Tags

, , ,


xomenidis_0Το Σοφό Παιδί γράφτηκε το 1989, όταν ο Χρήστος Χωμενίδης (1966-) ήταν μόλις 23 ετών (δηλαδή όχι πολύ μεγαλύτερος από τον αφηγητή του μυθιστορήματός του).  Δημοσιεύτηκε το 1993 από τις Εκδόσεις Εστία (ενώ ξανακυκλοφόρησε το 2008 από τον Πατάκη).

Το μυθιστόρημα αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και χαιρετίστηκε ενθουσιωδώς από την κριτική: “διαβάζεται απνευστί”, κατά τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο· “το μέλλον θα δείξει αν όντως γεννήθηκε ένας νέος Καραγάτσης”, έγραψε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος· είναι “ίσως η λύση στα προβλήματα της σοβαροφάνειας που έλκει τους νέους συγγραφείς”, σύμφωνα με τη διεισδυτική παρατήρηση ενός άλλου κριτικού. Το Σοφό Παιδί αποτελεί μέχρι σήμερα το πιο γνωστό και μακράν το πιο επιτυχημένο μυθιστόρημα του Χωμενίδη. 

Το απόγευμα πήγαινε τη Νίκη βόλτα με το καρότσι και το σούρουπο αφοσιωνότανε στις σοβαρότερες μελέτες του. Είχε ξεσκονίσει τη βιβλιοθήκη του Τζαίηκομπ και τη διάβαζε τόμο τόμο, σημειώνοντας στα  περιθώρια των σελίδων προσωπικά του σχόλια που – όταν δεν είναι εντελώς γριφώδη – κυμαίνονται ανάμεσα στη μεγαλοφυία και στην εξόφθαλμη ανοησία (σ. 188). 

2553007Το πιο πάνω απόσπασμα, που περιγράφει τις πνευματικές ανησυχίες του μικρού Νικόλα από το Πάπιγκο Ιωαννίνων, του πρωτοπρόσωπου, ομοδιηγητικού αφηγητή του μυθιστορήματος, θα μπορούσε να αποτελέσει (ιδιαίτερα το υπογραμμισμένο χωρίο) ακριβέστατη περιγραφή του ιδίου του πεζογραφήματος! Είναι ξεκάθαρο ότι ο Χωμενίδης κλείνει εδώ μεταλογοτεχνικά το μάτι στον προσεκτικό αναγνώστη του. Το Σοφό Παιδί, απολύτως συνειδητά, προγραμματισμένα και στρατηγικά, κινείται μεταξύ ιδιοφυίας και γελοιότητας. Παράλληλα, αναγκάζει και τον αναγνώστη, δοκιμάζοντας σαδιστικά την υπομονή του, να παλινδρομεί ανάμεσα στην αγανάκτηση, το νευρικό γέλιο, την ανυπομονησία, για να φτάσει στο τέλος όμως στην επιδοκιμασία και τον θαυμασμό.

Μία αναγνώστρια γράφει τα εξής εύστοχα και χαριτωμένα στον ιστότοπο Goodreads:

Διαβάζοντας το “Σοφό παιδί”, αμφιταλαντευόμουν συνεχώς ανάμεσα στο ένα και τα πέντε αστεράκια. Πρόκειται για ένα από τα λίγα βιβλία που κατάφεραν να μου προκαλέσουν ταυτόχρονα εθισμό και απέχθεια. Ο (αντι-) ήρωας της ιστορίας είναι ουσιαστικά ένα εγωκεντρικό, ανώμαλο μικρό κάθαρμα με παιδοφιλικές τάσεις. Το σενάριο εμποτίζεται τακτικά με γερές δόσεις από εντελώς εξωφρενικά γεγονότα που συχνά με τσάντιζαν απίστευτα. “Ποιός νομίζει ότι είναι αυτός ο κύριος Χωμενίδης” σκεφτόμουν, “που μας δουλεύει τόσο άγρια με τα αρρωστημένα σενάρια της φαντασίας του;” Νάνοι-υπηρέτες, πράκτορες της CIA, αρμένιοι καλόγεροι, μαζοχιστές σχεδιαστές μόδας, νευρασθενείς με τηλεκινητικές ικανότητες, κύπριοι πρόσφυγες-χούλιγκαν, παλάτια με θρόνους στη μέση της ελληνικής επαρχίας και ιπτάμενες παντόφλες παρέλαυναν μπροστά μου αλαζονικά χωρίς καμία λογική εξήγηση για το παράλογο της ύπαρξης τους. Αν αυτός ο τύπος δεν έγραφε τόσο αριστουργηματικά, θα είχα παρατήσει το βιβλίο από τις πρώτες σελίδες. Όμως οφείλω να ομολογήσω ότι ο Χωμενίδης είναι ένας μαιτρ της γλώσσας. Ελάχιστοι είναι οι συγγραφείς με την έμφυτη ικανότητα να χειρίζονται την γλώσσα με τόση άνεση, πρωτοτυπία και δημιουργικότητα. Για χάρη της εξαιρετικής γραφής του Χωμενίδη και το καυστικό του χιούμορ έφαγα στη μάπα το δούλεμά του, αλλά και τις άκρως ενοχλητικές περιγραφές από μπανιστήρια, αυνανισμούς, όργια και σεξουαλικές παρενοχλήσεις ανηλίκων που μου σέρβιρε σε γενναιόδωρες ποσότητες στις σελίδες του. Στο τέλος άξιζε τον κόπο, αν και όταν το τελείωσα ένοιωσα ανακούφιση που ξέφυγα από το (γερό) κράτημα της γραφής του.

Ένας άλλος, στον ίδιο ιστότοπο, είναι λιγότερο μεγαλόψυχος:

Το χαζό παιδί που διηγείται σαχλαμάρες. Συγχωρείται ως πρωτόλειο.

Και οι δύο αναγνώστες, βεβαίως, έχουν δίκαιο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Το “σοφό παιδί” αφηγείται όντως, ως επί το πλείστον, σαχλαμάρες. Αλλά εδώ ακριβώς κρύβεται το νόημα.

Το μεγαλύτερο αφηγηματικό ατού του μυθιστορήματος αποτελεί μια ιδιαιτέρως οξεία και αιχμηρή αίσθηση του Παραλόγου, που κυμαίνεται από τη λεπτή ειρωνεία μέχρι την προκλητική γελοιότητα και από το παράδοξο μέχρι το παντελώς εξωφρενικό, το σουρεάλ και το ακατανόητο.

6475517Από το μυθιστόρημα απουσιάζει πλήρως ο,τιδήποτε θα έμοιαζε με παραδοσιακή πλοκή (δηλαδή με το ξετύλιγμα μιας ιστορίας με εσωτερική λογική και τάξη), παρά το γεγονός ότι η αφήγηση εξελίσσεται χρονολογικά και διαιρείται σε πέντε διακριτές θεματικές ενότητες (ο αφηγητής περιγράφει την ενηλικίωσή του, από τα εννιά μέχρι τα είκοσί του χρόνια, κατά τα έτη 1974-1985).

Στην πρώτη ανάγνωση, σχηματίζεται αναπόφευκτα η εντύπωση μιας απόλυτης αφηγηματικής αταξίας. Αιωρείται ακόμη και η υποψία ότι ο νεαρός συγγραφέας περιφρονεί τον  αναγνώστη του, αφού τα επεισόδια που συνθέτουν την αφήγηση είναι βασανιστικώς ανούσια και μπανάλ (ή το αντίθετο: εντελώς τρελά και ασύλληπτα), χωρίς κανέναν προφανή συμβολισμό ή βαθύτερο νόημα: ατέλειωτες, επαναλαμβανόμενες παρτούζες και οφθαλμόλουτρα· μια ξαναμμένη νεαρή γυναίκα που ανδρώνει σεξουαλικά τον εννιάχρονο αφηγητή πριν την ώρα του· χριστολογικές συζητήσεις με μισότρελους καλογήρους· συναλλαγές με σκιώδεις τύπους που πουλούν τις υπηρεσίες περίεργων όντων τα οποία αποκαλούνται “ανθρωπίδια”· σαδιστικά καψόνια στο σχολείο (μια παρέα Κύπριοι χουλιγκάνοι, π.χ., που ξεθάβουν τον αγαπημένο σκύλο ενός κακόμοιρου κοριτσιού)· ένα βασιλικό παλάτι μεσαιωνικού τύπου που κτίζεται στην άκρη του πουθενά και στη συνέχεια διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη· ένας επαρχιώτης τυραννίσκος που καλεί τους χωρικούς να του υποβάλουν τα σέβη τους και φωνάζει “εγώ είμαι ο Χριστός!”· το μεγάλο κατόρθωμα, πηγή ισόβιας υπερηφάνειας, του αφηγητή (ότι ως Μεταξάς σε σκετσάκι για την 28η Οκτωβρίου στο τελεσίγραφο του Γκράτσι απάντησε στεντορείως… Ναι)· ένας ομοφυλόφιλος Αμερικάνος πράκτορας που, όταν δεν γράφει μανιωδώς μυθιστορήματα-ποταμούς, ξεσκίζεται με τους πάντες και τα πάντα, εις επήκοον, ενίοτε και εις θέαν, του νεαρού αφηγητή, ώσπου στο τέλος εξαφανίζεται μυστηριωδώς, για να ανευρεθεί δολοφονημένος στη Μόσχα ως… Ολλανδός διπλωμάτης· και άλλα πολλά – εκ πρώτης όψεως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι. Σε όλα αυτά προσθέστε την ανοικονόμητη πλειάδα των δευτερευόντων χαρακτήρων που παρελαύνουν είτε στην κυρίως αφήγηση είτε στις (ουκ ολίγες!) παρεκβάσεις, διάττοντες αστέρες που λάμπουν για ευάριθμες σελίδες και μετά χάνονται…

Και όμως υπάρχει τάξη, θα τολμούσα να πω τάξη ιδιοφυής, σε όλη αυτή την αφηγηματική τρέλα. 

Μέσα από το φίλτρο ενός αποκρουστικού, ουσιαστικά, αφηγητή και κάτω από τις γραμμές των ανούσιων ιστοριών που αυτός κατέγραψε μια περίεργη νύχτα στο Λονδίνο, ενόσω ο θετός αδελφός του κειτόταν δίπλα του νεκρός χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί ο,τιδήποτε, σκοτωμένος με τρόπο τουλάχιστον περίεργο και ανεξήγητο, ο Χωμενίδης περνά όλο τον παραλογισμό, την παράνοια, τον ανερμάτιστο καταναλωτισμό, τη φρενήρη μεγαλομανία, την αρχοντοχωριάτικη χυδαιότητα, τη νεοπλουτίστικη μπαναλιτέ, τον αποπροσανατολισμό και την ανηθικότητα, την αποσάθρωση και τη βαρβαρότηταμε μια λέξη: τη ΦΑΡΣΟΕΙΔΗ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ – της Μεταπολίτευσης. 

ΧωμενίδηςΉδη ο τίτλος του μυθιστορήματος,  βαθύτατα σαρκαστικός, αποπνέει αυτή τη διάθεση της φάρσας. Δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά σοφό σ᾽ αυτό το δήθεν “σοφό παιδί” που αφηγείται τη δεκαετία που σφράγισε τη ζωή του από μια διττή οπτική γωνία, αφενός του παιδιού που τη βίωσε και αφετέρου του εικοσάχρονου ενήλικα που την κατέγραψε σε ένα σχιζοφρενικό, ίσως και κυριολεκτικά, 24ωρο ντελίριο, κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί να διέπραξε και φόνο, μπορεί και όχι.

Το “σοφό παιδί” δεν διαθέτει καμία βαθύτερη αντίληψη των πραγμάτων, δεν κατορθώνει καμία μακροσκοπική σύλληψη, δεν είναι σε θέση να προβεί σε καμία σημαίνουσα (ανα)δόμηση της συλλογικής και της ατομικής εμπειρίας. Το μόνο που το χαρακτηρίζει είναι ένας ασυνήθιστα υψηλός δείκτης νοημοσύνης (IQ 163), φυσικό δώρο όμως το οποίο χαραμίζει εξαιτίας της αδυναμίας του να προσανατολιστεί, να αφοσιωθεί και εν τέλει να προσαρμοστεί πλήρως στο περιβάλλον του. Η αφήγησή του πηδά από θέμα σε θέμα εντελώς ασχεδίαστα και απρογραμμάτιστα και τελειώνει με μια ανεξήγητη απόφαση: να το σκάσει, μετά τον ύποπτο θάνατο του θετού αδελφού του, στη… Σοβιετική Ένωση, ίσως σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξαναβρεί τα ίχνη του χαμένου μέντορά του, του Τζαίηκομπ.

Ο αφηγητής του Χωμενίδη είναι ένας τύπος μπλαζέ, που περιφρονεί σχεδόν τους πάντες και τα πάντα, συνειδητά απωθητικός και ως εκ τούτου ανοικειωτικός. “Ο αφηγητής”, γράφει η Ελισάβετ Κοτζιά, “υιοθετεί έναν τόνο εξαιρετικά προκλητικό κι επιδεικνύει απόλυτη περιφρόνηση για ο,τιδήποτε υπάρχει και συμβαίνει πάνω σε τούτη τη γη”. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα κωλόπαιδο, που χαρακτηρίζει, π.χ., “καραεβραία” και υστερικιά τη γυναίκα που τον ευεργέτησε· που θαυμάζει τον μεγαλομανή, απατεώνα, εγκληματία πατέρα του, ο οποίος, μεταξύ άλλων, οργάνωσε μπροστά στα μάτια του εννιάχρονου τότε παιδιού το ομαδικό “παρτούζωμα” (λέξη του ιδίου του αφηγητή) της αβοήθητης μάνας του· και που απαρνείται την ταλαιπωρημένη αυτή γυναίκα χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς την οποιαδήποτε τύψη συνειδήσεως. Ο αφηγητής παρουσιάζει επίσης παιδεραστικές – και σε μια φευγαλέα έστω στιγμή, επίσης δολοφονικές – τάσεις προς τη μικρή αδελφή του και μισεί θανάσιμα (ίσως και φονικά!) τον θετό αδελφό του, Τόμυ Πελεκάνο. Εν τέλει, ο νεαρός Νικόλας μπορεί και να μην διαφέρει πολύ – ή να μην αποτελεί καν ξεχωριστό πρόσωπο – από τον ψυχασθενή αδελφό του Στέλιο, ο οποίος είναι, υποτίθεται, έγκλειστος σε ψυχιατρείο, αλλά την ύπαρξη του οποίου κανείς δεν επιβεβαιώνει και όλοι αποφεύγουν να μιλήσουν γι᾽ αυτόν.

Η κορυφή της Αστράκας στο Πάπιγκο Ιωαννίνων, χωριό από το οποίο κατάγεται το "σοφό παιδί"

Η κορυφή της Αστράκας στο Πάπιγκο Ιωαννίνων, χωριό από το οποίο κατάγεται το “σοφό παιδί”

Η πιθανή ψυχασθένεια του αφηγητή, η οποία προφανώς ποτέ δεν συζητείται ανοιχτά, είναι εύσχημο αφηγηματικό εύρημα, καθώς παρέχει μια πρώτη, αντικειμενική εξήγηση για την αταξία των σκέψεων αλλά και την ιδιαιτερότητα των παρατηρήσεών του (την έμφαση στο μικρό και το ασήμαντο, π.χ.).

Φυσικά, όμως, η ερμηνεία αυτή είναι τελικά σκοπίμως παραπλανητική, καθώς στο μυθιστόρημα του Χωμενίδη η μορφή (ή μάλλον η αμορφία) είναι βασικός σημασιολογικός κώδικας. Όπως είπαμε, το Σοφό Παιδί είναι φάρσα και ως τέτοια πρέπει να διαβαστεί. Για να κατανοήσεις τον Χωμενίδη, πρέπει να τον προσεγγίσεις με την ίδια αίσθηση του σαρκασμού και του χιούμορ με την οποία ο ίδιος αντιμετωπίζει το αφηγηματικό του υλικό· να αντιληφθείς ότι η σοβαρότητα όσων γράφει προκύπτει από το γεγονός ότι τίποτα από όσα γράφει, μεμονωμένο, δεν μπορείς και δεν πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά.

Το Σοφό Παιδί παραμένει, επί της ουσίας, εξοργιστικά ακατανόητο, μέχρι που συσσωρεύεται αρκετό αφηγηματικό υλικό (δηλαδή πολλά εξωφρενικά, αλλοπρόσαλλα, ακατανόητα και αδιανόητα επεισόδια το ένα πάνω στο άλλο!). Τότε αρχίζει σιγά-σιγά να αποκαλύπτεται η ιδιοφυής σύλληψη που κρύβεται κάτω από το προσωπείο της συγγραφικής τρέλας. Το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ιλιγγιώδες συνονθύλευμα από απίθανες αφηγήσεις, εντελώς ανούσιες, αν τις δει κανείς μεμονωμένα, που όμως όλες μαζί, στον συνδυασμό τους, συνθέτουν μια ευφυέστατη αποτύπωση της συλλογικής μας γελοιότητας, του “Μεγάλου μας Τσίρκου”. Στο Σοφό Παιδί η σούμα δεν μπορεί παρά να γίνει στο τέλος, αναδρομικά. Μόνο τότε αποκαλύπτεται ότι κάτω από τη φάρσα υπάρχει κάτι βαθύτατα πικρό και σοβαρό ως πενταπόσταγμα του γελοίου (όπως ακριβώς συμβαίνει με τις ιστορίες που αφηγείται στα γράμματά του ο σχιζοφρενής Στέλιος, που, όπως είπαμε, μπορεί να υπάρχει, μπορεί και να μην υπάρχει ή μπορεί τελικά να είναι ο ίδιος ο αφηγητής). 

Το μυθιστόρημα, στο άναρχο, αλλοπρόσαλλο, γελοίο του μεγαλείο, αποτελεί καθρέφτισμα της ίδιας της Μεταπολίτευσης. Ολόκληρη η Μεταπολίτευση, εξαρθρωμένη, αποσαθρωμένη, χαοτική, ανερμάτιστη, παράλογη και ακατανόητη, ελέγχεται ως αλληλουχία φαρσοειδών ιστορικών επεισοδίων. Το αφηγηματικό χάος, η αμέθοδη, ασυντόνιστη και ανεστίαστη αφήγηση, η συνειδητή (και συνειδητά φτηνιάρικη) εντυπωσιοθηρία, οι βάναυσες προκλήσεις εις βάρος του αναγνώστη (οι ακατάσχετες βωμολοχίες, π.χ., και οι πάμπολλες σκηνές σκληρού σεξ, που διασπείρονται στην αφήγηση εντελώς εκ περισσού, δηλαδή χωρίς καμία αφηγηματική σκοπιμότητα), οι αντιρεαλιστικοί, γκροτέσκοι χαρακτήρες, περισσότερο καρικατούρες και καρτούν παρά ψυχογραφημένες προσωπικότητες, συνιστούν ακριβώς την αποκρυστάλλωση στο επίπεδο της αφηγηματικής μορφής της ασυνάρτητης μεταπολιτευτικής μας φυσιογνωμίας.

Χρειάζεται, επαναλαμβάνω, να διαβάσει κανείς αρκετές σελίδες για να αντιληφθεί το αφηγηματικό σχέδιο του Χωμενίδη: να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η αίσθηση του αποπροσανατολισμού και του χάους, της τυχαιότητας και της τυχοδιωκτικής περιπλάνησης από το ένα κενό θέμα στο άλλο, της απωθητικής αλαζονείας και της αυτάρεσκης περιφρόνησης των πάντων – η απουσία εν τέλει ενός ευρύτερου νοήματος και η ανυπαρξία μιας grand narrative – ΕΙΝΑΙ ακριβώς η grand narrative του μυθιστορήματος.

Σε τελική ανάλυση, το Σοφό Παιδί είναι μυθιστόρημα στο οποίο το σύνολο ισοδυναμεί με κάτι πολύ περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών.