Tags

, , ,


nea-proklisi-repousi-nekri-glossa-ta-arxaia-ellinika-1-315x236Η κυρία Μαρία Ρεπούση, βουλευτής του κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς, μιλώντας τις προάλλες από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων σχετικά με το πρόγραμμα του νέου Γενικού Λυκείου έκανε αυτό που ξέρει καλά: επιχείρησε να καταρρίψει έναν ακόμη, κατά την άποψή της, «εθνικό μύθο», την οργανική σχέση της Αρχαίας με τη Νέα Ελληνική και συνακολούθως την αναπαλλοτρίωτη αξία της υποχρεωτικής και επαυξημένης διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη Μέση Εκπαίδευση (όχι μόνο στο γυμνάσιο αλλά και στο λύκειο).

Η προσπάθειά της θα ήταν σίγουρα πιο πειστική, αν (α) η ίδια στο παρελθόν κατ᾽ επανάληψη δεν είχε επιχειρήσει να αντικαταστήσει ορισμένους «εθνικούς μύθους» (κάποιοι από τους οποίους είναι όντως ψυχωφελείς ιστορίες μάλλον παρά ιστορικές πραγματικότητες) με άλλα ακόμη πιο έωλα μυθεύματα λέγοντας μισές αλήθειες και αδυνατώντας να χαλιναγωγήσει την ιδεολογική της προκατάληψη· και (β) αν στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητούσε την παιδαγωγική αξία της Αρχαίας Ελληνικής με μοναδικό ουσιαστικό επιχείρημα ότι η γλώσσα αυτή δεν έχει φυσικούς ομιλητές, δηλαδή δεν αποτελεί τη μητρική γλώσσα κανενός.

Ως φυσικόν, οι τοποθετήσεις της κυρίας Ρεπούση προκάλεσαν πόλεμο, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μεταξύ διαφόρων ασόβαρων, ενίοτε και ιδιοτελών ομάδων. Από τη μια βρίσκονται όλοι αυτοί που κάποτε από αφέλεια, κάποτε με άλλα, σκοτεινότερα κίνητρα επιχειρούν να πείσουν για την αξία της Αρχαίας Ελληνικής (χωρίς καν να κατέχουν τη Νέα) με το να αναπαράγουν ένα σωρό μπαρούφες και παραμύθια (ότι, π.χ., τα Αρχαία Ελληνικά είναι μαθηματική γλώσσα και η κατεξοχήν γλώσσα των υπολογιστών, ότι οξυγονώνει τον εγκέφαλο, ότι καταπολεμά τη δυσλεξία, ότι παραλίγο να γίνει η επίσημη γλώσσα των Η.Π.Α. κλπ κλπ κλπ: το μόνο που δεν ακούσαμε είναι ότι θεραπεύει τη στυτική δυσλειτουργία και χαμηλώνει τη χοληστερίνη). Από την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων, όμως, παρατάσσεται μια εξίσου ακραία και δυστυχώς συμπλεγματική πτέρυγα της Αριστεράς, η οποία αδυνατεί να αποβάλει τα εμφυλιοπολεμικά της σύνδρομα και επιμένει να ταυτίζει — καλύτερα, να χαρίζει — τα αρχαία ελληνικά και τον κλασικό πολιτισμό στον συντηρητισμό και τη μαύρη αντίδραση: με άλλα λόγια, να γίνεται ο καλύτερος πασαδόρος της Χρυσής Αυγής.

Η συζήτηση μπορεί να συνεχίζεται επ᾽ άπειρον· είναι τόσα πολλά τα σημεία στα οποία μπορεί να σταθεί κανείς. Προσωπικά, θα επιχειρήσω να διατυπώσω μερικές απλές σκέψεις, ως κλασικός φιλόλογος που θεραπεύει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θέλω να πιστεύω, χωρίς φετιχισμό, χωρίς αρχαιοπληξίες, χωρίς ψευδαισθήσεις και αφέλειες, αλλά και χωρίς αμφιβολίες για την αξία αυτών των κειμένων ως εργαλείων ουσιαστικής, κονστρουκτιβιστικής, δημοκρατικής αγωγής (όχι κατήχησης, όχι πανηγυρικών από άμβωνος ή απειλών για την επερχόμενη συντέλεια του αιώνος – βλ. “η πολιτιστική μας διάβρωση”, “η επέλαση των νέας τάξης πραγμάτων” και άλλα ωραία τινά). Θα σταθώ, λοιπόν, σε μερικά μόνο από τα επιχειρήματα που επανέρχονται από τους υποστηρικτές των θέσεων της κυρίας Ρεπούση με σεβασμό προς κάθε άποψη και με την ελπίδα ότι στο τέλος δεν θα επικρατήσουν, τώρα ή σε λίγο καιρό, οι ακραίες θέσεις που οδήγησαν πριν από μερικές δεκαετίες τα αρχαία ελληνικά στην έξωση από το γυμνάσιο.

1. “Τα αρχαία ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς ομιλητές”. Ορθό τύποις, αλλά άσχετο κατ᾽ ουσίαν. Και σίγουρα, ο συλλογισμός “τα αρχαία ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα, άρα δεν πρέπει να διδάσκονται ως υποχρεωτικό μάθημα” είναι μνημειώδες non sequitur. Και άλλες ιστορικές ή λογοτεχνικές ποικιλίες της ελληνικής γλώσσας είναι “νεκρές” ή δεν υπήρξαν ποτέ “ζωντανές”, ουδέποτε όμως κανείς αμφισβήτησε την παιδαγωγική τους αξία. Και τα αγγλικά του Τσώσερ ή του Σαίξπηρ είναι εκτός γλωσσικής επικαιρότητας εδώ και μερικούς αιώνες (οι Αγγλοσάξονες μαθητές δεν μπορούν να τα διαβάσουν χωρίς σχετική βοήθεια), αλλά κανείς δεν διανοείται να εισηγηθεί τη διδασκαλία των κειμένων αυτών αποκλειστικά και μόνο από μετάφραση ή την πλήρη απομάκρυνσή τους από τα αναλυτικά προγράμματα. Οι γλωσσικές ποικιλίες γεννιούνται και πεθαίνουν ανάλογα με τον υπέρτατο βραβέα, τη Χρήση και τον Χρόνο· και η εξαφάνιση μιας γλωσσικής ποικιλίας δεν απαιτεί κατ᾽ ανάγκην χιλιετίες ή αιώνες, μπορεί να συμβεί και σε διάστημα δεκαετιών. Ποιος φυσικός ομιλητής μιλά σήμερα τη γλώσσα του Ιωάννη Μαλάλα, του Βασίλειου Διγενή Ακρίτη, του Ερωτόκριτου ή τις κατεξοχήν επίπλαστες λογοτεχνικές ιδιολέκτους του Καζαντζάκη ή του Παπαδιαμάντη; Τι σχέση όμως έχει τελικά το ερώτημα αυτό με το κατά πόσον ο Ψελλός, ο Ακρίτης, ο Ερωτόκριτος, ο Καζαντζάκης ή ο Παπαδιαμάντης αξίζει να διδάσκονται στα σχολεία; Η παιδαγωγική αξία μιας γλώσσας (και του πολιτισμού τον οποίο απηχεί) είναι σίγουρα απόφαση πολιτική (όπως, εν μέρει έστω, είναι και η κρίση για την ιστορική συνέχεια μιας γλώσσας). Είναι όμως επίσης, αναμφιβόλως, απόφαση ολωσδιόλου άσχετη με το κατά πόσον η γλώσσα αυτή είναι νεκρή ή ζωντανή. Η άποψη ότι τα αρχαία ελληνικά δεν πρέπει ή δεν χρειάζεται να διδάσκονται επειδή είναι γλώσσα νεκρή, είναι άποψη που, έστω και αν ενδύεται την προβιά της Αριστεράς, είναι στην πραγματικότητα βαθιά αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη. Εδράζεται στην πεποίθηση ότι το σχολείο (ή το πανεπιστήμιο) πρέπει να είναι αποκλειστικά και μόνο προσανατολισμένο στις ανάγκες της Αγοράς και ως εκ τούτου να αποβάλλει ο,τιδήποτε αποσπά την προσοχή του μαθητή από αυτές. Η ίδια άποψη, αν επικρατήσει, θα εξωθήσει από τη Μέση Εκπαίδευση τις ανθρωπιστικές επιστήμες στο σύνολό τους, όχι μόνο τα Αρχαία Ελληνικά.

2. «Η κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο μετά τη Μεταπολίτευση δεν έβλαψε τη γλωσσική επάρκεια των μαθητών». Αυτό απλούστατα δεν το γνωρίζουμε, διότι, εξ όσων ξέρω τουλάχιστον (παρακαλώ, διορθώστε με, αν κάνω λάθος), ουδέποτε έγιναν σχετικές μετρήσεις (και πώς θα μπορούσαν να γίνουν με σοβαρότητα, όταν στον ελληνικό κόσμο δεν έχουμε ακόμη Εθνικά Επίπεδα;). Αλλά σε κάθε περίπτωση το ερώτημα μπορεί να αντιστραφεί: μήπως η επανεισαγωγή των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο έβλαψε την επάρκεια στη μητρική γλώσσα; Υπήρξαν τα Αρχαία Ελληνικά τροχοπέδη για την κατάκτηση της Κοινής Νέας Ελληνικής; Αν όχι, γιατί να τα καταργήσουμε; Είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι, εντός του κατάλληλου παιδαγωγικού πλαισίου, όπως είναι κατεξοχήν, π.χ., ο κριτικός γραμματισμός, η (έμμεση ή άμεση) αντιπαραβολική διδασκαλία Αρχαίων και Νέων Ελληνικών ή Νέων Ελληνικών και αρχαϊζουσών εκφάνσεων της Νέας Ελληνικής δεν θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη για τους μαθητές μας;

3. Η απάντηση που δίνεται συνήθως στο ερώτημα αν η Αρχαία Ελληνική έβλαψε τη μητρική γλώσσα είναι ότι «ίσως δεν την έβλαψε μεν, αλλά, καθώς το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών είναι αποκρουστικό για τη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών, τότε η επανεισαγωγή των Αρχαίων ήταν φθαρτική σε ψυχολογικό αν όχι σε παιδαγωγικό επίπεδο». Η απάντηση και σε αυτό το επιχείρημα είναι απλή. Πρωτίστως, δεν μπορώ να δεχθώ αξιωματικά ότι οι μαθητές συλλήβδην σιχαίνονται τα Αρχαία Ελληνικά: και εδώ χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, για να μην μιλάμε στον αέρα. Αλλά ακόμη και αν ισχύει αυτό, το πρόβλημα προφανώς εντοπίζεται στη μέθοδο της διδασκαλίας και όχι στο αντικείμενό της. Εδώ συμπλέω απόλυτα με το σχόλιο ενός συναδέλφου, όπως το διατύπωσε στο Facebook:

«Αφήστε τη Ρεπούση και κοιτάχτε να φτιάξετε τα αναλυτικά προγράμματα, που νομίζουν τα παιδιά (και όχι μόνο) ότι Αρχαία είναι να ξέρεις κατά λέξη τη μετάφραση και ένα μάτσο εξαιρέσεις γραμματικών κανόνων».

Αυτό είναι μια πικρή πραγματικότητα. Για χρόνια η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής υπήρξε σχολαστική και στείρα. Στην Κύπρο καταβάλλουμε προσπάθεια από το 2009 να αλλάξουμε το δεδομένο αυτό βασισμένοι σε μια σειρά σύγχρονων γλωσσολογικών και παιδαγωγικών παραδοχών. Η πιο σημαντική από τις παραδοχές αυτές είναι ότι, ανεξαρτήτως του πώς τοποθετείται κανείς συναισθηματικά και ιδεολογικά απέναντι στα Αρχαία Ελληνικά (γιατί περί αυτού πρόκειται κυρίως, μην γελιόμαστε, περί συναισθηματικής σχέσης και ιδεολογικής τοποθέτησης, που δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και δημοκρατική), η πανέμορφη γλώσσα αυτή, που ορίζει, θέλουμε δεν θέλουμε, την ταυτότητά μας, ΔΕΝ είναι η μητρική γλώσσα των μαθητών, άρα δεν μπορεί να διδαχθεί αποτελεσματικά παρά μόνο με τις μεθόδους διδασκαλίας των ξένων γλωσσών. Ελπίζουμε η προσπάθεια αυτή να καρποφορήσει, αφού ο ένας και μοναδικός στόχος είναι να μάθουν τα παιδιά μας Αρχαία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ευρύτερη παιδεία τους: διότι αν η διδασκαλία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν υποστηρίζει τους στόχους ενός ολοκληρωμένου, σύγχρονου και μαθητοκεντρικού παιδαγωγικού προγράμματος, απαλλαγμένου από σοβινιστικές αυταπάτες και συντονισμένου με τις πιο σύγχρονες κατακτήσεις της φιλολογικής και της γλωσσολογικής έρευνας, τότε είναι ανερμάτιστη και μοιραία θα αστοχήσει.

4. Γιατί να μάθουν όμως Αρχαία τα παιδιά μας; Μεγάλη συζήτηση. Το ενδιαφέρον και το παρήγορο όμως είναι ότι ακόμη και οι πιο άσπονδοι εχθροί της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών τότε και τώρα δεν αρνούνται την παιδαγωγική αξία της διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών και λογοτεχνιών στο γυμνάσιο ή/και το λύκειο — τότε, διότι οι πλείστοι αριστεροί συνομιλητές επί του θέματος ήταν οι ίδιοι μεγάλοι φιλόλογοι, που πίστευαν ειλικρινά (ασχέτως αν προσωπικά θεωρώ πως είχαν άδικο) ότι έτσι διέσωζαν την αρχαιογνωσία· τώρα (Ρεπούση και οι συν αυτή), διότι, κατά τη γνώμη μου, το πολιτικό κόστος της αντίθετης άποψης (“στον Καιάδα η αρχαία Ελλάδα και τα αρχαία ελληνικά!”), που δεν ξέρω αν θα την ήθελαν, θα ήταν συντριπτικό. Αν λοιπόν ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός έχει πολλά να διδάξει σε διάφορα επίπεδα (κι αυτό όχι γιατί είναι η Χώρα του Φωτός ή διότι υπερέχει οντολογικά του αρχαίου αιγυπτιακού, σουμεριακού, σανσκριτικού ή κινεζικού πολιτισμού, αλλά γιατί είναι η πηγή των πλείστων σύγχρονων discourses στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο), και αν ωφελεί όχι μόνο τους μαθητές εκείνους που ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν φιλολογικές σπουδές αλλά το σύνολο των εκκολαπτόμενων συμπολιτών μας, διερωτάται κανείς απλοϊκά και χωρίς το παραμικρό ίχνος εθνικισμού: θα βλάψει μήπως τους μαθητές η δυνατότητα να γνωρίσουν αυτό τον πολιτισμό και στη γλώσσα που τον εξέθρεψε; Είναι άχρηστη, ανούσια και αποπροσανατολιστική η γνώση του γλωσσικού οργάνου, δηλαδή του προσληπτικού φίλτρου, μέσα από το οποίο συγκροτούσαν τον κόσμο τους οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι; Ενώ δεν αμφισβητείται επ᾽ ουδενί η πρακτική αξία της διδασκαλίας από μετάφραση, δεν καταλαβαίνει καλύτερα μήπως κανείς την Ορέστεια, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό, αν μπορεί να διαπιστώσει τις σημασιολογικές μεταπτώσεις όρων όπως δίκη και τέλος;

Μπορούμε και πρέπει να συζητήσουμε για πολλά πράγματα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη νηφαλιότητα:

  • Ποια είναι η κατάλληλη μέθοδος διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο; Έχουν αποδώσει οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν μέχρι σήμερα και που πεισματικά αρνούνταν να παραδεχθούν ότι για τα παιδιά μας τα Αρχαία Ελληνικά είναι ξένη γλώσσα, με διάφορες εκδοχές της οποίας μπορεί μεν να έρχονται ποικιλοτρόπως σε επαφή, αλλά η οποία, πώς να το κάνουμε, δεν έχει φυσικούς ομιλητές;
  • Ποια πρέπει να είναι η αναλογία ωρών διδασκαλίας μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, ώστε η πρώτη να μην καταλήγει να στραγγαλίζει τη δεύτερη, και πώς πρέπει, αν πρέπει, αυτή να μεταβάλλεται προϊόντος του χρόνου;
  • Ποιοι πρέπει να είναι οι εν γένει στόχοι του γλωσσικού μαθήματος στη Μέση Εκπαίδευση; Τι σημαίνει πραγματικά γλωσσική επάρκεια; Ισοδυναμεί αυτή με την κατοχή του κλιτικού παραδείγματος και το παπαγαλίστικο αράδιασμα των πιο απίθανων κανόνων και γραμματικοσυντακτικών εξαιρέσεων; Πώς μπορεί η διδασκαλία της Αρχαίας και της Νέας Ελληνικής να λειτουργήσουν ως εργαλεία ευρύτερης γλωσσικής και μεταγλωσσικής παιδείας, ώστε τα παιδιά μας “να γνωρίσουν τις ποικίλες γλωσσικές και κειμενικές μορφές σε συνάρτηση με τα κοινωνικά, πολιτισμικά, ιστορικά συγκείμενα μέσα στα οποία παράγονται, να μάθουν να κατανοούν τα παιχνίδια που παίζονται δια της γλώσσας” (το χωρίο ανήκει σε καλή συνάδελφο και φίλη, που εργάστηκε για το Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα για τα Νέα Ελληνικά του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου);
  • Πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε την αρχαιομάθεια προς την κατεύθυνση μιας αρχαιογνωσίας ουσιαστικής και απαλλαγμένης από συμπλέγματα; Πώς μπορούμε να διδάξουμε αρχαία, μεσαιωνικά, νέα ελληνικά, κρητική, κυπριακή, ποντιακή διάλεκτο, ο,τιδήποτε ελληνικό, χωρίς εθνικισμό, με τρόπο που να διαμορφώνει σύγχρονους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι να διατηρούν – περήφανοι, γιατί όχι – τη συνείδηση της εθνοτικής τους διαφοράς αποδεχόμενοι τον Άλλο με σεβασμό; Η αρχαία Ελλάδα, που δεν ήταν «όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος», έχει πολλά παραδείγματα να δώσει γι᾽ αυτό και από την καλή και από την ανάποδη (δείτε, π.χ., εδώ και εδώ δυο προτάσεις για το πώς μπορεί να κανείς να διδάξει από την ανάποδη αρχαία Ελλάδα  “χρήσιμη” για το σήμερα).

Αυτά και άλλα πολλά πρέπει να σκεφτούμε εγκαταλείποντας, Αριστερά και Δεξιά, η καθεμιά με τον τρόπο της, τις συμπλεγματικές ιδεοληψίες και τους δικαιωτικούς της μύθους.

Advertisements