Tags

, , , , , ,


Ηροδότου Ἱστορίης τὸ ἀνάγνωσμα, Βιβλίον Πρῶτον, Κεφάλαιον Ἑξηκοστόν

Ἐν τῷ δήμῳ τῷ Παιανιέϊ ἦν γυνή, τῇ οὔνομα ἦν Φύη, μέγαθος ἀπὸ τεσσέρων πήχεων ἀπολείπουσα τρεῖς δακτύλους καὶ ἄλλως εὐειδής. Ταύτην τὴν γυναῖκα σκευάσαντες πανοπλίῃ, ἐς ἅρμα ἐσβιβάσαντες καὶ προδέξαντες σχῆμα οἷόν τι ἔμελλε εὐπρεπέστατον φανέεσθαι ἔχουσα, ἤλαυνον ἐς τὸ ἄστυ.

Ξημέρωσε ο γερο-βρακάς, ξημέρωσε η ψυχή του24,
ξημέρωσε κι η βράκα του κι ανέβη στο κατάρτι
να γίνει φλόκος μόρτικος, μετζάνα και μαΐστρα
να φέρει μια ώρα αρχύτερα καράβια αγαπημένα
που επεθυμούσε κι άργησαν
που λαχταρούσε κι ήρθαν.

Ακόνισε ο γερο-βρακάς τα στομωμένα νιάτα,
τα σκουριασμένα γράσαρε γόνα μην τον ντροπιάσουν
κι ασβέστωσε τα σωθικά, να μπει ο γαμπρός του ο ήλιος.

Σκέλεθρος τράγος, θάμα, και μανάρεψε
ξερό χωράφι, χέρσο, κι εκαρπίστη.

Πάνω από τις κακιές ουλές το πέπλο της Παρθένας,
λάδι απ’ τα κιούπια τα ιερά, χάδι της Προφητείας:

Θε να γυρίσει, κάποτε, με χρόνια, με καιρούς
Θα ᾽ρθει ξανά η Προστάτισσα Θεά μέσα στη δόξα
Θα κουβαλάει στις πλάτες της το νέο μας βασιλιά
στεφανωμένο μ᾽ άσπιλο στεφάνι από ελιά.

23Κι ακούστηκε βαθιά η φωνή και ζωντανέψα οι τάφοι,
σηκώθηκε κι ο κύρης του να πάει να κοινωνήσει.
Ο πάππος περιμάζεψε τη δόλια κεφαλή του,
της βάζει χείλια, δάκρυα της βάζει από ζαφείρι,
κινά να πάει ολάνθιστος στο μέγα πανηγύρι.

Ήρθεν η Θεά, ήρθεν ο Θεός, ήρθεν ο κόσμος όλος!

Οι κρεμασμένοι ανασκιρτούν, γίνη η θηλειά γιορντάνι.
Βρίσκει τη στράτα του ο σταυρός που αλάργεψε απ’ το μνήμα
κι η γυμνωμένη Παναγιά φοράει τα νυφικά της.
Βουνό με πέντε δάχτυλα και σφίγγει τη γροθιά του.
Βρύση που εφαρμακώθηκε βγάζει κρασί και γάλα.

Γονάτισε ο γερο-βρακάς τ’ αλύγιστά του γόνα
κι η βράκα του εσφούγγιξε τη γη τη δακρυσμένη.

Δόξα σοι ο Θεός, αξιώθηκε την ώρα τη μεγάλη.
Αν θέλει ο αφέντης ο Χριστός, ας μην του μέτραε άλλη.

45

“Η επιστροφή του Πεισιστράτου”

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ηρόδοτος 1.60: Ἐνδεξαμένου δὲ τὸν λόγον καὶ ὁμολογήσαντος ἐπὶ τούτοισι Πεισιστράτου, μηχανῶνται δὴ ἐπὶ τῇ κατόδῳ πρῆγμα εὐηθέστατον, ὡς ἐγὼ εὑρίσκω, μακρῷ (ἐπεί γε ἀπεκρίθη ἐκ παλαιτέρου τοῦ βαρβάρου ἔθνεος τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν καὶ δεξιώτερον καὶ εὐηθείης ἠλιθίου ἀπηλλαγμένον μᾶλλον), εἰ καὶ τότε γε οὗτοι ἐν Ἀθηναίοισι τοῖσι πρώτοισι λεγομένοισι εἶναι Ἑλλήνων σοφίην μηχανῶνται τοιάδε. Ἐν τῷ δήμῳ τῷ Παιανιέϊ ἦν γυνή, τῇ οὔνομα ἦν Φύη, μέγαθος ἀπὸ τεσσέρων πήχεων ἀπολείπουσα τρεῖς δακτύλους καὶ ἄλλως εὐειδής. Ταύτην τὴν γυναῖκα σκευάσαντες πανοπλίῃ, ἐς ἅρμα ἐσβιβάσαντες καὶ προδέξαντες σχῆμα οἷόν τι ἔμελλε εὐπρεπέστατον φανέεσθαι ἔχουσα, ἤλαυνον ἐς τὸ ἄστυ, προδρόμους κήρυκας προπέμψαντες, οἳ τὰ ἐντεταλμένα ἠγόρευον ἀπικόμενοι ἐς τὸ ἄστυ, λέγοντες τοιάδε· “Ὦ Ἀθηναῖοι, δέκεσθε ἀγαθῷ νόῳ Πεισίστρατον, τὸν αὐτὴ ἡ Ἀθηναίη τιμήσασα ἀνθρώπων μάλιστα κατάγει ἐς τὴν ἑωυτῆς ἀκρόπολιν.” Οἱ μὲν δὴ ταῦτα διαφοιτῶντες ἔλεγον, αὐτίκα δὲ ἔς τε τοὺς δήμους φάτις ἀπίκετο ὡς Ἀθηναίη Πεισίστρατον κατάγει, καὶ <οἱ> ἐν τῷ ἄστεϊ πειθόμενοι τὴν γυναῖκα εἶναι αὐτὴν τὴν θεὸν προσεύχοντό τε τὴν ἄνθρωπον καὶ ἐδέκοντο Πεισίστρατον.

Φωτογραφικό υλικό: Την 16η Αυγούστου 1960, ημέρα ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατέφτασε στο λιμάνι της Αμμοχώστου το στρατιωτικό τμήμα της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (φωτογραφίες εδώ). Ο λαός, απλοί άνθρωποι και διανοούμενοι, κληρικοί, πολιτευόμενοι και λαϊκοί, υποδέχθηκε τους στρατιώτες με ξέφρενο ενθουσιασμό. “Ἑις το πρόσωπόν σας βλέπομεν την Ελλάδα, μεθ᾽ ής πάντοτε επεθυμούσαμεν να ενωθώμεν”, είπε στον χαιρετισμό του ο εκπρόσωπος των αγωνιστών της ΕΟΚΑ (εφημ. Μακεδονία, 17 Αυγούστου 1960, σ.5). Από τις εικόνες που καταγράφηκαν, εμβληματική παραμένει η φωτογραφία του βρακοφόρου γέροντα που γονατίζει μπροστά στο ελληνικό άγημα που παρελαύνει.