Tags

, , , , ,


Στην προηγούμενη ανάρτηση παρουσιάσαμε σε αδρές γραμμές τα γενικά χαρακτηριστικά της κωμωδίας του Ιάκωβου Καμπανέλλη Ο Μπαμπάς ο Πόλεμος. Σε αυτό το δεύτερο ποστ θα σχολιάσουμε την πλοκή του έργου αναλυτικά.

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ     

Θεατρική Ομάδα Τρίπολης (1999)

Θεατρική Ομάδα Τρίπολης (1999)

Οι Ροδίτες ξενοδόχοι, επί τω έργω, υποδέχονται μια οικογένεια Ρωμαίων τουριστών. Ξαφνικά, καταφτάνει η είδηση για την επαπειλούμενη εισβολή του Δημητρίου του Πολιορκητή. Η είδηση αντιμετωπίζεται όχι απλώς με δυσπιστία – η Ρόδος στο κάτω κάτω είναι αυστηρά ουδέτερη, τους εξυπηρετεί όλους – αλλά και με κάποια καχυποψία. Μήπως η φήμη αυτή είναι έργο ανατρεπτικών στοιχείων που επιβουλεύονται τη σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο του Κράτους;

Ο Φρίξος εισέρχεται επί σκηνής για να εκτελέσει ένα δραματικό μονόλογο. Το πρόσωπο αυτό θα έχει κατά τα άλλα ελάχιστο ρόλο στη συνέχεια· ουσιαστικά εξαντλεί τη σκοπιμότητά του σε αυτές τις πρώτες, εκθετικές σκηνές. Η σκηνή πηγάζει κατευθείαν από την ιστορία της Κωμωδίας: τόσο η σκηνή όσο και το πρόσωπο που την εκφωνεί ονομάζονται στην Κωμωδία Πρόλογος. Στην κλασική Κωμωδία, ένας Θεός ή ένας χαρακτήρας του έργου εμφανίζεται μόνος επί σκηνής για να παρουσιάσει στους θεατές (α) το υπόβαθρο και την προϊστορία της πλοκής· (β) τα αμέσως προηγηθέντα γεγονότα· (γ) οποισδήποτε άλλες πληροφορίες θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν βαθύτερα τα δρώμενα (άλλη δυνατότητα υπήρξε ο διαλογικός πρόλογος, όπου δύο χαρακτήρες συνομιλούν).

Η πρώτη Εικόνα κατοχυρώνει την αυστηρά ουδετερότητα των Ροδίων, η οποία όμως ξεσκεπάζεται γρήγορα ως ξεπούλημα των πάντων στο βωμό του κέρδους. Οι Ροδίτες ελέγχονται ως φιλάργυροι, άπληστοι άνθρωποι. Διψούν για κέρδος τόσο, όσο ο Δημήτριος διψά για εξουσία. Σε αντίθεση με τον Δημήτριο, που εξαπλώνεται στο σύμπαν και θεωρεί όλο τον κόσμο δικό του, οι Ροδίτες ελάχιστα γνωρίζουν για τον κόσμο πέραν της Ρόδου. Η Ρόδος γι’ αυτούς είναι ο ομφαλός της γης. Παρά ταύτα τους χαρακτηρίζει κατά βάθος ο ίδιος ιμπεριαλισμός: στην περίπτωση του Δημητρίου ο ιμπεριαλισμός είναι εδαφικός, εξουσιαστικός και κυρίως ψυχολογικός (επέκταση ενός υπερτροφικού αλλά κατά βάθος ανασφαλούς εγώ)· στην περίπτωση των Ροδίων είναι οικονομικός και επιχειρηματικός.

Από την αρχή του έργου, λοιπόν, και πολύ πριν την τελική ανταλλαγή ρόλων ανάμεσα στον Φιλόξενο και τον Δημήτριο, τους Ροδίτες και τους Μακεδόνες, οι δύο αντίπαλοι εμφανίζουν αδιάψευστες εγγενείς συγγένειες.

Οι Ροδίτες δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Η τουριστική πρόοδος είναι γι’ αυτούς κάτι σαν έμμονη ιδέα, όπως εμμονή αποτελεί για τον Δημήτριο η ανάπτυξη της πολεμικής του μηχανής (βλ. παρακάτω τη σκηνή με την Ελέπολη). Η ουδετερότητά τους ξεμπροστιάζεται ως εθελοδουλία και δουλοπρέπεια· τελικά δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά αυτοεκπόρνευση. Ο Φιλόξενος λειτουργεί τελικά ως προαγωγός – ένας ρόλος τον οποίο αναλαμβάνει και κυριολεκτικά, όταν προωθεί την αθώα Ουρανία στον Δημήτριο.

cf80cebfcebbceb5cebccebfcf83Θα πρέπει να σημειωθεί βεβαίως ότι η δουλοπρέπεια των Ροδίων είναι επιχειρηματικό τέχνασμα, στρατηγική του marketing, και όχι γνήσια ψυχική παθολογία· κι αυτό καθώς στα μύχια της ψυχής των Ροδίων κρύβεται ένας εγωισμός και μια φιλαυτία, που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα ανάλογα χαρακτηριστικά του Δημητρίου. Σύντομα, όταν ο εγωισμός αυτός θα πληγωθεί, οι Ροδίτες θα μεταστραφούν παντελώς.

Προς το τέλος της Εικόνας επικρατεί ανησυχία και ταραχή. Η πραγματικότητα χτυπά την πόρτα των Ροδίων, οι οποίοι μέχρι σημείο αυτό εθελοτυφλούσαν αρνούμενοι να αποδεχτούν έστω και ως πιθανότητα ότι ο Δημήτριος θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους. Η στάση των Ροδίων υπαγορεύεται από μια συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία, που είναι μορφή φιλοσοφικής αυταπάτης. «Δε στέκει εμπορικώς» η εισβολή του Δημητρίου και ό,τι δε στέκει εμπορικώς δε στέκει ούτε στρατηγικώς ούτε λογικώς.

Κατά βάθος «όλοι είναι έμποροι». Το σύμπαν που στήνει ο Καμπανέλλης στον Μπαμπά είναι ένα σύμπαν όπου κυριαρχεί κάθε μορφής καπηλεία: η κυριολεκτική καπηλεία του εμπορίου, αλλά και η πιο σκοτεινή καπηλεία της πατρίδας (πατριδοκαπηλία), του πατριωτισμού και του ιδίου του πολέμου. Η πολεμοκαπηλία θα προσωποποιηθεί στις κατοπινές εικόνες με την είσοδο του Εμπόρου Όπλων, ο οποίος ανερυθρίαστα επιχειρεί να κερδοσκοπήσει από την ανάφλεξη.

Στο τέλος, βέβαια, η ανάλυση του Φιλοξένου δε δικαιώνεται και ο Δημήτριος όντως εισβάλλει. Τι συμβαίνει εδώ; Ακυρώνεται η φιλοσοφία του Φιλοξένου; Μάλλον απλά συγκρούεται με τη μεγαλομανία του Δημητρίου και κυρίως με την τάση του να παρασύρεται από κάθε λογής αυλοκόλακες ψευδοσυμβούλους, που τον παρακινούν σε άσκοπες ενέργειες. Το παραμικρό ερέθισμα είναι αρκετό να γαργαλίσει το παραφουσκωμένο εγώ του Δημητρίου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μια τεράστια, βασική αντίφαση: από τη μια ζει μέσα στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας και του αήττητου, από την άλλη όμως διατελεί σε διηνεκή τρόμο εξαιτίας των πραγματικών και φανταστικών συνωμοσιών που εξυφαίνονται για να τον καταστρέψουν.

Ο Φιλόξενος, εν πάση περιπτώσει, δεν πτοείται. Ας έρθει, λέει, ο Δημήτριος και θα γεμίσω την παραλία εμπορικά κέντρα που θα ψυχαγωγούν τον Στόλο! Οι προοπτικές κέρδους δεν περιορίζονται στους τουρίστες, αλλά επεκτείνονται και στους εισβολείς! Στην πραγματικότητα, τουρίστες και εισβολείς δε διαχωρίζονται, εφόσον στη Ρόσο τα πάντα είναι προς πώληση. Η αναφορά σε «παραλία που θα γεμίσει νυχτερινά κέντρα» και στην «ψυχαγωγία του στόλου» ενέχει ευδιάκριτους μοντέρνους υπαινιγμούς στην Κρήτη και την αμερικάνικη ναυτική βάση της Σούδας, όπου μια σειρά από νυχτερινά κέντρα επίσης, όπως αυτά που οραματίζεται ο Φιλόξενος, ψυχαγωγούν τον Έκτο αμερικάνικο Στόλο…

Θεατρική Ομάδα Τρίπολης (1999)

Θεατρική Ομάδα Τρίπολης (1999)

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Το Σχέδιο Αντιμετώπισης του Δημητρίου τίθεται σε εφαρμογή και είναι τριπλό. Ο Δημήτριος θα χτυπηθεί στην αχίλλειο πτέρνα του: από τη μια πλευρά θα γαργαλιστεί το υπερτροφικό του Εγώ (με το σύμπλεγμα που θα φιλοτεχνήσει ο Χάρης), από την άλλη η φιληδονία και η υπνώττουσα κοιλιοδουλία του (με τη συνέργεια Μέντη και Ουρανίας). Σταδιακά, ο Δημήτριος πρόκειται να μετατραπεί από σκληροτράχηλο, ανδροπρεπή στρατιωτικό σε θηλυδρία, καλοφαγά κοιλιόδουλο, έκδοτο στις ηδονές και δούλο των γυναικείων θελγήτρων.

Δύο καινούριοι χαρακτήρες καλούνται να αναλάβουν ο καθένας τη δική του αποστολή. Ο Χάρης, αναρχικός, ανεξάρτητος, αντιεξουσιαστής και αντικομφορμιστής καλλιτέχνης, καλείται να δημιουργήσει ένα γλυπτό σύμπλεγμα προς τιμή του Δημητρίου και του Πτολεμαίου. Τα πράγματα περιπλέκονται όμως εδώ, καθώς ο Χάρης δεν προτίθεται να υποκύψει σε οποιεσδήποτε πιέσεις και αδυνατεί να προσαρμόσει το καλλιτεχνικό του πρόγραμμα σε οποιεσδήποτε μη καλλιτεχνικές επιδιώξεις, ιδιαίτερα σε οποιαδήποτε πολιτική ατζέντα. Ο Χάρης κάνει τέχνη, ο Φιλόξενος θέλει μέσω του Χάρη να κάνει πολιτική ή αυτό που στη λαϊκή γλώσσα θα ονομαζόταν κοινό…γλείψιμο! Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο Χάρης απειλείται με σύλληψη, καλείται να πειθαρχήσει ως στρατιώτης, αλλά αυτή η λογική τού είναι εντελώς ξένη. Ο Χάρης περιφρονεί την πολεμοκαπηλία, την πατριδοκαπηλία, μισεί την κολακεία και τη δουλοπρέπεια. Παραμένει άφθαρτος και αμόλυντος μέχρι τέλους, μια όαση λογικής, αξιοπρέπειας και περηφάνιας σε ένα κόσμο σχιζοφρενικό.

σάρωση0135Ο Μέντης, ταυτόχρονα, καλείται να διαφθείρει το Δημήτριο με τα θέλγητρα της μαγειρικής του τέχνης. Μια σειρά από λεκτικούς παραλληλισμούς συνδέει το Χάρητα με το Μέντη υπογραμμίζοντας τη στενή τους συγγένεια. Οι δύο αυτοί χαρακτήρες είναι άλλωστε οι μοναδικοί που θα επιπλεύσουν μέσα από τον βούρκο της σαπίλας που καταπίνει όλους ανεξαιρέτως τους υπόλοιπους. Σε αντίθεση, βέβαια, με το Χάρητα, ο οποίος είναι απαλλαγμένος από οποιαδήποτε κωμικότητα, οποιαδήποτε καρικατούρα, ο Μέντης διατηρεί μια κάποια κωμική χροιά.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ

Μεταφερόμαστε στη σκηνή του Δημητρίου. Λάμια και Ουρανία εκθέτουν τον ελλιπή του ανδρισμό. Η μεγαλαυχία και η αξιοθρήνητή του ανασφάλεια έρχονται στην επιφάνεια.

Στο πρόσωπο της Λάμιας, ο Καμπανέλλης συνδυάζει τον τύπο της εταίρας με τον τύπο της matrona. Η Λάμια καταπιέζει και περιφρονεί τον Δημήτριο εξευτελίζοντας τον παραφουσκωμένο του ανδρισμό. Δεν παραλείπει να επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει ένα παιδί μπορεί να σφάζει και να καίει χιλιάδες.

Υπάρχει κάτι το σκοτεινό και το αντιπαθές στο χαρακτήρα της Λάμιας – εξ ου και το όνομά της – ιδιαίτερα σε όσους διαθέτουν την αρχαιομάθεια που χρειάζεται για να αντιληφθούν την προϊστορία της: στο κάτω κάτω δεν είναι παρά μια πόρνη, η οποία προσκολλάται στο φιλήδονο κατακτητή. Και όμως η Λάμια διαθέτει και τραγική φλέβα, που την καθιστά συμπαθέστερη. Ανεξάρτητα από το παρελθόν της, στο έργο είναι μια παραμελημένη γυναίκα. Όσο αυτή περιφρονεί το Δημήτριο, άλλο τόσο την περιφρονεί και αυτός. Παρά τις φτηνές κολακείες του και τα κούφια ερωτόλογα, η εκτίμηση που της τρέφει είναι μηδενική. Για τον Δημήτριο, η Λάμια είναι ένα ακόμη λάφυρο πολέμου. Η Ελέπολη, η πολιορκητική του μηχανή, προξενεί στο Δημήτριο εντονότερα ερωτικά αισθήματα από ό,τι η θελκτική γυναίκα που βρίσκεται ενώπιόν του. Το αίτημα ενός παιδιού και η πίκρα της Λάμιας για την κάθετη άρνηση του Δημητρίου είναι βαθύτατα ανθρώπινη και συγκινητική. Δεν πρόκειται ποτέ ο γιος ενός κοσμοκράτορα να είναι ταυτόχρονα και γιος μιας…

Όπως και ο κωμικός του πρόγονος, ο miles gloriosus, ο Δημήτριος εξωτερικεύει τον ελλειμματικό του ανδρισμό σε ψευτοπαλικαριές και λεονταρισμούς. Χαρακτηριστικότερα, όπως ακριβώς πάλι ο αρχαίος του παράλληλος, ο Δημήτριος προβάλλει τον ανδρισμό του σε ένα υλικό σύμβολο εξουσίας και δύναμης. Για τον κλασικό Στρατιώτη, το σύμβολο αυτό ήταν συνήθως το ξίφος. Στην περίπτωση του Δημητρίου αυτό είναι η Ελέπολη, η πολιορκητική μηχανή που τον κατέστησε διάσημο και του χάρισε το προσωνύμιο Πολιορκητής.

Εκτός από τη Λάμια, στην Εικόνα πρωταγωνιστεί και η Ουρανία, εντελώς μεταλλαγμένη πια. Η Ουρανία ξέρει να πατά τα κουμπιά του Δημητρίου με επιδεξιότητα και γι’ αυτό εστιάζει την προσοχή της στην Ελέπολη, την οποία και θωπεύει λες και πρόκειται για κάτι ιερό ή, ειρωνικότερα, κάτι ερωτικό! Η σκηνή, με το φετιχισμό που η Ελέπολη εκπέμπει και την προφανή της λειτουργία ως προέκταση του…λειψού ανδρικού οργάνου του Δημητρίου, έχει πεντακάθαρες σεξουαλικές διαστάσεις. Λεπτότατη ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι επί σκηνής δεν παρατηρούμε την ίδια την τεραστίων διαστάσεων Ελέπολη, αλλά μια εξαθλιωμένη και εξευτελισμένη μικρογραφία της, την οποία μάλιστα η Λάμια έχει μετατρέψει σε θήκη για τα ραπτικά της! Η Ελέπολη λειτουργεί εδώ μεν ως φαλλικό σύμβολο ματαιωμένο, όπως ματαιωμένος είναι και ο ανδρισμός του Δημητρίου.

Οι σχέσεις των στρατηγών μεταξύ τους είναι ένα επίσης εστιακό σημείο της Τρίτης Εικόνας. Οι σχέσεις αυτές βασίζονται στην πλασματική στρατιωτική ιεραρχία παρά στην αξιοκρατία της ισότητας και του αλληλοσεβασμού· βασίζονται στον φόβο παρά στον σεβασμό. Η ανειλικρίνεια βασιλεύει, καθώς ο καθένας από τους στρατηγούς επιχειρεί να κολακεύσει το Δημήτριο υποσκάπτοντας όλους τους υπολοίπους. Η κριτική για το στρατό ως σύστημα είναι οφθαλμοφανής. Ο καθαρευουσιανισμός των στρατηγών ενισχύει τις ειρωνικές αποχρώσεις: απηχεί την ξύλινη γλώσσα της εξουσίας, ιδιαίτερα της Χούντας.

Δυο φράσεις του Φιλοξένου αξίζει να σχολιαστούν ιδιαίτερα, καθώς προαναγγέλλουν την αμοιβαία αντιστροφή των ρόλων τους:

  • Να γιατρέψουμε τα ψυχικά σας τραύματα: η μεγαλαυχία, η δοκησισοφία και η υπεραυτοπεποίθηση του Φιλοξένου λίγο διαφέρουν από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του Δημητρίου. Όπως και ο Δημήτριος, ο Φιλόξενος δεν διστάζει να αμαυρώνει όλους όσους τολμούν να αμφισβητήσουν τη δική του αντίληψη των πραγμάτων: «είστε κινδυνομανής» (σ.223), κατηγορεί το Λούκιο· είναι «ανεύθυνη φήμη» ότι τα πλοία του Δημητρίου έχουν πιάσει στο Ποσειδώνιο και ας τα είδαν οι άνθρωποι με τα μάτια τους. Ο Φιλόξενος τολμά να αμφισβητήσει ακόμη και τα δεδομένα των αισθήσεων, αν αυτά δεν πρόκειται να μεταδώσουν την εικόνα που επιθυμεί ο ίδιος.
  • Είμαστε η χώρα της φαντασίας: στο μυαλό του μεγαλομανούς, τα πάντα είναι φαντασία. Ο,τιδήποτε δε συνάδει με τη φανταστική αυτή κατασκευή, όπου ο ίδιος είναι ο απόλυτος άρχων και κύριος των πραγμάτων, απορρίπτεται ως ψεύδος ή, χειρότερα, συνωμοσία. Η εθελοτυφλία, λοιπόν, του Φιλοξένου, όπως και του Δημητρίου αργότερα, έχουν βαθιές ψυχολογικές ρίζες. Όπως και ο Φιλόξενος εγώ, ο Δημήτριος οσονούπω θα αρνηθεί να πιστέψει αυτό που βλέπουν τα μάτια όλων: ότι οι Μακεδόνες ηττώνται από ένα στρατό μαγείρων και ξενοδόχων. Ό,τι δε θέλω να πιστέψω, δε υπάρχει.
  • Εγώ ως κυβέρνησις: Ξανά, ο ίδιος εγωκεντρισμός και εν τέλει ο ίδιος συγκεντρωτισμός που συναντούμε στο Δημήτριο. L’état c’est moi.
Εδεσσαϊκό Θέατορ (2011)

Εδεσσαϊκό Θέατορ (2011)

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Οι Ρωμαίοι τουρίστες αποχωρούν εν μέσω διαμαρτυριών του Φιλοξένου.Τα πράγματα οδηγούνται προς τη σύγκρουση. 

Η κρίσιμη συζήτηση Φιλοξένου και Χάρη διακόπτεται από την επίσκεψη του Εμπόρου Όπλων. Δεν είναι τυχαίο που ο συγκεκριμένος χαρακτήρας θα αποτελέσει την αρχή της μεταστροφής των Ροδίων από ξενοδόχους σε στρατιώτες. Ο Έμπορος απλά συγκεκριμενοποιεί τη σύνδεση ανάμεσα στους δύο: όλοι είναι έμποροι, κάπηλοι υλικών αγαθών αλλά και αξιών.

Μια δεύτερη διακοπή επέρχεται με την άφιξη του Δημάδη, ο οποίος αναγγέλλει την άφιξη του μεσολαβητή του Οργανισμού Διεθνούς Ειρήνης. Το σκώμμα κατά του Ο.Η.Ε., της αναβλητικότητάς του, της γραφειοκρατικής του δομής και τελικά της αναποτελεσματικότητάς του, δεν είναι βεβαίως καμουφλαρισμένο. Ο Μεσολαβητής αρνείται να επέμβει, γιατί δεν έχει λέει αποδείξεις για τις πολεμικές προθέσεις του Δημητρίου. Αλλά, όπως λογικά παρατηρεί ο Φιλόξενος, «Ο Δημήτριος είναι στρατιωτικός. Έτσι κι αρχίσει και γλυκαθεί στη μάχη, άντε να τον σταματήσεις…». Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη συγκρότηση των Ηνωμένων Εθνών, η ελπίδα ότι ο Δεύτερος Μεγάλος Πόλεμος θα ήταν όντως the war to end all wars (κάτι που δεν αποδείχθηκε να είναι ο Α’ Παγκόσμιος για τον οποίο ειπώθηκε η φράση) άνθησε ξανά. Η μεταπολεμική εποχή όμως είδε τουλάχιστον δύο μεγάλους πολέμους στα χρόνια που ο Καμπανέλλης γράφει τον Μπαμπά: τον πόλεμο στην Κορέα το 1950-1953 (μια «αστυνομική ενέργεια», υποτίθεται, υπό την αιγίδα του Ο.Η.Ε.) και τον πόλεμο στο Βιετνάμ (1964-74). Και στις δύο περιπτώσεις τα ψηφίσματα του Ο.Η.Ε. αποδείχθησαν παντελώς ατελέσφορα.

Ακόμα και η παρουσία του Μεσολαβητή ενοχλεί το Φιλόξενο. Αφενός γνωρίζει ότι οι διαπραγματεύσεις είναι άσκοπο χάσιμο χρόνου (συχνά διαρκούν περισσότερο από τον ίδιο τον πόλεμο), τη στιγμή που μια απλή κολακεία είναι ασύγκριτα αποτελεσματικότερη. Αφετέρου, θέλει να απαλείψει οποιαδήποτε εξέλιξη μπορεί να επιβεβαιώσει το αυτονόητο: ότι η Ρόδος τελεί εν πολέμω. Ο Φιλόξενος παλεύει με νύχια και με δόντια να διατηρήσει όρθιο το φανταστικό του οικοδόμημα.

Η συνεδρία με τον Χάρη επιτέλους αρχίζει – αλλά τα σοκ για τον Φιλόξενο συνεχίζονται. Ο Χάρης δεν καταλαβαίνει από σκοπιμότητες. Εκεί που ο Φιλόξενος θέλει να γλείψει και μάλιστα αμερολήπτως καθώς ο Πτολεμαίος με τηλεγράφημα ζητεί την περιφρούρηση της ουδετερότητας της Ρόδου (λες και μπορείς να μείνεις ουδέτερος όταν ο άλλος σου επιτίθεται), ο Χάρης ψάχνει να εκφράσει ψυχαναλυτικά «τον κομπλεξικό χαρακτήρα του Δημητρίου μέσα από τη σχιζοφρένεια του αλόγου του» και τον «ύπουλο και αηδιαστικό χαρακτήρα του Πτολεμαίου με το κουτοπόνηρο χαμόγελο της γριάς φοράδας»! Στο κάτω κάτω, για τον Χάρη, τα ζώα αξίζουν περισσότερο από αυτά τα δύο ρεμάλια. Το θέατρο του παραλόγου συνεχίζεται με μια σειρά από γελοίες προτάσεις των διαφόρων παρισταμένων. Ο Χάρης τους ειρωνεύεται, με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Αλλά «η ελευθερία της σκέψης δε συλλαμβάνεται». Ο Καμπανέλλης υπαινίσσεται εδώ σαφώς τις διωξεις αντιφρονούντων καλλιτεχνών στα ολοκληρωτικά καθεστώτα της εποχής. Αν η ελευθερία της πατρίδας μου, λέει, δε χρειάζεται την ελευθερία της σκέψης μου, τσιμέντο να γίνει. Αυτές οι «εμπόλεμες ουδετερότητες» για το χάρη είναι τραγέλαφοι. Η καταπίεση της σκέψης είναι αλάθητος οιωνός ότι η χώρα βρίσκεται πια σε πόλεμο – και βέβαια ότι οι Ροδίτες έχουν ήδη μετατραπεί σε Μακεδόνες.

Είσοδος της Βουτίας με τη Λάμια. Η Λάμια ξεσπαθώνει λαύρη κατά του Δημητρίου και η πίκρα της ξεχειλίζει. Δεκαπέντε χρόνια της ζωής της εξευτελίστηκαν σε μια σχέση χωρίς καμία ψυχική επαφή. «Δεν τον είχα ψυχολογήσει στην αρχή και τον είχα ερωτευθεί». Η Λάμια είναι εν τέλει θύμα. Αποκαλεί το Δημήτριο βλαμμένο, μανιακό, άρρωστο στο μυαλό, που ούτε με τα άντερά του δεν είναι φίλος, ένα μεγαλομανή, που θεωρεί όλο τον κόσμο κτήμα του και άρα κάθε αντίσταση προσωπική προσβολή. Και όμως δεν είναι θεός: «συχνουρία έχει, δειλός είναι […] αν ξέρανε οι λαοί τι φελλός είναι δε θα’χε νικήσει ούτε τους Χιώτες»!

Ο Φρίξος επανακάμπτει με τα νέα για την εισβολή του Δημητρίου. Η ώρα της οριστικής πλέον μεταστροφής του Φιλοξένου σε Εκδικητή έχει φτάσει. Ο εγωισμός και η προσωπική προσβολή, το αίσθημα της αδικίας, είναι η λυδία λίθος της μεταμόρφωσης. Η αντίστροφη μέτρηση για την πτώση του Δημητρίου έχει φτάσει.

Και όμως, δεν υπάρχει ίχνος επικής έξαρσης στη σκηνή, ίχνος περηφάνιας, ίχνος ψυχικής ανάτασης. Η σκηνή είναι διαποτισμένη με μια βαθιά μελαγχολία (ο φωτισμός θα πρέπει να είναι ανάλογος). Είναι η στιγμή κατά την οποία ο Δημήτριος ηττάται, αλλά ο Πόλεμος θριαμβεύει…

Εδεσσαϊκό Θέατρο (2011)

Εδεσσαϊκό Θέατρο (2011)

ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ

Το αρχηγείο του Δημητρίου έχει πια μετατραπεί σε αίθουσα πολυτελούς ξενοδοχείου. Η ανατροπή έχει συντελεστεί. Ο Δημήτριος εκπίπτει. Ο Χάρης του αποκαλύπτει τον εαυτό του.

Ο παραλληλισμός μεταξύ Φιλοξένου και Δημητρίου είναι πλέον πασιφανής. Τονίζεται ακόμη περισσότερο από την άρνησή του να δεχθεί τα γεγονότα: οι Μακεδόνες ηττώνται αλλά αυτός αγρόν ηγόραζε. Η σκηνή με το νεκρό Χιλίαρχο είναι η πιο χαρακτηριστική της εθελοτυφλίας αυτή τη φορά του Δημητρίου.

Όπως και ο Φιλόξενος, εν μέσω μιας παντελούς ανατροπής, ο Δημήτριος θέλει να συνεχίσει να ζει στο όνειρό του. Ντυμένος με θηλυπρεπή χλιδή και ανάρμοστη πολυτέλεια, ο Δημήτριος διατηρεί ακόμη την ψευδαίσθηση του μεγαλείου του. Κάνει μεγάλα όνειρα και ευφυή στρατιωτικά σχέδια, αλλά τελεί εν πλήρη αγνοία. Τα απευθύνει μάλιστα σε ένα Χιλίαρχο, ο οποίος αν και βρίσκεται μπροστά του, είναι… νεκρός! Κανείς δεν τολμά να του πει την αλήθεια, γιατί η αλήθεια δεν είναι κάτι που ο Δημήτριος, ο Κράτιστος, ο κάθε τύραννος, μπορεί εύκολα να διαχειριστεί.

Η σκηνή αποκαλύπτει ένα ακόμη χαρακτηριστικό του Τυράννου: την αδυναμία του να επιλέξει ορθά τους συμβούλους του, ξανά εξαιτίας του ότι τού είναι αδύνατον να μην εμπιστευτεί τυφλά την κρίση του. Οι άνθρωποι που τον οδήγησαν στην παρακμή και άρα στην καταστροφή, ο Μέντης και η Ουρανία, διπλοί πράκτορες ουσιαστικά, είναι ακόμα οι άνθρωποι που ο δικτάτορας ακόμη εμπιστεύεται πιο πολύ από όλους. Ο Μέντης, ένας μάγειρας, καθιερώνεται ως ο εξ απορρήτων του Δημητρίου, πάνω και από τον Πυθία, ένα στρατηγό με πολύχρονη πείρα. Ο Πυθίας αποκαλύπτει στο Δημήτριο την πραγματική αλήθεια για τα… μαγειρέματα του Μέντη και της Ουρανίας, για να εισπράξει μόνο την ύβρη «βλάσφημε»! Και βέβαια ο πονηρός Μέντης ξεφεύγει σαν χέλι με ένα πανέξυπνο κόλπο. Ξέροντας ότι οι στρατηγοί δεν τολμούν να αποκαλύψουν στο Δημήτριο ότι ο παρών Χιλίαρχος είναι νεκρός, τον επικαλείται ως μάρτυρα της αθωότητάς του! Μια υπέροχη σκηνή. Η αποκάλυψη ότι ο Χιλίαρχος είναι νεκρός απαξιώνει τους στρατηγούς στα μάτια του Δημητρίου.

Η βαθιά τραγική ρήση «τι μοναξιά» ακούγεται ξανά από το στόμα του Δημητρίου. Και όμως ο άνθρωπος αυτός, ο αδίστακτος φονιάς, μπορεί να εκτιμήσει το ηλιοβασίλεμα, θέλει μάλιστα να το τραγουδήσει. Μέσα στην παράνοιά του, ο Δημήτριος θυμίζει κάτι από Νέρωνα. Βαθιά απογοήτευση, αίσθηση μάλιστα αιφνιδιασμού: ειρωνικώς, την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει το μυαλό του Δημητρίου αρχίζει να φωτίζεται. Την ώρα που πέφτει το φως αίρεται από τα μάτια του η πάχνη της νύχτας.

Είσοδος του Πάμφιλου, ταγματάρχου πια στη μονάδα κουρέων και κομμωτών, ως αιχμαλώτου. Παραδόξως, ο Πάμφιλος εισέρχεται γεμάτος συναισθήματα…ευγνωμοσύνης για το Δημήτριο, το… μεγάλο τους ευεργέτη! «Ό,τι μάθαμε από σένα το μάθαμε». Το σχήμα παρα προσδοκίαν λειτουργεί ξανά. Αυτό το νέο γαργάλισμα στον εγωισμό του Δημητρίου («σ’ έχουμε σα θεό», ταυτόχρονα με τις νέες αποκαλύψεις του Παμφίλου για τη συμπεριφορά του μακεδονικού στρατού και την πραγματική κατάσταση στο πεδίο της μάχης, θα αποτελέσει εν τέλει την απαρχή της συμφιλίωσης. Ο Δημήτριος αντιστέκεται βέβαια στην αλήθεια: όπως ο Φιλόξενος αποκάλεσε τον Τερέντιο κινδυνομανή, έτσι και αυτός αποκαλεί τον Πάμφιλο κινδυνομανή, παράφρονα, φαντασιόπληκτο. Εν τέλει όμως δεν μπορεί παρά να υποκύψει στο αναπόφευκτο. Εκεί που πριν ζητούσε ποιητή, τώρα αναφωνεί, με ακόμη εντονότερη ψυχική κόπωση, «χρειάζομαι έναν τραγωδό».

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΠΑΤΗΡ: η διαμάχη δε γεννά την ειρήνη, αλλά μια καινούρια γενιά πολεμιστών. Η κυκλική φύση του πολέμου ως ιστορικού φαινομένου αποκαλύπτεται από τη συνωμοτική ρήση του Πυθία προς τους συναδέλφους του. Διαισθανόμενος την αντιστροφή της κατάστασης, μια μεταπολίτευση, ο Πυθίας «σφυρίζει» στους υπολοίπους στρατηγούς: «Ψυχραιμία και υπομονή. Οι αρχηγοί έρχονται, παραφρονούν και παρέρχονται [σαφής η παράφραση της ρήσης του Καίσαρα «ήλθα, νίκησα, απήλθα»], οι στρατηγοί μένουν». Γρανάζια της πολεμικής μηχανής όπως είναι οι στρατηγοί και όχι μεγαλεπήβολοι αλλά διάττοντες αρχηγικοί αστέρες, δε θα πάψουν ποτέ να είναι απαραίτητοι.

Ακολουθεί μια από τις κρισιμότερες σκηνές του έργου, η συνάντηση Δημητρίου και Χάρη, ο οποίος εισέρχεται ντυμένος με στολή… ανθρώπου! Αυτός λοιπόν ο ανεξάρτητος και αυτόνομος «γλύπτης, ζωγράφος, ποιητής και κοινός νους», «άοπλος εκ πεποιθήσεως» παρουσιάζεται μπροστά στο Δημήτριο ως ισότιμός του. Ο Δημήτριος σοκάρεται και ο Χάρης, για να συνέλθει, τον…χαστουκίζει! Το πνεύμα δεν δειλιά μπροστά στην ωμή βία της εξουσίας.

Η επικοινωνία μεταξύ των δύο θα είναι βαθιά, γιατί τους ενώνει η ίδια μοναξιά, έστω και για διαφορετικούς λόγους. Ο Χάρης δείχνει πίστη στον Δημήτριο, πίστη ότι κι αυτός ακόμα μπορεί να αποκτήσει το καθαρκτικό γνώθι σαυτόν, αν τον φωτίσει ο κατάλληλος άνθρωπος. Ο φωτισμός του Δημητρίου, που είχε αρχίσει λίγο πριν, θα ολοκληρωθεί σε αυτή τη σκηνή.

Ο Χάρης αποκαλύπτει στον Δημήτριο ότι το άγαλμά του είναι το καλύτερό του έργο. Διδάσκοντας τον Δημήτριο να κοιτάζει το άγαλμά του («χωρίς εγωισμό, με τα μάτια της ψυχής») τον διδάσκει να κοιτάζει τον εαυτό του. Ιδού μια περίπτωση που η τέχνη αποκαλύπτεται αληθινότερη από τη φύση. Η τέχνη «βγάζει τα μέσα έξω».

Ο Χάρης ζητεί από τον Δημήτριο να του εξηγήσει γιατί θέλησε να γίνει Πολιορκητής. Του ζητεί να αποδομήσει την ψυχή του, να κοιτάξει στα κατάβαθα του είναι του και να ανακαλύψει τις υπονοούμενες προϋποθέσεις της ζωής του. Οι απαντήσεις του είναι τόσο παράλογες, που αποκαλύπτουν τη μαρτυρική αγωνία της ύπαρξής του: όλες οι ενέργειες του Δημητρίου εκπήγαζαν από αυτό που η ψυχανάλυση αποκαλεί overcompensation, υπερανταπόδοση: η εσώτερη δειλία του, η μοχθηρία του, η ανασφάλειά του, έγιναν στα χέρια του όπλα φονικά. Ο Δημήτριος, Ο ΚΑΘΕ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, σφάζει, για να μην φανεί πόσο πολύ φοβάται τον θάνατο· ισοπεδώνει, για να μην παραδειχτεί πόσο ο ίδιος νιώθει ισοπεδωμένος· φυλακίζει, για να κρύψει πόσο ο ίδιος δεν εμπιστεύεται κανέναν να κυκλοφορεί ελεύθερος.

«Στάσου όπως είσαι, μην κουνήσεις καθόλου… Στο δεξί σου μάτι πεταρίζει η ανασφάλεια, στ’ αριστερό γυαλίζει η μοχθηρία… με το δεξί τρέμεις, με τ’ αριστερό σφάζεις… το δεξί σου αυτί ψάχνει στο άπειρο, τ’ αριστερό έχει μαραθεί από καθολική έλλειψη εμπιστοσύνης…! Έλα τώρα να δεις πόσο σεβάστηκα την αλήθεια…! Και σε ρωτώ! Είναι δίκαιο. επειδή γεννήθηκες δειλός, να χαλάς την ησυχία της πλάσης;»

Ακόμα και να νικήσει πια ο Δημήτριος, δεν υπάρχει νίκη. Από τη στιγμή που οι Ροδίτες του μοιάσανε και αυτός τους έμοιασε, όλοι έχουν ηττηθεί. Όπως και κάθε μεγάλη κωμωδία, το έργο εν τέλει στέλλει ένα μαρτυρικό, αγωνιώδες, ασφυκτικό μήνυμα αφύπνισης.

Τη συζήτηση των δύο διακόπτει απότομα ο Μέντης με την ανήκουστη είδηση ότι το στρατόπεδο του Δημητρίου έχει περικυκλωθεί και ο ίδιος πρέπει να κρυφτεί, αν θέλει να αποφύγει τη σύλληψη. Η Ελέπολη, το αριστούργημά του, έχει πυρποληθεί. Ακολουθεί ο απόλυτος εξευτελισμός του Δημητρίου: τον ντύνουν μάγειρο, για να τον φυγαδεύσουν.

Η Εικόνα τελειώνει με μια ρήση που θυμίζει αυτόματα την ανάλογη ρήση του Φιλοξένου, όταν μέσα στην αχλύ της εθελοτυφλίας αδυνατούσε να κατανοήσει τις πράξεις του Δημητρίου: «γιατί, Φιλόξενε, γιατί…; δε σας αγάπησα;… Δε σας θαύμασα…; Δε σας εξεπαίδευσα στα τελειότερα σύγχρονα όπλα…;».

ΕΙΚΟΝΑ ΕΚΤΗ:

PP0312P0001v00Το ξενοδοχείο του Φιλοξένου, νυν αποκαλουμένου Εκδικητού, λειτουργεί πια ως κέντρο πολεμικών επιχειρήσεων. Η σκληρή ματαιότητα της κοσμοκρατορίας.

Οι χάρτες του Δημητρίου, ακόμα και η Ελέπολη, έχουν μεταφερθεί εδώ. Ο Φιλόξενος είναι πια Δημήτριος και ο Δημήτριος, Φιλόξενος. Οι Ροδίτες είναι ντυμένοι στρατιωτικά, με στολές πανομοιότυπες με τις μακεδονικές.

Ο Πυθίας εμφανίζεται μπροστά στο Φιλόξενο ως αιχμάλωτος. Ο Μέντης τον προειδοποιεί για το ποιόν του. Ο Φιλόξενος, όπως και ο Δημήτριος πιο πριν, δεν εμπιστεύεται την κρίση κανενός άλλου (ειδικά «αυτών που γυρίζουν απ’ έξω»…) πλην του εαυτού του.

Ακόμα μια έκπληξη: στην είδηση ότι ο Δημήτριος ζητά ανακωχή, ο Φιλόξενος σοκάρεται, αντιδρά με οργή: η είδηση του ανατρέπει τα σχέδια. Αποπαίρνει τον Χάρη, ιδιαίτερα όταν μαθαίνει ότι διέδωσε την είδηση, πριν προλάβει να την απορρίψει! Ξέρει ότι δεν μπορεί να την απορρίψει πια, όσο και αν το θέλει, χωρίς να κατηγορηθεί ως καρδιοκάπηλος. Ο Φιλόξενος έχει παγιδευθεί. Ο Χάρης συλλαμβάνεται για μια ακόμη φορά: δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ιλαρή αδιαφορία («πάλι😉.

Ο Φιλόξενος στρέφεται και κατά της Ουρανίας: την αποκαλεί πόρνη. Μπροστά στην απειλή της κατεδάφισης και του νέου του ονείρου, της στρατιωτικής πια κυριαρχίας («αυτό το έπος που άρχισε»), συμπεριφέρεται ως κοινός παρανοϊκός, ως κοινός τύραννος, ως Δημήτριος. Ο Φιλόξενος αφήνεται να πειστεί από τον Πυθία, που ισχυρίζεται ότι ο Δημήτριος είναι ψυχικό ράκος και άρα στα πρόθυρα ολοκληρωτικής κατάρρευσης, παρά από το Μέντη, που επικαλείται τη βούληση και την ευημερία του ροδιακού λαού. Η «ουδετερότητα», άλλωστε, είναι πια «μια λέξη που ένας τίμιος Ροδίτης δεν τη μεταχειρίζεται»!

Μέσα από μια επίφαση δημοκρατικής διαδικασίας (σε μια φάση μάλιστα ο Φιλόξενος κατηγορεί τον Μέντη ότι συμπεριφέρεται απολυταρχικά, κουβαλώντας συνήθειες «από κει που ήτανε»!), ο Φιλόξενος απορρίπτει την ανακωχή, επειδή δεν γεννήθηκε, λέει, για συμβιβασμούς. Στο κάτω κάτω κάνει ήδη νέα εμπορικά σχέδια: να γίνει ένας παγκόσμιος έμπορος όπλων.

Και ακολουθεί μια απολαυστική σκηνή. Οι Ροδίτες στρατηγοί επιχειρούν να εντοπίσουν τη Ρόδο στο χάρτη, για να χαράξουν σ’ αυτόν τα όρια της νέας τους επέκτασης. Τους περιμένει το σοκ της ζωής τους: αφού δυσκολεύονται αρχικά πάρα πολύ να εντοπίσουν το νησί, καθώς το ψάχνουν σε μεγάλες γαιόμαζες, στη συνέχεια αδυνατούν να χωνέψουν το μικρό του μέγεθος! Η ΡΟΔΟΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΣΟ ΜΙΚΡΗ ΕΙΝΑΙ («καλέ αυτή είναι μια κουτσουλιά!» Για μια ακόμη φορά η πτωχή και ταπεινή Ρόδος περιφρονείται, τώρα πια από τα ίδια τα παιδιά της, που έχουν κυριευτεί από έναν ανεκδιήγητο μεγαλοϊδεατισμό. Για όλα φυσικά φταίει ο Μέντης, ο γνωστός αποδιοπομπαίος τράγος, ο Άλλος, που ήρθε «από το εξωτερικό» (λίγα βήματα παρακάτω ήταν ο άνθρωπος), για να κάνει «βρωμερή αντιπολίτευση.

Εφόσον καμία λογική δεν μπορούσε να σταματήσει το Φιλόξενο, αναγκάζεται να τον σταματήσει η γελοιωδώς πεζή πραγματικότητα: με τέτοια Ρόδο, τι κοσμοκράτορας να γίνεις;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά τον πόλεμο η συμφιλίωση. Κανένας άλλος πόλεμος όμως δεν πρέπει να τελείωσε όπως αυτός, με τους δύο αντιμαχομένους να αγκαλιάζονται, με τον νικητή να ζητά συγγνώμη από τον νικημένο «που δεν τον άφησε να νικήσει», με τους εμπολέμους να νιώθουν ευγνωμοσύνη ο ένας για τον άλλο, να αλληλοσυγχαίρονται και να αλληλοευχαριστιούνται, δηλώνοντας ότι αν είχαν παιδιά θα ήθελαν να μοιάσουν στον εχθρό τους. Ο πόλεμος γέννησε όντως μια καινούρια φάρα ανθρώπων…

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (1980)

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (1980)