς ορχηστικά σόου είτε περιλάμβαναν εκτελέσεις γνωστών ασμάτων της εποχής, που δεν συνθέτονταν ειδικά για τις παραστάσεις. Ο χορός όμως ΥΠΑΡΧΕΙ στον Μένανδρο, είναι ΠΑΡΩΝ, παίζει κι αυτός με τον τρόπο του κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Δεν έχει όμως κατ’ ουδένα λόγο την πρωταγωνιστική συμμετοχή των αριστοφανικών χορών.

Αναπαραστάσεις προσωπείων της Νέας Κωμωδίας σε τερρακόττα, που βρέθηκαν στη νεκρόπολη του Lipari στην Ιταλία

(ε) Στον Αριστοφάνη ο κωμικός πληθυσμός είναι εξωπραγματικά ποικίλος. Οι πρωταγωνιστές του Αριστοφάνη μπορούν να είναι θεοί ή άνθρωποι, φυσικά πρόσωπα ή προσωποποιημένες αφηρημένες έννοιες,  ιστορικές προσωπικότητες της εποχής ή πλαστοί χαρακτήρες, και ούτω καθεξής. Και εδώ ο Μένανδρος ακολουθεί πιο τυποποιημένο δρόμο. Οι χαρακτήρες του Μενάνδρου είναι πατέρες (σπανιότερα και μανάδες) και γιοι, οικόσιτοι δούλοι, νεαρές παρθένες, παλλακίδες ή εταίρες, παράσιτοι, επαγγελματίες στρατιώτες, μάγειροι και τραπεζοκόμοι – όλοι αναγνωρίσιμοι τύποι της σύγχρονής του κοινωνίας. Ο καθένας από τους χαρακτήρες αυτούς φέρει προσωπείο (μάσκα) με συμβατικά χαρακτηριστικά, τα οποία όμως είναι επενδυμένα με ξεκάθαρα συμβολικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τον κατάλογο στο Ὀνομαστικόν του Πολυδεύκη, αρχαίο λεξικό του 2ου μ.Χ. αιώνα, το οποίο ανάγεται σε ελληνιστικές πηγές, υπήρχαν 44 τέτοια προσωπεία. Τα προσωπεία καθορίζουν τη θέση του χαρακτήρα στο κωμικό σύμπαν αλλά εμφαίνουν επίσης και στοιχεία του ἤθους του. Ἦθος στον Μένανδρο δεν είναι ακριβώς αυτό που εμείς ονομάζουμε χαρακτήρα. Είναι η τάση του ανθρώπου προς την αρετή και την κακία, η οποία είναι αφενός εγγενής (δηλαδή αποτελεί κληρονομιά της φύσης), αλλά επίσης διαμορφώνεται με την ἕξιν, δηλαδή την καθημερινή τριβή στην άσκηση της ηθικής επιλογής. Η φυσιογνωμία της μάσκας, δηλαδή το σχήμα, το χρώμα, το μέγεθος κτλ των χαρακτηριστικών της, είναι σύμβολα εσωτερικών, ψυχικών ορμών. Το προσωπείο στη Νέα Κωμωδία είναι πυκνά “σημειοποιημένο” και συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή θεατρικού νοήματος – προκαλεί την “ανάγνωσή” του.

Δεν πρέπει πάντως να μας δοθεί η εντύπωση ότι η φύση της Νέας Κωμωδίας όπως τη γνωρίζουμε ήταν ξαφνικό δημιούργημα της ευφυίας ενός μεγάλου ποιητή όπως ο Μένανδρος. Ήταν προϊόν σταδιακής εξέλιξης, τα πρώτα σπέρματα της οποίας εμφανίστηκαν ήδη κατά τα τέλη του 5ου αιώνα.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές αμφιβάλλουν αν η Μέση λεγόμενη Κωμωδία αποτελεί ξεχωριστό κωμικό “είδος”, όπως θέλησαν κάποιοι αρχαίοι γραμματικοί, ή απλώς μια βολική χρονολογική κατηγορία, που ενδεικνύει τη μετάβαση από το παλαιότερο κωμικό ιδίωμα στο νεώτερο. Το σίγουρο είναι ότι το θεατρικό εργαλείο το οποίο απογειώνει ο Μένανδρος διαμορφώνεται στα χρόνια της Μέσης. Ο “εξαστισμός” των πλοκών και η εγκατάλειψη των φανταστικών υποθέσεων, η υποχώρηση της σημασίας του χορού, η σταδιακή εξαφάνιση της επιθετικής προσωπικής σάτιρας και της αισχρολογίας, η ενσωμάτωση τραγικών αφηγηματικών δομών αρχικά διαμέσου της παρωδίας, η τυποποίηση του συστήματος των προσωπείων – όλα δηλαδή τα στοιχεία που υποδείξαμε ως προσδιοριστικά χαρακτηριστικά της Νέας Κωμωδίας προαναγγέλλονται στα έργα του Άλεξι, του Αντιφάνη, του Εύβουλου κτλ. Άλλωστε αρκετοί από τους ποιητές που τυπικά κατατάσσονται στη μέση συνεχίζουν να γράφουν παράλληλα με τον Μένανδρο, ενώ και πολλοί ποιητές της Νέας είχαν ήδη ξεκινήσει την καριέρα τους από τα χρόνια που συμβατικά ανήκουν στη Μέση.

Η “ΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ

Η Νέα Κωμωδία αποτελεί σήμερα τον φτωχό συγγενή του αρχαιοελληνικού δραματολογίου, αφού οι παραστάσεις των κωμωδιών του Μενάνδρου είναι μακράν σπανιότερες από τις αντίστοιχες του Αριστοφάνη, ενώ ο Πλαύτος και ο Τερέντιος δεν παίζονται σχεδόν ποτέ τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο.

Ψηφιδωτό από τη Μυτιλήνη του 3ου ή 4ου μ.Χ., που απεικονίζει σκηνή από την 4η Πράξη της Σαμίας (Wikimedia Commons)

Το συγκεκριμένο γεγονός δεν αποτελεί απλώς θέμα γούστου ή προϊόν φιλοαριστοφανικής προκατάληψης. Οφείλεται εν πολλοίς στο ότι ουσιαστικά μέχρι και την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα ο Μένανδρος ήταν για μας σχεδόν παντελώς άγνωστος. Τον γνωρίζαμε μόνο από (α) μια ερεθιστική, αλλά εν τέλει όχι ιδιαίτερα βοηθητική σειρά σπαραγμάτων, τα οποία είχε διασώσει η έμμεση λεγόμενη παράδοση (δηλαδή χωρίων που παρέθεταν στα έργα τους λόγιοι όπως ο Αθήναιος, ο Στοβαίος, ο Πατριάρχης Φώτιος κτλ)· (β) μέσα από τις λατινικές διασκευές των έργων του κυρίως από τους Ρωμαίους κωμικούς ποιητές Πλαύτο και Τερέντιο· (γ) μια συλλογή γνωμῶν, δηλαδή αποφθεγμάτων, που κυκλοφορούσαν με το όνομα του Μενάνδρου (Μενάνδρου Γνῶμαι Μονόστιχοι), αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσαν συνονθύλευμα υλικού από πολλούς και διαφόρους κωμικούς, ακόμη και τραγικούς ποιητές. Τον γνωρίζαμε επίσης ακόμη πιο έμμεσα από φιλολογικά έργα, όπως π.χ. η Σύγκρισις Μενάνδρου και Φιλιστίωνος (πρόκειται μάλλον για λάθος αντί για “Φιλήμονος”), το έργο του Πλουτάρχου Σύγκρισις Ἀριστοφάνους καὶ Μενάνδρου, καθώς και μια σειρά από άλλες μαρτυρίες (“testimonia”) σε ελληνικές και λατινικές πηγές.

Η θλιβερή αυτή πραγματικότητα άρχισε να αλλάζει από τα μέσα του 19ου αιώνα, αν και χρειάστηκαν μερικές δεκαετίες μέχρι να έρθουν οριστικά στο φως οι νέες ανακαλύψεις αποσπασμάτων του Μενάνδρου σωσμένες σε πάπυρο. Ήδη από το 1844 ο Γερμανός μελετητής της Βίβλου Konstantin von Tischendorf ανακάλυψε στη μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά φύλλα από περγαμηνό κώδικα, που περιείχαν άγνωστο μέχρι τότε κείμενο του Μενάνδρου. Όλως περιέργως όμως το χειρόγραφο αυτό δεν δημοσιεύτηκε παρά τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά από τον Cobet και πάλι με λάθη, κενά και ανακρίβειες. Η ορθή και πλήρης δημοσίευση του παπύρου αυτού δεν έγινε παρά το 1891 από τον Jernstedt στα Acta Universitatis Petropolitane (εξ ου και σήμερα είναι γνωστός ως Membrana Petropolitana). Ο Jernstedt ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι η Membrana περιείχε κομμάτια από το Φάσμα και τους Επιτρέποντες του Μενάνδρου.

Προτομή του Μενάνδρου, 2ος αι. Μ.Χ. Villa Getty (Wikimedia Commons)

Το μεγάλο μπαμ έγινε μερικά χρόνια αργότερα, όταν ξεκίνησαν να έρχονται στο φως τα πρώτα παπυρικά αποσπάσματα και κυρίως όταν ήρθε στο φως ο περίφημος Πάπυρος του Καΐρου, ο οποίος δημοσιεύτηκε το 1907 και πραγματικά ανέστησε τον Μένανδρο για τις σύγχρονες γενιές. Ο Πάπυρος του Καΐρου περιείχε σημαντικά αποσπάσματα από τη Σαμία, τους Επιτρέποντες, την Περικειρομένη, τον Ήρωα, ένα πέμπτο που δεν έχει ταυτιστεί ακόμη (είναι γνωστό ως Fabula Incerta) και λιγότερο εκτεταμένα σπαράγματα από άλλες κωμωδίες.

Κι εκεί που όλοι πίστεψαν ότι αυτός θα ήταν λίγο-πολύ ο Μένανδρος που θα ξέραμε ήρθε μια ακόμη εντυπωσιακή ανακάλυψη. Στην προσωπική συλλογή ενός Ελβετού συλλέκτη, του Martin Bodmer, η οποία περιλάμβανε 22 παπύρους που βρέθηκαν στην Αίγυπτο το 1952 και ο Bodmer τους είχε αγοράσει, ανακαλύφθηκε πάπυρος που περιείχε πια το πρώτο ολοκληρωμένο, ακέραιο έργο του Μενάνδρου, τον Δύσκολο. Ο Πάπυρος Bodmer, ο οποίος ξεκίνησε να εκδίδεται το 1958 με την έκδοση να ολοκληρώνεται το 1969, συμπλήρωσε επίσης σημαντικά τις γνώσεις μας για τη Σαμία, τους Επιτρέποντες και την Περικειρομένη και επέτρεψε την ασφαλή αναγνώριση ενός αταύτιστου μέχρι τότε παπυρικού αποσπάσματος, το οποίο είχε δημοσιευτεί το 1913 και ήταν γνωστό ως Comoedia Florentina, με την Ασπίδα. 

Οι στίχοι 96-110 της Σαμίας στον Πάπυρο Bodmer.

Έκτοτε, αρκετοί ακόμη πάπυροι συμπλήρωσαν τις γνώσεις μας: αποκτήσαμε, μεταξύ άλλων, αρκετά καινούρια αποσπάσματα από τους Επιτρέποντες, τον Μισούμενο και τους Σικυωνίους (η τελευταία αυτή ανακάλυψη έγινε το 1964), ενώ το 2003 ήρθε στο φως ένα ακόμη εντυπωσιακό καινούριο εύρημα, σπάραγμα περγαμηνού κώδικα από το Βατικανό με 200 περίπου άγνωστους μέχρι τότε στίχους από την κωμωδία Τίτθη. 

Δεν γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας αν ο Καβάφης παρακολουθούσε τη φιλολογική κίνηση στα 1893, όταν έγραψε το σονέτο του “Θεατής Δυσαρεστημένος”, αν γνώριζε με άλλα λόγια ότι δύο χρόνια πριν είχε δημοσιευτεί η Membrana Petropolitana. Προσωπικά, πάντως, το θεωρώ πολύ πιθανό το ποίημα αυτό να εκφράζει το κλίμα του ενθουσιασμού και της αδημονίας που η δημοσίευση της Membrana προκάλεσε, αφού με παρόμοιο τρόπο ο Καβάφης χαιρέτισε τη μερική ανάδυση από το σκότος της λήθης και ενός άλλου μεγάλου χαμένου της αρχαιότητας του Ηρώδα (“Οι μιμίαμβοι του Ηρώδου“). Σε τελική ανάλυση δεν έχει και μεγάλη σημασία· σοφοὶ προσιόντων αἰσθάνονται: ο Καβάφης επρόκειτο να βιώσει από κοντά την ανακάλυψη του Μενάνδρου, αφού ο Μένανδρός μας είναι δώρο της δικής του αιγυπτιακής γης.

Παραθέτω εδώ ως κατακλείδα αυτού του κειμένου τον “Θεατή Δυσαρεστημένο”:

«Απέρχομαι, απέρχομαι. Μη κράτει με.
Της αηδίας και ανίας είμαι θύμα.».
«Πλην μειν’ ολίγον χάριν του Μενάνδρου. Κρίμα
τόσον να στερηθής». «Υβρίζεις, άτιμε.

»Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδιαριώδες ρήμα;
Άφες ν’ απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.

»Της Ρώμης ο αήρ σ’ έφθειρεν εντελώς.
Αντί να κατακρίνης επαινείς δειλώς
κ’ επευφημείς τον βάρβαρον – πώς λέγεται;

»Γαβρέντιος, Τερέντιος; – όστις απλώς
δια Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται».

Ρωμαϊκό ανάγλυφο του 1ου αι. μ.Χ., που απεικονίζει τον Μένανδρο να μελετά τα προσωπεία που χρησιμοποιούσε στις παραστάσεις του. Villa Getty (Wikimedia Commons)