Tags

, , , , , , , , ,


To κείμενο που ακολουθεί δεν έχει σκοπό να αναλύσει τους Βατράχους του Αριστοφάνη εν γένει ή έστω το σύνολο των δραματουργικών ή ιδεολογικών στρατηγικών που σχετίζονται με την κεντρική σκηνή του Επιρρηματικού Αγώνα. Έχει σκοπό (α) να περιγράψει την εικόνα του αριστοφανικού Ευριπίδη και να εξηγήσει πώς η εικόνα αυτή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις κριτικές αντιλήψεις για τον ποιητή μέχρι και τον 20ο αιώνα, και (β) να επισημάνει ποια από τα συστατικά αυτής της ιδεολογικής κατασκευής έχουν αντικειμενική βάση και ποια όχι.

Ο ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ ΤΩΝ “ΒΑΤΡΑΧΩΝ”

O Ευριπίδης και ο κατάλογος των έργων του. Μουσείο του Λούβρου (Wikimedia Commons)

O Ευριπίδης και ο κατάλογος των έργων του. Μουσείο του Λούβρου (Wikimedia Commons)

Ο επιρρηματικός ἀγών των “Βατράχων” δεν είναι κριτικό κείμενο· είναι θέατρο και μάλιστα κορυφαίο. Αποτελεί μία από τις λαμπρότερες κωμικές συλλήψεις του Αριστοφάνη. Παρά ταύτα, με όλες του τις φαρσικές στρεβλώσεις, ο ἀγών των Βατράχων συνιστά μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής, εφόσον περιλαμβάνει σωρεία διεισδυτικών παρατηρήσεων.

Στον ἀγῶνα αυτόν αναμετριούνται ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης, οι οποίοι βάζουν (κυριολεκτικά!!) την τέχνη τους στη ζυγαριά: θα την ζυγίσουν σαν αρνί θυσίας και θα τη μετρήσουν σαν πλίνθινο τούβλο και σαν έργο ξυλουργικής, με κριτή τον Διόνυσο, τον θεό της τραγωδίας!

Ο ἀγών των Βατράχων είναι πάνω από όλα ενδιαφέρων, διότι συνιστά την πρώτη ενδεχομένως γραπτή κατάθεση για τον «κανόνα» των τριών τραγικών ποιητών και διότι επηρεάζει τις θέσεις και τις στάσεις της κριτικής απέναντί τους σχεδόν μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα!

ΠΩΣ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ:

Στους Βατράχους, ο Διόνυσος, απογοητευμένος από τον πρόσφατο θάνατο του Ευριπίδη και την πανθομολογούμενη παρακμή της τραγωδίας, αποφασίζει να κατεβεί στον Άδη, για να ανακαλέσει από το βασίλειο των νεκρών τον εκλιπόντα ποιητή. Φτάνοντας εκεί, όμως, συνειδητοποιεί ότι έχει και καλύτερες επιλογές, εφόσον στον Άδη βρίσκεται και ο Αισχύλος, που είχε πεθάνει πριν πενήντα χρόνια!

Προτομή του Ευριπίδη. Βερολίνο, Altes Museum (Wikimedia Commons)

Προτομή του Ευριπίδη. Βερολίνο, Altes Museum (Wikimedia Commons)

Ο Αισχύλος έχει καταλάβει στον Άδη τον θρόνο της Τραγωδίας. Ο ερχομός, όμως, του Ευριπίδη ανέτρεψε τα πράγματα, καθώς ο νόμος του Άδη απαιτεί από τον κάτοχο του θρόνου να τον παραχωρήσει, αν καταφτάσει κάποιος καλύτερος ομότεχνός του. Ο θρασύς Ευριπίδης, λοιπόν, διεκδικεί τον θρόνο για τον εαυτό του! (Ο Σοφοκλής, που πέθανε ένα περίπου χρόνο πριν τον Ευριπίδη, ήταν πολύ μαλακός και πράος για να το πράξει!).

Ο Ευριπίδης προώθησε την υποψηφιότητά του κάνοντας «επίδειξη» στους λωποδύτες, τους τσαντάκηδες, τους πατροκτόνους και γενικά εξασφαλίζοντας την υποστήριξη όλων των καθαρμάτων του Κάτω Κόσμου, με τις αντιλογίες, τις στρεψοδικίες και τις περιστροφές του! Ο Ευριπίδης γραπώνεται με τη βοήθεια των απατεώνων φίλων του από τον θρόνο του Αισχύλου και αρνείται να τον αφήσει!

ΣΥΝΕΠΩΣ, Ο ΛΑΟΣ ΤΟΥ ΑΔΗ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΚΗΡΥΞΕΙ ΑΓΩΝΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ! Κριτές ήταν δύσκολο να βρεθούν, γιατί ο Αισχύλος δεν εμπιστευόταν το αισθητήριο ούτε των Αθηναίων ούτε των υπολοίπων ως προς την αξιολόγηση της ποιητικής τέχνης. Επομένως οι δύο καταλήγουν φυσιολογικά στον Διόνυσο.

Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ:

Τι να υπαινίσσεται άραγε ο Αριστοφάνης με αυτή την κωμική εικόνα για το κοινό του Ευριπίδη, την όποια επιτυχία είχε αυτός στους δραματικούς αγώνες του 5ου αιώνα και για την επίδρασή του στην αθηναϊκή κοινωνία; Σίγουρα μας θυμίζουν κάτι οι «κατηγορίες» αυτές.

Ο Ευριπίδης παρουσιάζεται ως ΣΟΦΙΣΤΗΣ και το κοινό του ως όχλος ακαλλιέργητων ανθρώπων, ευεπίφορων στη χειραγώγηση και τον εντυπωσιασμό. Αυτό το είδος του κοινού αποδόθηκε από συντηρητικούς κύκλους του 4ου αιώνα (Πλάτων, Αριστοτέλης κ.ά.) ακριβώς σε «νεωτερικές» μορφές παραστατικών τεχνών, οι οποίες, εφόσον δεν μπορούσαν να συγκινήσουν θεατὰς ἐπιεικεῖς, χρησιμοποιούσαν φτηνά κόλπα, για να προσελκύσουν αυτή την κατώτερη συνομοταξία ανθρώπου. Η φθαρτική επίδραση τέτοιου είδους τεχνών δεν αφορούσε μόνο στην αισθητική των θεατών, αλλά και στην ηθική τους και εν τέλει προεκτεινόταν και εκφαύλιζε ακόμη και την πολιτική τους συμπεριφορά, εφόσον ενθάρρυνε κάθε λογής αυθάδεια έναντι των επαϊόντων και των ανθρώπων που αξιοκρατικά χειρίζονταν την εξουσία.

Ο «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ»  ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΙΓΜΑΤΙΖΕΤΑΙ, ΣΥΝΕΠΩΣ, ΩΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ «ΜΕΤΡΙΑ» (δηλαδή τη μετριοπαθή) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.

Ένα χωρίο στη Μήδεια φαντάζει προσφυές στις συζητήσεις αυτές (291 κ.ε.):

Μετάφραση Θ.Κ. Στεφανόπουλος, 2012 (Εκδόσεις Κίχλη)

Μετάφραση Θ.Κ. Στεφανόπουλος, 2012 (Εκδόσεις Κίχλη)

Τέτοια, υποθέτουμε, θα ήταν η απάντηση των σοφῶν  στις κατηγορίες που εξακοντίζονταν εναντίον τους. Τέτοια χωρία, πλήρως αποσπασμένα από τα συμφραζόμενά τους, αποτέλεσαν πιθανώς και την πηγή των κατηγοριών κατά του Ευριπίδη.

Παράσταση των "Βατράχων" του Αριστοφάνη στους κήπους του κολλεγίου Trinity του Πανεπιστημίου του Cambridge (Wikimedia Commons).

Παράσταση των “Βατράχων” του Αριστοφάνη στους κήπους του κολλεγίου Trinity του Πανεπιστημίου του Cambridge (Wikimedia Commons).

Ο ΑΓΩΝ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:

814-829:

Ο χορός των μυστών αγωνιά για την εξέλιξη αυτή, γιατί φοβάται τον χόλον που θα νιώσει ο ἐριβρεμέτας Αισχύλος (τον επίθετο, που σημαίνει, «αυτός που ανταριάζει», ανήκει συνήθως στον Δία!), μόλις δει τον αντίτεχνό του «να ακονίζει τον ὀξύλαλον ὀδόντα του!

Ο χορός περιγράφει τον αγώνα σαν μια επική μάχη. Από τη μια, ο Αισχύλος ως λέων, ως Γίγαντας, ως Τυφώνας, ανεξέλεγκτη δύναμη της φύσης: τα λόγια του υψώνονται σαν πύργοι και σαν λοφία ηρωικών περικεφαλαιών και αποσπώνται από τους στιβαρούς γόμφους τους με ένα γιγαντιαίο φύσημα σαν ξύλινες πλάκες.

Από την άλλη, ο Ευριπίδης ως λεπτολόγος τέκτων της τραγωδίας: πανούργος στοματουργός άνδρας, που σμιλεύει την τέχνη του με πολύμοχθη λεπτομέρεια και «μοιράζει λέξεις» με μια «λεία» γλώσσα, που ανελισσόμενη σαν φίδι «βασανίζει» και καταλεπτολογεῖ  με κόπο πολύ καλοδουλεμένες λέξεις και αποσείει τα χαλινάρια, όταν προσπαθούν να την ελέγξουν.

Κυπριακοί "Βάτραχοι" σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους και μετάφραση Κωστή Κολώτα (ΘΟΚ, 1989)

Κυπριακοί “Βάτραχοι” σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους και μετάφραση Κωστή Κολώτα (ΘΟΚ, 1989)

Τι υπονοεί λοιπόν ο χορός σχετικά με τη διεργασία διά της οποίας παράγουν το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης;

O χορός υπαινίσσεται ότι ο Ευριπίδης αξιοποιεί περισσότερο από κάθε τι άλλο κατά τη διαδικασία της καλλιτεχνικής παραγωγής την κούφια και ψευδο-πνευματώδη ρητορική των σοφιστών. Ο Ευριπίδης παίζει με τη γλώσσα, εισάγει μακρές συζητήσεις, οι οποίες στηρίζονται στο λεπτολόγο ζύγισμα των λέξεων, οι οποίες όμως καταλήγουν όχι απλά σχολαστικές, ψυχρές και κούφιες, αλλά και ηθικά επικίνδυνες, καθώς εκλαμβάνονται ως σοφαί και προκαλούν τον θαυμασμό κατωτέρων πνευμάτων.

Ο ίδιος ο Ευριπίδης στη Μήδεια αλλά και αλλού απηχεί ειρωνικά αυτές τις συζητήσεις (ενδεχομένως, όπως προείπαμε, τέτοια χωρία ακριβώς προκάλεσαν τις συζητήσεις). Αυτή βεβαίως που στιγματίζεται ως σοφή – καθαρά με τη σοφιστική έννοια – είναι η ίδια η Μήδεια. Ο Ιάσων μάλιστα βάλλει εναντίον της με γλώσσα που προσομοιάζει πολύ με αυτή των βατράχων: στοματοεργὸς ἀνήρ αποκαλείται ο Ευριπίδης στους Βατράχους, την στόμαργον γλωσσαλγίαν της Μήδειας επιχειρεί να αποκρούσει ο Ιάσων γινόμενος κι αυτός μὴ κακὸς λέγειν. Η ειρωνεία, βεβαίως, είναι λεπτή: ενώ η Μήδεια επικαλείται το δίκαιο των όρκων, της πίστεως, της φιλίας, της ικεσίας, είναι ο Ιάσων που ελίσσεται με επιχειρήματα προδήλως σοφιστικά και στρεψόδικα.

830-874:

Ακολουθεί ο καυγάς που παραδοσιακά προηγείται του επίσημου ἀγῶνος. Αισχύλος και Ευριπίδης εξαπολύουν κατηγορίες ο ένας κατά του άλλου, οι οποίες απηχούν τις προαναφερθείσες διατυπώσεις του Χορού.

Ο Αισχύλος είναι ένα παραφουσκωμένο ασκί, ένα ἀπύλωτον στόμα, γεμάτο κομπασμό, αλαζονεία, πόζα και αυταρέσκεια.

Ο Ευριπίδης είναι ένας θρασύς, που μολεύει την τέχνη της τραγωδίας με κουρέλια, αγοραία λόγια, ανοίκειους χαρακτήρες και ό,τι άλλο φτηνό, ταπεινό και ανόσιο βρίσκει μπροστά του. Ο Διόνυσος ελέγχει την κατάσταση και οδηγεί τα πράγματα στον οργανωμένο αγώνα, στον οποίο ο Ευριπίδης αναλαμβάνει να μιλήσει πρώτος.

885-936:

Μετά τις προσευχές, άρχεται το ἐπίρρημα (ο λόγος) του Ευριπίδη, ο οποίος ξεκινά ελέγχοντας τον Αισχύλο ως αλαζόνα και απατεώνα. Ο Αισχύλος φενακίζει τους θεατές με φτηνά θεατρικά κολπάκια, ατέλειωτα χορικά, τερατώδεις άγνωστες λέξεις, γελοίες εικόνες και άλλες αναφορές, που σκοπό έχουν να αποκρύψουν την έλλειψη ουσιαστικού μύθου από τις τραγωδίες του.

937-991:

Για να διορθώσει τις αγκυλώσεις αυτές, ο Ευριπίδης ως σοφός ιατρός υποβάλλει την τραγωδία σε θεραπεία, προκειμένου να την «ισχνάνει» από το «οίδημα» που της προκάλεσε ο Αισχύλος! Το φάρμακο είναι το μπόλιασμα της τραγωδίας με περιπάτους (φιλοσοφικές συζητήσεις), ἐπύλλια (λεξιλόγιο απαλλαγμένο από τον αισχύλειο φόρτο), όμορφες μονωδίες και άφθονη βιβλιακή σοφία.

Πάνω από όλα ο Ευριπίδης καυχιέται ότι δημοκρατικὸν δρῶν έδωσε φωνή στους κατώτερους χαρακτήρες· ότι εμπλούτισε την τραγική γλώσσα με στοιχεία από τη σύγχρονη ρητορική (ενίσχυσε δηλαδή αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμασε διάνοια)· και πάνω από όλα ότι εισήγαγε στο είδος οἰκεῖα πράγματα και ένα μιμητικό ρεαλισμό, ο οποίος έτεινε προς τὸ εἰκὸς καὶ τὸ ἀναγκαῖον. Όλα αυτά συνέτειναν, κατά τον Ευριπίδη, στη βελτίωση των πολιτών στην καθημερινή τους ζωή.

Ο Διόνυσος ειρωνεύεται τον Ευριπίδη: τα διδάγματά του είναι «ευτελή» και ταπεινά, άρα επί της ουσίας τὸ ἰσχνὸν στο οποίο οδήγησε της τραγωδίας ήταν η ισοπέδωση του ιδίου της του μεγαλείου, της gravitas.

992-1098

Ανταπαντώντας ο Αισχύλος επικεντρώνεται κυρίως στην ηθική επίδραση της τραγωδίας του Ευριπίδη στους Αθηναίους και στην επικίνδυνη κατρακύλα προς το φαύλο και το τετριμμένο που το είδος γνώρισε στα χέρια του Ευριπίδη.

Προτομή του Αισχύλου. Πηγή: "Bibliothek des allgemeinen und praktischen Wissens. Bd. 5" (1905), Abriß der Weltliteratur, Σελ. 43 (Wikimedia Commons)

Προτομή του Αισχύλου. Πηγή: “Bibliothek des allgemeinen und praktischen Wissens. Bd. 5” (1905), Abriß der Weltliteratur, Σελ. 43 (Wikimedia Commons)

Σε αντίθεση με τον Αισχύλο, ο οποίος γαλούχησε μια γενιά ηρώων, ο Ευριπίδης εξαχρείωσε τους συγχρόνους του με τα πορνίδια που παρουσίασε επί σκηνής, θυσιάζοντας την ηθική ευπρέπεια και το καθήκον του τραγικού ποιητή να λειτουργεί ως διδάσκαλος στο βωμό ενός ακραίου ρεαλισμού. Η προβολή αισθητικών αντί ηθικών προτεραιοτήτων είναι για τον αριστοφανικό Αισχύλο μορφή προδοσίας εκ μέρους του Ευριπίδη και κατά της τέχνης του και κατά του κοινού του.

Ο Ευριπίδης εξαχρείωσε επίσης την τραγωδία ντύνοντας τους ημίθεους ήρωες του παρελθόντος με ράκη και εμπλέκοντάς τους σε πράξεις ταπεινές και εξευτελιστικές. Ο Ευριπίδης κοντολογίς κατηγορείται ότι αφαίρεσε από την τραγωδία το ΎψοςΗ δε λαλιά και στωμυλία της τραγωδίας του εξέτρεψε τους νέους από τα γυμνάσια στις αγορές, ενώ αποθράσυνε ακόμη και τους ταπεινότερους των ανθρώπων να αντιμιλούν στους άρχοντες.

Η δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των πολιτών, την οποία διεκδίκησε ως άθλο ο Ευριπίδης, παρουσιάζεται εδώ από τον Αισχύλο ως προσκλητήριο δημαγωγίας και οχλοκρατίας, η συνθήκη ακριβώς που συνέτεινε στις πολιτειακές και πολιτικές ακρότητες, οι οποίες χαράκωσαν την Αθήνα στον ύστερο κυρίως 5ο αιώνα.

Παράσταση των "Βατράχων" από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, 1998). Από αριστερά προς τα δεξιά: Γιάννης Μπέζος (Διόνυσος), Νίκος Μπουσδούκος (Αισχύλος), Πέτρος Φιλιππίδης (Ξανθίας). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Παράσταση των “Βατράχων” από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, 1998). Από αριστερά προς τα δεξιά: Γιάννης Μπέζος (Διόνυσος), Νίκος Μπουσδούκος (Αισχύλος), Πέτρος Φιλιππίδης (Ξανθίας). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

ΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΣΤΟΥΣ «ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ»;

Ο Ευριπίδης στους Βατράχους παρουσιάζεται ως ο δραματουργός που:

  1. Δέχθηκε έντονη την επίδραση των Σοφιστών, με αποτέλεσμα να φορτώσει την τραγωδία με ανούσιες φιλοσοφικές συζητήσεις, ρητορισμούς και επιδεικτικότητα, καθώς επίσης και ανήθικους, στρεψόδικους, ιδιοτελείς χαρακτήρες, οι οποίοι χειραγωγούν την αλήθεια (και τους θεατές).
  2. Εκφαύλισε ηθικά το ακροατήριό του παρουσιάζοντας επί σκηνής ανόσιες πράξεις, φαύλους ανθρώπους, αισχρά ήθη, τα οποία συνέβαλαν στην πολιτική, κοινωνική και ηθική παρακμή της Αθήνας.
  3. «Κατέβασε» την τραγωδία από το ύψος του Αισχύλου εισάγοντας θέματα ανοίκεια για το είδος που υπηρετούσε (επειδή παραήταν οἰκεῖα!), χαρακτήρες ταπεινούς ή ταπεινωμένους και γλώσσα στερούμενη επικού μεγαλείου.
  4. Απεμπόλησε τη θεία έμπνευση ενός Αισχύλου για χάρη μιας έμπνευσης καθαρά εγκεφαλικής, βιβλιακής, η οποία εν τέλει κατέστησε την τραγωδία ψυχρή, αθεράπευτα ορθολογιστική οδηγώντας στην πτώση της.

Ο Αριστοφάνης συνοψίζει εδώ, εν πολλοίς, τη συντηρητική κριτική κατά του Ευριπίδη, η οποία ίσχυσε μέχρι και τον 20ο αιώνα: η τραγωδία του Ευριπίδη φαίνεται να σκανδάλισε πολλούς· να δημιούργησε φανατικούς πολεμίους και φανατικούς οπαδούς. Από τον τέταρτο αιώνα και εφεξής ο Ευριπίδης κατέστη ο δημοφιλέστερος τραγικός ποιητής. Χαρακτηρίστηκε ακόμη και από αυτόν τον Αριστοτέλη «ο τραγικότερος των ποιητών».

Η σκηνή του Αγώνα σε παράσταση των "Βατράχων" από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα, 1986). Από αριστερά προς τα δεξιά: Νικήτας Τσακίρογλου (Ευριπίδης), Ιάκωβος Ψαρράς (Αισχύλος). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Η σκηνή του Αγώνα σε παράσταση των “Βατράχων” από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα, 1986). Από αριστερά προς τα δεξιά: Νικήτας Τσακίρογλου (Ευριπίδης), Ιάκωβος Ψαρράς (Αισχύλος). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ;

Είναι γεγονός ότι η τραγωδία του Ευριπίδη συνομιλεί με τα καινούρια ρεύματα ιδεών της εποχής της, συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας των Σοφιστών. ΟΜΩΣ: Τέτοια δείγματα υπάρχουν και στον όψιμο Σοφοκλή (Φιλοκτήτης), προφανώς και σε άλλους. Σε κάθε περίπτωση, όπως τεκμηριώνει και η Μήδεια, η ενσωμάτωση των σοφιστικών τρόπων στο ευριπίδειο δράμα είναι οργανική και συντείνει στην προαγωγή της δράσης και την εμβάθυνση της διανοίας του μύθου. Ο αριβισμός, η υστεροβουλία, η στρεψοδικία, ο αμοραλιστικός ρητορισμός που αποδόθηκε στους Σοφιστές συνιστούν στον Ευριπίδη εργαλεία χαρακτηρολογίας και μυθοποιίας, τα οποία εντάσσονται οργανικά στο όλο σχήμα της παράστασης.

Από την άλλη, όπως σημειώνει η Gregory, «η ηθική περιπλοκότητα και ο επίμονος φιλοσοφικός προβληματισμός που χαρακτηρίζουν τα έργα του Ευριπίδη όχι μόνο δεν αντιφάσκουν με το τραγικό εγχείρημα, αλλά αποτελούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά του». Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί τα διανοητικά εργαλεία της εποχής του, προκειμένου να δημιουργήσει έργα που σε εποχή κρίσης θέτουν σε βάσανο, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα αποδομούν και υπονομεύουν, τις αβασάνιστες ηθικές προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η αθηναϊκή δημοκρατία.

Οι γλωσσικές, μετρικές και μουσικές πρακτικές του Ευριπίδη όντως ξένισαν, αλλά η γλώσσα του τουλάχιστον δεν προσεγγίζει πράγματι τόσο το οικείο και το καθημερινό όσο ισχυρίζονται οι Βάτραχοι. Παραμείνει γλώσσα τραγική, σε υψηλό ύφος, με ελάχιστες εξαιρέσεις καθημερινών εκφράσεων. Στο δε μέτρο και τη μουσική, ο Ευριπίδης όντως ενσωμάτωσε τις μεταρρυθμίσεις αυτού που σήμερα ονομάζεται Νέα Μουσική, επανέφερε όμως και στοιχεία που ο Αριστοτέλης συσχέτιζε με την πρώιμη τραγωδία, όπως η χρήση του τροχαϊκού τετραμέτρου.

Η δημιουργική ευφυία του Ευριπίδη τον οδηγεί στην ανανέωση του τραγικού είδους. Δεν πρέπει να ξεχνούμε όμως ότι πολλές από τις θεωρούμενες διαφορές του από τους σύγχρονους ομοτέχνους του είναι (α) υπερβολές, που οφείλονται στην άκριτη αποδοχή προκαταλήψεων· (β) στρεβλώσεις, που έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή σώθηκε πολύ μικρότερο δείγμα έργων. Η τραγωδία πρέπει να ήταν τελικά είδος πολύ πιο ελεύθερο και ποικίλο από ό,τι η τύχη (και οι συνταγές του Αριστοτέλη) μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε.

Η σκηνή του Αγώνα σε παράσταση των "Βατράχων" από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, 1973). Από αριστερά προς τα δεξιά: Λυκούργος Καλλέργης (Αισχύλος), Στέλιος Βόκοβιτς (Διόνυσος), Βασίλης Κανάκης (Ευριπίδης). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Η σκηνή του Αγώνα σε παράσταση των “Βατράχων” από το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, 1973). Από αριστερά προς τα δεξιά: Λυκούργος Καλλέργης (Αισχύλος), Στέλιος Βόκοβιτς (Διόνυσος), Βασίλης Κανάκης (Ευριπίδης). Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.

Advertisements