Tags

, , , ,


Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Η σύντομη συνέντευξη που ακολουθεί αφορά κυρίως στη δέκατη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη «Κυδώνιον Μήλον» (Άγρα, 2006).

Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στον υποφαινόμενο από τον ποιητή το 2008 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονη Άποψη» με τον τίτλο «Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ένας Έλληνας».

Ακολούθως ο ποιητής τίμησε τόσο το πρόσωπό μου όσο και το περιοδικό συμπεριλαμβάνοντας τη συνέντευξη στον τόμο Ολισθηρός Ιστός (Άγρα, 2009), στον οποίο ανθολόγησε τα πιο σημαντικά κριτικά του κείμενα και τις πιο βαρύνουσες μέχρι τότε συνεντεύξεις του.

Αναδημοσιεύουμε εδώ τη συνέντευξη ως χαιρετισμό για τη δημοσίευση το καλοκαίρι που μας πέρασε μίας ακόμη, της ενδέκατης κατά σειρά, ποιητικής συλλογής του Χαραλαμπίδη που φέρει τον τίτλο Ίμερος (Μεταίχμιο, 2012)

Πώς καταλήξατε στην επιλογή του τίτλου «Κυδώνιον Μήλον»;

Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι θεωρώ τον λόγο τον ποιητικό ως κάτι το εδώδιμο. Οι λέξεις για μένα είναι πράγματα υπαρκτά – έχουν όγκο (πλαστικότητα), χρώμα, γεύση και οσμή. Μπορείς να τις αγγίξεις, να τις αγκαλιάσεις, αλλά και να τις νιώσεις τραγανές στον ουρανίσκο σου. Ίσως αυτό να είναι και το πλέον ουσιώδες, γιατί επαληθεύει θεολογικά τη ζώσα ουσία, το λόγο που γίνεται σάρκα, μέσω της οποίας ενανθρωπίζεται η εικόνα του Θεού ή, αντίστροφα, η εικόνα του Ανθρώπου που του δόθηκε η χάρη της θείας μετάληψης. Ένας τέτοιος ευαγγελισμός της ποίησης, φωταγωγημένης από τις «ελευθερώτριες λέξεις» (καταπώς τις αποκάλεσε ο Βιττγκενστάιν), κινεί και τη δική μου ποιητική δημιουργία.

Με τον τίτλο ήθελα ουσιαστικά να διεγείρω τη μνήμη με μια αναγωγή στα αρχέγονα στοιχεία της – μια επαναφορά στο πρωτογενές των λέξεων – ίσως από ένστικτο, γιατί εκείνη τη στιγμή διελάνθανε την προσοχή μου ο στίχος του Ίβυκου (6ος αι. π.Χ.) για τις «Κυδώνιες μηλίδες» (μηλοκυδωνιές). Περισσότερο λαχταρούσα να δηλώσω κατά κάποιον τρόπο την κυπριακή εντοπιότητα, και μου φαίνεται ότι το νι, στο οποίο καταλήγουν οι λέξεις Κυδώνιον και μήλον, διατηρούσε κάτι από αυτήν. Κυρίως συντηρούσε την αρχική ακεραία τους μορφή, πριν φαγωθούν τα δοντάκια τους από τον τροχό του χρόνου και επέλθει η φθορά. Η ανακαίνιση των λέξεων, το εμβάπτισμά τους στο αρχαίο τους κάλλος είναι πάντα στον ορίζοντα της ποιητικής μου δημιουργίας. Μαζί με αυτό, καθώς προχωρώ, υπεισέρχεται μέσα μου εντονότερα η αίσθηση της μουσικής διάταξης του κόσμου. Το «Κυδώνιον μήλον» οφείλει ως ποιητική συλλογή ν’ αντιστέκεται στην εύκολη ανάγνωση. Ξεκινώντας από τον τίτλο, εξαναγκάζει τον αναγνώστη ν’ απορεί. Εξάλλου η απορία είναι το σύνδρομο του παράδοξου.

Οι διασυνδέσεις ανάμεσα στο «Κυδώνιον Μήλον» και το «Δοκίμιν» είναι εμφανείς και πολλαπλές. Πως αντιλαμβάνεστε τη θέση της τελευταία σας συλλογής μέσα στο σύνολο του έργου σας μέχρι στιγμής;

Το «Κυδώνιον μήλον» είναι, θα έλεγα, η φυσική απόληξη μιας εξελικτικής γραμμής που ξεκίνησε με τη «Μεθιστορία» και συνεχίστηκε με το «Δοκίμιν». Και τα τρία αυτά βιβλία επιχειρούν ν’ αναχωνεύσουν τα πολλαπλά επίπεδα της ελληνικής λαλιάς και του πολιτισμού μας μέσα από τη διαστρωμάτωση της ιστορίας. Κυρίως ανταποκρίνονται στη θεωρία μου ότι η ουσία της τέχνης εστιάζεται στη μετατροπή της ζωής και της ιστορίας σε μύθο. Η διαφορά του «Κυδώνιου μήλου» από τα άλλα δύο αδέλφια του είναι ότι διαρθρώνεται με απόλυτη συνειδητότητα ως προς τα θεματικά μοτίβα και τις ποιητικές μου εμμονές. Ως έργο θα το χαρακτήριζα πιο διαφανές, εμπλουτισμένο με αντανακλάσεις αδαμάντινες. Στη θεμελιακή «Μεθιστορία» κυριαρχεί περισσότερο η κυπριακή θεματολογία (αρχαία, βυζαντινή και νεότερη) και επιχειρείται ένα πρώτο άγγιγμα στοιχείων ελληνικής διαχρονίας, συνδυασμένων με «ποιήματα ποιητικής». Στο «Δοκίμιν», που διαιρείται σε δώδεκα ενότητες (εν είδει ζωδιακού κύκλου), επιζητώ να εκφράσω, όπως έγραψα και αλλού, την ύπαρξη ενός Σύμπαντος, θέλω να πω ενός ολόκληρου Κόσμου, που περιλαμβάνει αναρίθμητες όψεις της εξωτερικής ιστορίας και της εσωτερικής ανθρωπογεωγραφίας. Στο «Κυδώνιον μήλον», που αποτελεί το δέκατο ποιητικό βιβλίο μου, κορυφώνεται η μετεξέλιξη του μύθου αλλά και η λεκτική μορφή που τον συνοδεύει συν-παθητικά. Η συνείδηση της ταυτότητας συνεπικουρείται από τη συνείδηση της γλώσσας, αλλά και τα δύο εκφεύγουν του πλαισίου τους, εφόσον καθίστανται οικουμενικές αξίες ή, ακριβέστερα, αισθητικές ποιότητες γεωμετρημένης μαρτυρίας της ζωής.

Θα έλεγε κανείς ότι η doctrina την οποία ήδη αξίωνε η ποίησή σας, μια doctrina ελληνοπρεπής αλλά και παγκόσμια, επιτείνεται και βαθαίνει σαφώς στο «Κυδώνιον μήλον». Πρόκειται για μια doctrina που δε βασίζεται αποκλειστικά στο «ανασκάλεμα της μνήμης» (Σ. Γουνελάς), αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα λειτουργεί ως «στραγγιστήρι των πολιτισμικών μας στοιχείων», όπως ο ίδιος γράψατε κάπου. Μπορείτε να σχολιάσετε το ζήτημα αυτό;

Η doctrina ως έννοια σημαίνει τόσο την παιδεία όσο και την επιστήμη. Το βάρος, υποθέτω, στην ερώτησή σας πέφτει στην πρώτη, αλλά δεν αποκλείει και τη δεύτερη. Υποστηρίζω από χρόνια ότι η ποίηση είναι επιστήμη – κατά βάθος το ποίημα συντίθεται από μία σειρά μαθηματικών εξισώσεων – ακόμη και οι πλέον «μανικές» δημιουργίες υπόκεινται σε νόμους μυστικούς. Η διερεύνηση του αγνώστου είναι μέρος της ουσίας της τέχνης, και μάλιστα το πιο ευγενές. Πόσο μάλλον για την ποίηση που έχει ως όργανο τον ίδιο το λόγο, μέσω του οποίου διατυπώνεται η πνευματική διάσταση του εγκεφάλου! Αν πρέπει να μιλήσω για τη γλώσσα, φοβάμαι πως θα επαναλάβω πράγματα που έγραψα και αλλού, εφόσον όλα τούτα συναρθρώνουν τυποποιημένες σταθερές μου: Δεν σας αποκρύβω ότι θέλω να χωρέσω μέσα στην ποίησή μου τα πολλαπλά επίπεδα της γλωσσικής μας ιστορίας. Η ίδια η γλώσσα μάς διδάσκει να τη συλλαμβάνουμε ως ένα σύνολο διαστρωματώσεων και ποικιλιών. Δουλεύω με τη γλώσσα και τη μελετώ εις βάθος, χρησιμοποιώ ανεπιφύλακτα καθετί που μου προσφέρει από τις διάφορες φάσεις της ως οικοδομικό υλικό για τη δουλειά μου. Το τελευταίο μου βιβλίο συγκεφαλαιώνει το δεσμό μου με τον Όμηρο και γενικά την αρχαία γραμματεία, τη βυζαντινή φιλολογική παράδοση, το δημοτικό τραγούδι, αλλά και τη διακειμενική μου σχέση και συνομιλία με κλασικούς και μοντέρνους (κάποτε δε και ανατρεπτικούς) δημιουργούς – όχι μονάχα Έλληνες. Προπάντων φωτίζομαι από τους μεγάλους μαστόρους της γλώσσας, και τούτο είναι αποτέλεσμα πολύχρονου μόχθου. Κάποτε είπα ακριβώς ότι επιθυμώ να καταστήσω τη γλώσσα μας ως ένα στραγγιστήρι των πολιτισμικών μας στοιχείων και παράλληλα όργανο με το οποίο η ποίηση θα συνταχθεί. Για μένα το ουσιώδες – επαναλαμβάνω τα λόγια μου – είναι να ανασυντάξω τη γλώσσα, να την ενεργοποιήσω μουσικά στον υπέρτατο βαθμό, ώστε να αγγίξω αδρανοποιημένες ηχητικές περιοχές και μυστηριώδεις δυνατότητες του λόγου. Τι άλλο θα πρέπει να προσθέσω; Ότι στην ουσία χρησιμοποιώ καθετί που χρειάζομαι για να αρθρώσω το δικό μου λόγο, μη λησμονώντας πως η εξάρτησή μου από τα γενετικά στοιχεία του πολιτισμού μας είναι παράλληλα και ένα χρέος. Χρέος να συλλάβεις το ουσιώδες μέσα από όλη αυτή την ποικιλώνυμη διαδικασία, χρέος να υπάρξεις ως Έλληνας της Κύπρου και πολίτης του Κόσμου, μέρος του οποίου είναι η πολυδαίδαλη ιστορία της πατρίδας σου και του έθνους.