Tags

, , , , , , , , , , , , , , , , , ,


Ζούμε στην εποχή της παρωδίας. Παραφράζοντας τον Βάρδο,

This is the winter of our discontent. No glorious summer. No sons of York.

Σχεδόν τα πάντα γύρω μας αποτελούν παρωδικές εκδοχές του γνήσιου εαυτού τους. Αλλά ακόμη και η ίδια η εποχή μας ως ιστορική παρωδία διαστρέφει, παρωδεί τον τρόπο αυτό. Γιατί η πραγματική παρωδία είναι hommage ή έστω έχει τα κότσια να μην κρύβει πως στοχεύει στην επιθετική ανατροπή, τον ανταγωνισμό ή την καταχρηστική οικειοποίηση. Αυτό που ζούμε δεν ξέρει τι είναι και δεν ξέρει τι κάνει. Η εποχή μας παίρνει τον εαυτό της απολύτως στα σοβαρά κι έτσι μεγάλα φυσᾷ καὶ λαλεῖ, μ᾽ αυτή την κάλπικη ευγένεια, την εξυπνοβλακεία και τη φτιασιδωμένη μούρη της grande dame. H εποχή μας βάζει τα πιο ωραία της ταγιέρ και τα μανικιούρ και λικνίζεται από εμπορείο σε εμπορείο ηδονισμένη αλλά όχι ηδονική, πλαστικοποιημένη και άχαρη, γερασμένη και θλιβερή, πουλώντας, με την απόλυτη σοβαρότητα του ηλίθιου, την επιστημοσύνη της δεκάρας, τη στρατηγική του “κούντα το ως παρκάτου”, τα φύ(δ)ια για μεταξωτές διασώσεις. Η εποχή μας αυτοπαρωδείται.

cavafy54Γι᾽ αυτό λοιπόν με μια παρέα φίλων αποφασίσαμε να εκφράσουμε τα σώψυχά μας παρωδώντας τον Αλεξανδρινό. Κι αυτό όχι επειδή τα λόγια Εκείνου αυτά καθεαυτά θα μπορούσαν ποτέ να είναι κομμάτι της περιρρέουσας γελοιότητας, αλλά γιατί τα δικά μας τ᾽ αυτιά έχουν πλέον τόσο διαστραφεί, που τα πάντα εξοστρακίζονται στο τύμπανο ως παραφωνίες.

Τα ποιημάτια που ακολουθούν ας εκληφθούν με πνεύμα ιλαρό μέσα σε αυτή την εποχή της γελοιότητας.

Έγκλειστοι όντες (πού; δεν ξέρουμε, το κλουβί μας είναι σαν τα borders στο Word, τον αφέντη μας: με το πάτημα ενός κουμπιού τα “σβήνεις” κι όμως είναι πάντοτε εκεί), δεν θα μπορούσαμε παρά να ξεκινήσουμε με τα “Τείχη“):

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα και βαριά στηρ ράσιην μου σώριασαν χρέη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: την πούγκαν μου τρώνε οι κορέοι, διότι offshores πιο πολλά στο ΧΑΚ να πλύνω είχον. A, όταν σώριαζαν τα χρέη πώς να μην προσέξω. Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον ληστών ή ήχον. Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τα markets έξω.

Η αισχρή ταπεινότης μου τόλμησε να ασελγήσει κατά συρροήν και στο νοσταλγικό “Θυμήσου Σώμα“:

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Ή ΘΥΜΗΣΟΥ ΠΤΩΜΑ

Πτώμα, θυμήσου, όχι μόνο το πόσο εποθαμμάστηκες όχι μόνο τα ρούβλια και τα ευρώ όπου εκολύμπησες αλλά κ᾽ εκείνες τις κομπίνες που για σένα γέμιζαν τα βαλάντια φανερά κι ετρέμανε — και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε. Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζε, θυμήσου, η κάφτρα από το πούρο που σε τζόγαρε, πώς έσκαγε στα γέλια εκείνα τα πνιχτά, για σε, θυμήσου, ηλίθιο πτώμα.

Η λαμπρή Σταυρούλα Τσιπλάκου ασεβεί με τη σειρά της προς τα υπέροχα “Κεριά“:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας
σαν μια σειρά από τράπεζες κλεισμένες
απ’ των πολιτικών μας τα χεράκια

Οι τράπεζες οι σφαλισμένες πίσω μένουν
μια θλιβερή γραμμή ΑΤΜ σπασμένων
τα πιο κοντά βγάζουν λίρες ακόμη
φτωχά ΑΤΜ, μπασμένα και ζαβά.

Δε θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των
και με λυπεί τα πρώτα ευρώ των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ ΑΤΜ τα ανοιχτά.

Δε θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η τραγική γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα που τα κλειστά ΑΤΜ πληθαίνουν.

Κι ο ανυπέρβλητος Βάιος Λιαπής διαστρέφει ευφυέστατα τη “Διορία του Νέρωνος“:

Η ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΩΝΟΣ

Δεν ανησύχησεν ο Νίκων όταν άκουσε
του Ευρωπαϊκού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα ένα χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Εξήντα επτά χρονών είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που το Γιούρογκρουπ τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Λευκωσία θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξίδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στες τρόικες, στο κούρεμα, στες ολονυχτίες…
Του Βελγίου και των Βρυξελλών εσπέρες…
Α, των κεκαρμένων κεφαλών η ηδονή προ πάντων…

Αυτά ο Νίκων. Και στην Γερμανία ο Βόλφγανγκ
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα ενός χρονώ.

Η ποιητικωτάτη Κατερίνα Λιασή τα βάζει με το “Όταν ο φύλαξ είδε το φως” από τα Κρυμμένα:

Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
των Κυπριδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
στους Τροϊκανούς για φωτιά. Τώρα εφάνη
το επιθυμητόν σημείον. Πλην καθαρά
τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ από κούρεμα γουλί…
Πρώτο νούμερο ωστόσο μας ταιριάζει…
Πράγματα εις τους Κυπρίδες
πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
τα λόγια και τα ευρά των κι αυτά καλά.
Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Aλλά
η Μπανανία νήσος ημπορεί χωρίς Κύπριδες να
κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά. Ούτε τα ευρώ κι οι λίρες οι χρυσές
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
το Aπαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.

Η φιλτάτη Στέλλα Θεοχάρους παίζει με τη φωτιά και με το “Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων“, μ᾽ αυτό το δηκτικότατό του “διδώ”… Με την άδειά της βάζω κι εγώ μια-δυο μικρές πινελιές στο εξαίσιό της πόνημα:

Δεν καταδέχονταν ο Νίκαρος ο κόσμος να τον δει
να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλός.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή του
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια του.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο αεροπλάνο μπει
να πάει στις Βρυξέλλες,
πήρε τον γαμβρό του στον ναό του Προεδρικού,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε και τον ασπάζονταν,
«διαλγούντα», λέγει ο Φούλης, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός του χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθών ο θαυμάσιος ανήρ είπε στον γαμβρόν του
«Λούτζιε, ω γαμβρέ του Νίκαρου,
σπεύσε και έβγαλε έξω τας καταθέσεις ημών,
σπεύσε να μεταφέρεις τα εκατομμύρια ημών
όπως, επάν έξω γένηται, μηδείς ίδη δακρύοντας (τουλάχιστον) ημάς,
μηδέ ανάξιόν τι της οικογένειας ποιούντας.
Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον· αι τύχαι δε (των ἀλλων),
όπως αν το Γιουρογκρουπ διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο αεροπλάνο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Η Ελίνα Χριστοφόρου κόβει ένα κομμάτι από τις σάρκες της “Ιθάκης“:

Πάντα στο νου σου να ’χεις το μνημόνιο
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
Και προδομένος ν’ αράξεις στο νησί,
Φτωχός με όσα σου κούρεψαν στο δρόμο,
Μη προσδοκώντας συμπόνια να σε δώσει το Eurogroup

Το μνημόνιο σ’ έδωσε το χρεοκοπημένο ταξίδι
Χωρίς αυτό δε θα ’βγαινες στο δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχικό το βρεις, η Μέρκελ σε γέλασε
Έτσι πτωχός που έγινες, με την χρεοκοπία
Ήδη θα το κατάλαβες τα μνημόνια τι σημαίνουν.

Η Κατερίνα Λιασή και πάλι δεν μπορεί να απαλλαγεί από την “Υποψία“:

Και ποιος θα ομιλήσει το χειρότερο.
(Aυτό καλύτερα να μη ελέγονταν).
Ποιος θα ’λθει να μας πει (Μη τον ακούσομεν.
Μη τον ακούσομεν. Θα τον ηπάτησαν)
την άδικη κατηγορία· κ’ έπειτα
το κάλεσμα, το ξανακάλεσμα του ευρωκλαμπ,
τον ένδοξο τον ερχομό του Νίκωνος —
κούρεμα, και μαγικό ψαλίδι, και αγία Τράπεζα—
και επί τέλους την μονομαχίαν του,
εις την οποίαν τον ενίκησαν οι Σόυμπλε(ρ) και Μέρκελ.

Και το ανόσιο γλέντι το κλείνει η αφεντιά μου:

Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν. Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Μπανανία πάρθεν


Το ακόλουθο αναφέρεται στις  πρόσφατες εξελίξεις στην ηγετική πυραμίδα του ΑΚΕΛ (ενημέρωση 24.12.13):

Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΩΜΙΤΟΥ

Δυσαρεστήθηκεν ο Δικωμίτης
Δημήτριος που στη Σιβηρίαν
δεν δέχονταν εκείνον τον απαίσιον,
τον Κατσουρίδην, που εσήκωσεν
κρυφήν παντιέραν ξαφνικά και τίποτις
δεν ένιωθεν ο ανόητος
από ανάγκας ιδεολογικάς κι ανησυχίας.
 
Μα δεν το βλέπει;
(λες και δεν φτάνει ο Πόλυς ο αθυρόστομος)
θα καταντήσει πια και παίγνιο μες στο κόμμα
η χάρη του. Να μην ξεχνούν πως είναι
και πρώην Γραμματεύς. Τουλάχιστον,
όσον υπάρχει ο Άντρος (η προθυμία πλέον δεν ευδοκιμεί),
ας διατηρούμεν μιαν αξιοπρέπειαν,
ας τρώμεν πού και πού κάναν κομματικόν,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ονειρευτούμεν
όνειρα ολοπόρφυρα, συνθήματα λαμπρά.
 

Αριστεροί είμεθα κι εμείς, τι άλλο είμεθα;


[ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 7 Ιανουαρίου 2015]

H Εκπρόσωπος Τάφου, κατά κόσμον Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Άννα Παναγιωταρέα, και ο λαμπρός “Πολυκαισαρίης” της (!) ενέπνευσαν τη Σταυρούλα Τσιπλάκου να μεταποιήσει ξεκαρδιστικά το “Dünya Küzeli“. Για τη μεγαλοπρεπέστατη μπαρούφα της κυρίας Παναγιωταρέα, την οποία έκανε τρισχειρότερη προσπαθώντας να την καλύψει, διαβάστε περισσότερα στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου.

Ιδού οι φρέσκες παρωδίες:

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΙΠΛΑΚΟΥ, “Dünya Polykesaryi”

Το φέησμπουκ δεν μ’ απατά, είν’ αληθή τα νέα,
από τον τύμβον με έβγαλεν η Παναγιωταρέα.
Εντός αυτού του μισητού κλεισθείς εγώ μνημείου,
τις ήμην ποίος ήξευρεν επί της υφηλίου;
Οι φαύλοι που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίης»
Τώρα βλέπουν να εξέρχομαι, περικαλλής, χαρίεις.
πλην, φευ, τι ωφελεί;

Μόνον αντίζηλοι εχθροί φαρμακευμένον βλέμμα
με ρίπτουν, κι οι φιλόλογοι κι οι γλωσσολόγοι ψέμμα,
πλαστόν και ανελλήνιστον καλούν το όνομά μου
και ψέγουν την Εκπρόσωπον. Άννα, μήτερ, μαμά μου,
σύγγνωθι την καρδίαν μου αλγούσ’ αν εκφωνή,
«γιατί, Άννα, γιατί;»

Aν «Καισαρίωνα» μ’ έλεγες, θα ήσο ελευθέρα
εις πάντας να με τσαμπουνάς και νύκτωρ κ’ εν ημέρα·
και Mήτσοι μετά θαυμασμού, Σταυρούλαι μετά φθόνου
θα ωμολόγουν, βλέποντες τον πόδα μου, εκ συμφώνου,
ότι ο τύμβος ως εμού Greek toe δεν θα παράξη.
Θα ήσο, Άννα, και εσύ, με τον Τρυπάνη εντάξει
θα επληρούντο του Καστά με πλήθος οι ουδοί
ίνα καθείς με ιδή.