Tags

, ,


Ποῦ γὰρ, εἰπέ μοι, τὸ σῆμα Ἀλεξάνδρου; δεῖξόν μοι!

Η απάντηση είναι, βεβαίως, ότι προς το παρόν γνωρίζει μόνο ο Θεός και ίσως η Γοργόνα η αδελφή του, παρόλο που κι αυτή ακόμη μάλλον σε άρνηση θα τελεί, εφόσον πιστεύει ότι ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει! 🙂

Επειδή όμως η ανασκαφή στον τύμβο Καστά προκαλεί φυσιολογική έξαψη — και επειδή, κάτι σχεδόν αναπόφευκτο σε αυτές τις περιπτώσεις, η φυσική περιέργεια και ο ενθουσιασμός αναμειγνύονται με την ημιμάθεια και την υστερία — καλό θα είναι να ξαναθυμηθούμε γιατί είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ ο εντυπωσιακός τάφος της Αμφίπολης να στεγάζει τον νεκρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο κατηγορηματικός τόνος αυτής της απόφανσης προκύπτει από το περιεχόμενο των αρχαίων μαρτυριών, τις σημαντικότερες από τις οποίες παραθέτουμε και μεταφράζουμε πιο κάτω:

AM_0

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Στραβων (1ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Γεωγραφικα (Geographica), 17.1.8

μέρος δὲ τῶν βασιλείων ἐστὶ καὶ τὸ καλούμενον Σῆμα, ὃ περίβολος ἦν ἐν ᾧ αἱ τῶν βασιλέων ταφαὶ καὶ ἡ Ἀλεξάνδρου· ἔφθη γὰρ τὸ σῶμα ἀφελόμενος Περδίκκαν ὁ τοῦ Λάγου Πτολεμαῖος κατακομίζοντα ἐκ τῆς Βαβυλῶνος καὶ ἐκτρεπόμενον ταύτῃ κατὰ πλεονεξίαν καὶ ἐξιδιασμὸν τῆς Αἰγύπτου· καὶ δὴ καὶ ἀπώλετο διαφθαρεὶς ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, ἐπελθόντος τοῦ Πτολεμαίου καὶ κατακλείσαντος αὐτὸν ἐν νήσῳ ἐρήμῃ· ἐκεῖνος μὲν οὖν ἀπέθανεν ἐμπεριπαρεὶς ταῖς σαρίσσαις ἐπελθόντων ἐπ’ αὐτὸν τῶν στρατιωτῶν· σὺν αὐτῷ δὲ … καὶ οἱ βασιλεῖς Ἀριδαῖός τε καὶ τὰ παιδία τὰ Ἀλεξάνδρου καὶ ἡ γυνὴ Ῥωξάνη ἀπῆραν εἰς Μακεδονίαν· τὸ δὲ σῶμα τοῦ Ἀλεξάνδρου κομίσας ὁ Πτολεμαῖος ἐκήδευσεν ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ ὅπου νῦν ἔτι κεῖται, οὐ μὴν ἐν τῇ αὐτῇ πυέλῳ· ὑαλίνη γὰρ αὕτη, ἐκεῖνος δ’ ἐν χρυσῇ κατέθηκεν· ἐσύλησε δ’ αὐτὴν ὁ Κόκκης καὶ Παρείσακτος ἐπικληθεὶς Πτολεμαῖος, ἐκ τῆς Συρίας ἐπελθὼν καὶ ἐκπεσὼν εὐθύς, ὥστ’ ἀνόνητα αὐτῷ τὰ σῦλα γενέσθαι.

Μέρος των βασιλικών ανακτόρων αποτελεί και το επονομαζόμενο Σήμα, το οποίο ήταν περίκλειστος χώρος όπου βρίσκονταν οι τάφοι των βασιλέων και ανάμεσά τους αυτός του Αλεξάνδρου. Γιατί ο Πτολεμαίος ο Λάγου πρόλαβε και απέσπασε το σώμα του Αλεξάνδρου από τον Περδίκκα, που το μετέφερε από τη Βαβυλώνα, και το οδήγησε εδώ από πλεονεξία και με σκοπό να το οικειοποιηθεί η Αίγυπτος. Ο Περδίκκας μάλιστα δολοφονήθηκε από τους ίδιους τους στρατιώτες του, όταν ο Πτολεμαίος του επιτέθηκε και τον φυλάκισε σε ένα ερημονήσι. Ο Περδίκκας λοιπόν σκοτώθηκε καρφωμένος από τις σάρισσες των στρατιωτών του, που στασίασαν εναντίον του, και μαζί του… Οι βασιλείς, δηλαδή ο Αρριδαίος και τα παιδιά του Αλεξάνδρου και η γυναίκα του η Ρωξάνη, αναχώρησαν για τη Μακεδονία. Ο Πτολεμαίος μετέφερε το σώμα του Αλεξάνδρου στην Αλεξάνδρεια, όπου και το κήδευσε. Εκεί βρίσκεται μέχρι και σήμερα, όχι όμως μέσα στην ίδια σαρκοφάγο. Η σημερινή σαρκοφάγος είναι γυάλινη, ενώ εκείνος τον είχε αρχικά τοποθετήσει σε μία χρυσή. Τη σύλησε όμως εκείνην ο Πτολεμαίος ο επιλεγόμενος «ο Κόκκης» και «Παρείσακτος» (Σφετεριστής), ο οποίος ήλθε από τη Συρία αλλά εξέπεσε αμέσως, ώστε δεν τον ωφέλησε τελικά καθόλου η λεηλασία εκείνη.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Διοδωρος Σικελιωτης (1ος αιωνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη (Bibliotheca Historica), 18.26.1-18.28.4

(1.)     Ἐπ’ ἄρχοντος δ’ Ἀθήνησι Φιλοκλέους ἐν Ῥώμῃ κατεστάθησαν ὕπατοι Γάιος Σολπίκιος καὶ Γάιος Αἴλιος. ἐπὶ δὲ τούτων Ἀρριδαῖος ὁ κατασταθεὶς ἐπὶ τὴν κατακομιδὴν τοῦ Ἀλεξάνδρου σώματος, συντετελεκὼς τὴν ἁρμάμαξαν ἐφ’ ἧς ἔδει κατακομισθῆναι τὸ βασιλικὸν σῶμα, παρεσκευάζετο τὰ πρὸς τὴν (2.) κομιδήν. ἐπεὶ δὲ τὸ κατασκευασθὲν ἔργον, ἄξιον ὑπάρχον τῆς Ἀλεξάνδρου δόξης, οὐ μόνον κατὰ τὴν δαπάνην διήνεγκε τῶν ἄλλων, ὡς ἀπὸ πολλῶν ταλάντων κατασκευασθέν, ἀλλὰ καὶ τῇ κατὰ τὴν τέχνην περιττότητι περιβόητον ὑπῆρξε, καλῶς ἔχειν ὑπολαμβάνομεν (3.) ἀναγράψαι περὶ αὐτοῦ. πρῶτον μὲν γὰρ τῷ σώματι κατεσκευάσθη χρυσοῦν σφυρήλατον ἁρμόζον καὶ τοῦτ’ ἀνὰ μέσον ἐπλήρωσαν ἀρωμάτων τῶν ἅμα δυναμένων τὴν εὐωδίαν καὶ τὴν διαμονὴν παρέχεσθαι τῷ σώματι. (4.) ἐπάνω δὲ τῆς θήκης ἐπετέθειτο καλυπτὴρ χρυσοῦς, ἁρμόζων ἀκριβῶς καὶ περιλαμβάνων τὴν ἀνωτάτω περιφέρειαν. ταύτης δ’ ἐπάνω περιέκειτο φοινικὶς διαπρεπὴς χρυσοποίκιλτος, παρ’ ἣν ἔθεσαν τὰ τοῦ μετηλλαχότος ὅπλα, βουλόμενοι συνοικειοῦν τὴν ὅλην φαντασίαν ταῖς προκατειργασμέναις πράξεσι. (5.) μετὰ δὲ ταῦτα παρέστησαν τὴν τοῦτο κομιοῦσαν ἁρμάμαξαν, ἧς κατεσκεύαστο κατὰ μὲν τὴν κορυφὴν καμάρα χρυσῆ, ἔχουσα φολίδα λιθοκόλλητον, ἧς ἦν τὸ μὲν πλάτος ὀκτὼ πηχῶν, τὸ δὲ μῆκος δώδεκα, ὑπὸ δὲ τὴν ὑπωροφίαν παρ’ ὅλον τὸ ἔργον θριγκὸς χρυσοῦς, τῷ σχήματι τετράγωνος, ἔχων τραγελάφων προτομὰς ἐκτύπους, ἐξ ὧν ἤρτηντο κρίκοι χρυσοῖ διπάλαιστοι, δι’ ὧν κατακεκρέμαστο στέμμα πομπικόν, χρώμασι (6.) παντοδαποῖς διαπρεπῶς κατηνθισμένον. ἐπὶ δὲ τῶν ἄκρων ὑπῆρχε θύσανος δικτυωτός, ἔχων εὐμεγέθεις κώδωνας, ὥστ’ ἐκ πολλοῦ διαστήματος προσπίπτειν τὸν ψόφον τοῖς ἐγγίζουσι. κατὰ δὲ τὰς τῆς καμάρας γωνίας ἐφ’ ἑκάστης ἦν πλευρᾶς Νίκη χρυσῆ τροπαιοφόρος. τὸ δ’ ἐκδεχόμενον τὴν καμάραν περίστυλον χρυσοῦν ὑπῆρχεν, ἔχον Ἰωνικὰ κιονόκρανα. ἐντὸς δὲ τοῦ περιστύλου δίκτυον ἦν χρυσοῦν, τὸ πάχος τῇ πλοκῇ δακτυλιαῖον καὶ πίνακας παραλλήλους ζῳοφόρους 18.27. (1.)  τέσσαρας ἴσους τοῖς τοίχοις ἔχον. τούτων δ’ ὁ μὲν πρῶτος ἦν ἔχων ἅρμα τορευτὸν καὶ καθήμενον ἐπὶ τούτου τὸν Ἀλέξανδρον, μετὰ χεῖρας ἔχοντα σκῆπτρον διαπρεπές· περὶ δὲ τὸν βασιλέα μία μὲν ὑπῆρχε θεραπεία καθωπλισμένη Μακεδόνων, ἄλλη δὲ Περσῶν μηλοφόρων καὶ πρὸ τούτων ὁπλοφόροι· ὁ δὲ δεύτερος εἶχε τοὺς ἐπακολουθοῦντας τῇ θεραπείᾳ ἐλέφαντας κεκοσμημένους πολεμικῶς, ἀναβάτας ἔχοντας ἐκ μὲν τῶν ἔμπροσθεν Ἰνδούς, ἐκ δὲ τῶν ὄπισθεν Μακεδόνας καθωπλισμένους τῇ συνήθει σκευῇ, ὁ δὲ τρίτος ἱππέων εἴλας μιμουμένας τὰς ἐν ταῖς παρατάξεσι συναγωγάς, ὁ δὲ τέταρτος ναῦς κεκοσμημένας πρὸς ναυμαχίαν. καὶ παρὰ μὲν τὴν εἰς τὴν καμάραν εἴσοδον ὑπῆρχον λέοντες χρυσοῖ, δεδορκότες πρὸς τοὺς (2.) εἰσπορευομένους· ἀνὰ μέσον δὲ ἑκάστου τῶν κιόνων ὑπῆρχε χρυσοῦς ἄκανθος ἀνατείνων ἐκ τοῦ κατ’ ὀλίγον μέχρι τῶν κιονοκράνων. ἐπάνω δὲ τῆς καμάρας κατὰ μέσην τὴν κορυφὴν φοινικὶς ὑπῆρχεν ὑπαίθριος, ἔχουσα χρυσοῦν στέφανον ἐλαίας εὐμεγέθη, πρὸς ὃν ὁ ἥλιος προσβάλλων τὰς ἀκτῖνας κατεσκεύαζε τὴν αὐγὴν ἀποστίλβουσαν καὶ σειομένην, ὥστ’ ἐκ μακροῦ διαστήματος ὁρᾶσθαι τὴν πρόσοψιν ἀστραπῇ παραπλησίαν. (3.) ἡ δ’ ὑπὸ τὴν καμάραν καθέδρα δύο εἶχεν ἄξονας, οὓς περιεδίνευον τροχοὶ Περσικοὶ τέσσαρες, ὧν ὑπῆρχε τὰ μὲν πλάγια καὶ αἱ κνημίδες κατακεχρυσωμέναι, τὸ δὲ προσπῖπτον τοῖς ἐδάφεσι μέρος σιδηροῦν. τῶν δ’ ἀξόνων τὰ προέχοντα χρυσᾶ κατεσκεύαστο, προτομὰς (4.) ἔχοντα λεόντων σιβύνην ὀδὰξ κατεχούσας. κατὰ δὲ μέσον τὸ μῆκος εἶχον πόλον ἐνηρμοσμένον μηχανικῶς ἐν μέσῃ τῇ καμάρᾳ, ὥστε δύνασθαι διὰ τούτου τὴν καμάραν ἀσάλευτον εἶναι κατὰ τοὺς σεισμοὺς καὶ (5.) ἀνωμάλους τόπους. τεσσάρων δ’ ὄντων ῥυμῶν ἑκάστῳ τετραστοιχία ζευγῶν ὑπέζευκτο, τεσσάρων ἡμιόνων ἑκάστῳ ζεύγει προσδεδεμένων, ὥστε τοὺς ἅπαντας ἡμιόνους εἶναι ἑξήκοντα καὶ τέσσαρας, ἐπιλελεγμένους ταῖς τε ῥώμαις καὶ τοῖς ἀναστήμασιν. ἕκαστος δὲ τούτων ἐστεφάνωτο κεχρυσωμένῳ στεφάνῳ καὶ παρ’ἑκατέραν τῶν σιαγόνων εἶχεν ἐξηρτημένον κώδωνα χρυσοῦν, περὶ δὲ τοὺς τραχήλους χλιδῶνας λιθο κολλήτους.        18.28. (1.) ἡ μὲν οὖν ἁρμάμαξα, τοιαύτην ἔχουσα τὴν κατασκευὴν καὶ διὰ τῆς ὁράσεως μᾶλλον ἢ τῆς ἀπαγγελίας φαινομένη μεγαλοπρεπεστέρα, πολλοὺς ἐπεσπᾶτο θεωροὺς διὰ τὴν περιβόητον δόξαν· οἱ γὰρ ἐκ τῶν πόλεων καθ’ ἃς αἰεὶ γίνοιτο πανδημεὶ συνήντων καὶ πάλιν προέπεμπον, οὐκ ἐμπιμπλάμενοι τῆς (2.) κατὰ τὴν θεωρίαν τέρψεως. ἀκολούθως δὲ ταύτῃ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ παρηκολούθει πλῆθος ὁδοποιῶν καὶ τεχνιτῶν, ἔτι δὲ τῶν στρατιωτῶν παραπεμπόντων. Ἀρριδαῖος μὲν οὖν σχεδὸν ἔτη δύο καταναλώσας περὶ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων ἀπεκόμισε τὸ σῶμα (3.) τοῦ βασιλέως ἐκ Βαβυλῶνος εἰς Αἴγυπτον· Πτολεμαῖος δὲ τιμῶν τὸν Ἀλέξανδρον ἀπήντησε μετὰ δυνάμεως μέχρι τῆς Συρίας καὶ παραλαβὼν τὸ σῶμα τῆς μεγίστης φροντίδος ἠξίωσεν. ἔκρινε γὰρ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς μὲν Ἄμμωνα μὴ παρακομίζειν, κατὰ δὲ τὴν ἐκτισμένην ὑπ’ αὐτοῦ πόλιν, ἐπιφανεστάτην οὖσαν σχεδόν τι τῶν (4.) κατὰ τὴν οἰκουμένην, ἀποθέσθαι. κατεσκεύασεν οὖν τέμενος κατὰ τὸ μέγεθος καὶ κατὰ τὴν κατασκευὴν τῆς Ἀλεξάνδρου δόξης ἄξιον, ἐν ᾧ κηδεύσας αὐτὸν καὶ θυσίαις ἡρωικαῖς καὶ ἀγῶσι μεγαλοπρεπέσι τιμήσας οὐ παρ’ ἀνθρώπων μόνον, ἀλλὰ καὶ παρὰ θεῶν καλὰς ἀμοιβὰς ἔλαβεν. (5.) 

(1) Όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Φιλοκλής, στη Ρώμη ανήλθαν στο αξίωμα του υπάτου ο Γάιος Σουλπίκιος και ο Γάιος Αίλιος (322/1 π.Χ). Τα χρόνια αυτά, ο Αρριδαίος, που είχε οριστεί υπεύθυνος για την κατακομιδή του σώματος του Αλεξάνδρου, αφού ολοκλήρωσε την κατασκευή της αρμάμαξας, πάνω στην οποία επρόκειτο να μεταφερθεί το βασιλικό σώμα, προετοιμαζόταν για τη μεταφορά. (2) Κι επειδή το έργο που δημιούργησε ήταν αντάξιο της δόξας του Αλεξάνδρου, όχι μόνο επειδή ξεχώριζε από τα υπόλοιπα ως προς τη δαπάνη που έγινε για την κατασκευή του (ξοδεύτηκαν πολλά τάλαντα γι᾽ αυτό) αλλά και επειδή ήταν περιβόητο και ως προς την εντυπωσιακή και πολυτελέστατη τέχνη του, θεωρούμε ότι αξίζει να γράψουμε λίγα πράγματα γι᾽ αυτό. (3) Πρώτα από όλα, κατασκευάστηκε ένα χρυσό σφυρήλατο φέρετρο πάνω στα ακριβή μέτρα του νεκρού, το οποίο παραγέμισαν με αρώματα, που είχαν τη δυνατότητα και να συντηρήσουν το σώμα αλλά και να το κάνουν να μυρίζει όμορφα. Πάνω στο φέρετρο αυτό τοποθετήθηκε χρυσός καλυπτήρας, προσαρμοσμένος ακριβώς και ταιριασμένος στην άνω περιφέρειά του. (4) Πάνω από τον καλυπτήρα τοποθετήθηκε ένα λαμπρό χρυσοποίκιλτο ρούχο από χρώμα πορφυρό, δίπλα από το οποίο έβαλαν τα όπλα του νεκρού, θέλοντας το όλο θέαμα να εναρμονίζεται με τα κατορθώματά του εν ζωή. (5) Μετά από αυτά έφεραν δίπλα από το φέρετρο την αρμάμαξα που επρόκειτο να το μεταφέρει, στην κορυφή της οποία είχε κατασκευαστεί χρυσός νεκρικός θάλαμος, που είχε λιθοκόλλητη φολιδωτή οροφή με πλάτος οκτώ πήχες και μήκος δώδεκα. Στην υπωροφία απ᾽ άκρου εις άκρον του έργο υπήρχε χρυσός θριγκός τετράγωνου σχήματος διακοσμημένος με έκτυπες προτομές τραγελάφων, από τις οποίες εξείχαν χρυσοί κρίκοι εύρους δύο παλαμών με κρεμασμένο πάνω τους ένα στεφάνι πομπής λαμπρά στολισμένο με κάθε λογής χρώματα. (6) Στα άκρα υπήρχε δικτυωτός θύσανος με κουδούνια αρκετά μεγάλα, ώστε όσοι προσέγγιζαν να μπορούν να ακούσουν τον ήχο τους σε μεγάλη απόσταση. Στις γωνιές του νεκρικού θαλάμου, σε κάθε πλευρά, υπήρχε μια χρυσή τροπαιοφόρος Νίκη. Το περίστυλο που περιείχε την κάμαρα ήταν χρυσό με ιωνικά κιονόκρανα. Μέσα στο περίστυλο υπήρχε χρυσό δίχτυ, που ήταν πλεγμένο από σχοινιά πάχους ενός δακτύλου και έφερε τέσσερις παράλληλες ζωγραφιστές ζωφόρους, που είχαν μήκος ίσο με τις πλευρές του περιστύλου. (18.27.1) Από τις ζωφόρους αυτές η πρώτη απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κάθεται πάνω σε ένα ανάγλυφο άρμα έχοντας στα χέρια του σκήπτρο λαμπρό. Γύρω από τον βασιλιά υπήρχε μία ακολουθία ενόπλων Μακεδόνων, μία ακόμη φρουρά από μηλοφόρους Πέρσες [που αντί για αιχμές είχαν στις άκρες των δοράτων τους χρυσά μήλα] και μπροστά από αυτούς άλλη μία ομάδα ενόπλων στρατιωτών. Η δεύτερη ζωφόρος απεικόνιζε τους ελέφαντες που ακολουθούσαν τη φρουρά προετοιμασμένους για πόλεμο, έχοντας αναβάτες από μπροστά Ινδούς και από πίσω Μακεδόνες εξοπλισμένους με τη συνηθισμένη τους πολεμική σκευή, ενώ η τρίτη ζωφόρος έδειχνε ίλες ιππέων που μιμούνταν τις διάφορες παρατάξεις μάχης και η τέταρτη πλοία έτοιμα για ναυμαχία. Δίπλα από την είσοδο του νεκρικού θαλάμου υπήρχαν χρυσοί λέοντες με τα μάτια τους στραμμένα προς τους εισερχομένους. (2) Μια χρυσή άκανθος ανελισσόταν λίγο-λίγο από το μέσον κάθε κίονα μέχρι τα κιονόκρανα. Πάνω από τον νεκρικό θάλαμο, στη μέση της σκεπής της, υπήρχε εκτεθειμένο πορφυρό ρούχο, που είχε ευμέγεθες χρυσό στεφάνι από ελιά, πάνω στο οποίο καθώς χτυπούσαν οι ακτίνες του ήλιου η λάμψη ήταν τόσο εκτυφλωτική και σειόμενη, ώστε ήταν ορατή από μεγάλη απόσταση και έμοιαζε με αστραπή. (3) Ο κορμός του άρματος κάτω από τον νεκρικό θάλαμο είχε δύο άξονες, τους οποίους έστρεφαν τέσσερις περσικοί τροχοί, των οποίων οι μεν αφαλοί και οι ακτίνες ήταν ολόκληρες καλυμμένες με χρυσάφι, ενώ το μέρος που άγγιζε το έδαφος ήταν σιδερένιο. (4) Τα σημεία που προεξείχαν από τους άξονες ήταν φτιαγμένα από χρυσάφι και είχαν προτομές λεόντων που κρατούσαν με τα δόντια τους ένα ακόντιο κυνηγίου. Στη μέση τους οι άξονες είχαν επίσης ειδικό μηχανισμό προσαρμοσμένο στη μέση του νεκρικού θαλάμου, ώστε ο νεκρικός θάλαμος να μπορεί χάρη σ᾽ αυτόν να παραμένει σταθερός, ανεπηρέαστος από τους κραδασμούς που θα προκαλούσε η διάβαση από ανώμαλο έδαφος. (5) Καθώς επίσης ο κάθε άξονας είχε τέσσερις ρυμούς, στον καθένα ζεύχθηκε από μία τετραστοιχία ζευγών με τέσσερις ημιόνους προσδεδεμένους σε κάθε ζεύγος. Έτσι οι ημίονοι που έσερναν την άμαξα ήταν συνολικά εξήντα τέσσερις, διαλεγμένοι ένας­-ένας για τη ρώμη και το ανάστημά του. Κάθε ημίονος ήταν στεφανωμένος με χρυσό στεφάνι, από τις σιαγόνες του δεξιά κι αριστερά κρεμόταν χρυσό κουδούνι, ενώ γύρω από τον τράχηλό του είχε λιθοκόλλητα περιδέραια. 18.28.1. Η αρμάμαξα λοιπόν ήταν κατασκευασμένη με αυτό τον τρόπο και η όψη της ήταν μεγαλοπρεπέστερη από κάθε δυνατή περιγραφή. Χάρη στην περιβόητη δόξα της κέντρισε πολλούς να πάνε να τη δουν: από όποια πόλη κι αν περνούσε, ο λαός μαζευόταν πάνδημος να την προϋπαντήσει και κατόπιν να την ξεπροβοδίσει και δεν χόρταιναν την απόλαυση που τους προκαλούσε το θέαμα. (2) Την αρμάμαξα την ακολουθούσε πλήθος οδοποιών και τεχνιτών, καθώς επίσης και συνοδεία στρατιωτών ανάλογη της μεγαλοπρέπειάς της. (3) Ο Αρριδαίος λοιπόν, αφού ξόδεψε περίπου δύο χρόνια για την κατασκευή αυτών των έργων, μετέφερε το σώμα του βασιλιά από τη Βαβυλώνα στην Αίγυπτο. Ο Πτολεμαίος, τιμώντας τον Αλέξανδρο, προϋπάντησε με μια στρατιωτική δύναμη την πομπή στη Συρία και παραλαμβάνοντας το σώμα το θεώρησε άξιο να λάβει τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα. Αποφάσισε να μην το οδηγήσει επί του παρόντος στον ναό του Άμμωνος Διός αλλά να το θάψει στην πόλη που ο Αλέξανδρος ο ίδιος είχει ιδρύσει και η οποία ήταν πλέον ουσιαστικά η πιο επιφανής ανάμεσα σε όλες τις πόλεις της οικουμένης. (4) Κατασκεύασε λοιπόν τέμενος αντάξιο της δόξας του Αλεξάνδρου σε μέγεθος και τέχνη, στο οποίο τον έθαψε, αφού πρώτα τον τίμησε με θυσίες ανάλογες αυτών που προσφέρονταν σε ήρωες [δηλ. ημιθέους] και με μεγαλοπρεπείς αγώνες. Για τη φροντίδα του αυτή δεν ανταμείφθηκε επάξια μόνο από τους ανθρώπους αλλά και από τους θεούς.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Παυσανιας ο Περιηγητης (2ος αι. μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Ἑλλαδος Περιηγησις (Graeciae Descriptio), 1.7.1

καὶ τὸν Ἀλεξάνδρου νεκρὸν οὗτος [sc. ὁ Πτολεμαῖος] ὁ καταγαγὼν ἦν ἐκ Μέμφιδος [sc. εἰς Ἀλεξάνδρειαν].

“Αυτός ήταν που μετέφερε και τον νεκρό του Αλεξάνδρου από τη Μέμφιδα [στην Αλεξάνδρεια].
_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ζηνοβιος (2ος αι. μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: ΕΠιτομη εκ των Ταρραιου και Διδυμου Παροιμιων συντεθεισα κατα στοιχειον (Epitome Collectionum Lucilli Tarrhaei et Didymi) 3.94

τὴν γὰρ μητέρα Βερενίκην καθείρξας ἐν μεγάροις [sc. Πτολεμαῖος ὁ Φιλοπάτωρ), καὶ παραδοὺς Σωσιβίῳ φυλάσσειν, ἡνίκα ἐκείνη οὐ φέρουσα τὴν κόλασιν ἔπιε θανάσιμον βοτάνην καὶ τὸ φάρμακον πιοῦσα ἀπέθανε, διὰ τὰς ἀπ’ αὐτῶν τῶν ὀνείρων ταραχὰς ἐν μέσῃ τῇ πόλει μνῆμα οἰκοδομήσας, ὃ νῦν Σῆμα καλεῖται, πάντας ἐκεῖ τοὺς προπάτορας σὺν αὐτῇ κατέθετο, καὶ Ἀλέξανδρον τὸν Μακεδόνα.

[Το 215 π.Χ. ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ] φυλάκισε τη μητέρα του Βερενίκη στο παλάτι παραδίδοντάς την στον Σωσίβιο να τη φυλάει. Εκείνη μη μπορώντας να αντέξει την τιμωρία ήπιε δηλητήριο από θανατηφόρο βοτάνι και πέθανε. Λόγω αυτών των γεγονότων ο Πτολεμαίος έβλεπε όνειρα που του προκάλεσαν ταραχή. Εξαιτίας αυτού οικοδόμησε στο κέντρο της πόλεως ταφικό μνημείο, το οποίο σήμερα αποκαλείται Σήμα, και τοποθέτησε εκεί μαζί με τη Βερενίκη όλους τους προπάτορές του. Στους νεκρούς που τάφηκαν στο Σήμα συμπεριλαμβανόταν και ο Αλέξανδρος.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Σουητωνιος (2ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Vita Divi Augusti, 18.1

Per idem tempus conditorium et corpus Magni Alexandri, cum prolatum e penetrali subiecisset oculis, corona aurea imposita ac floribus aspersis veneratus est consultusque, num et Ptolemaeum inspicere vellet, regem se voluisse ait videre, non mortuos.

Περίπου την ίδια εποχή [30 π.Χ.] ο Αύγουστος διέταξε να φέρουν ενώπιόν του τη σαρκοφάγο και τον νεκρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όταν τον έφεραν από τον μυχό όπου φυλασσόταν και τον είδε, τον τίμησε τοποθετώντας στο σώμα του χρυσό στεφάνι και ραίνοντάς τον με λουλούδια. Όταν μάλιστα τον ρώτησαν κατά πόσον ήθελε να δει και τους Πτολεμαίους, απάντησε: «Βασιλιά θέλησα να δω, όχι νεκρούς».

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Σουητωνιος (2ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Vita Caligulae, 52.

Triumphalem quidem ornatum etiam ante expeditionem assidue gestavit, interdum et Magni Alexandri thoracem repetitum e conditorio eius.

[O Καλιγούλας, περί το 40 μ.Χ.] φορούσε συχνά τη στολή του θριαμβεύοντος στρατηγού ακόμη και πριν την εκστρατεία του, ενώ μερικές φορές έβαζε ακόμη και τον θώρακα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον οποίο είχε αποσπάσει από τη σαρκοφάγο του.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Διων Κασσιος (3ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Ῥωμαἱκὴ Ἱστορία (Historia Romana), 51.16.5

καὶ μετὰ ταῦτα τὸ μὲν τοῦ Ἀλεξάνδρου σῶμα εἶδε, καὶ αὐτοῦ καὶ προσήψατο, ὥστε τι τῆς ῥινός, ὥς φασι, θραυσθῆναι· τὰ δὲ δὴ τῶν Πτολεμαίων, καίτοι τῶν Ἀλεξανδρέων σπουδῇ βουληθέντων αὐτῷ δεῖξαι, οὐκ ἐθεάσατο, εἰπὼν ὅτι “βασιλέα ἀλλ’ οὐ νεκροὺς ἰδεῖν ἐπεθύμησα”.

Μετά από τα γεγονότα αυτά [ο Οκταβιανός είδε το σώμα του Αλεξάνδρου και μάλιστα το άγγιξε, έτσι ώστε ένα κομμάτι από τη μύτη του, όπως λένε, να αποκοπεί. Κι όταν οι Αλεξανδρείς επεδείκνυαν ιδιαίτερη προθυμία να του δείξουν και τους νεκρούς των Πτολεμαίων, αρνήθηκε αυτό το θέαμα, λέγοντας: «Βασιλιά πεθύμησα να δω, όχι νεκρούς».

________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Δίων Κάσσιος (3ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Ῥωμαἱκὴ Ἱστορία (Historia Romana),75.13.2

καὶ ἐπολυπραγμόνησε πάντα καὶ τὰ πάνυ κεκρυμμένα· ἦν γὰρ οἷος μηδὲν μήτε ἀνθρώπινον μήτε θεῖον ἀδιερεύνητον καταλιπεῖν· κἀκ τούτου τά τε βιβλία πάντα τὰ ἀπόρρητόν τι ἔχοντα, ὅσα γε καὶ εὑρεῖν ἠδυνήθη, ἐκ πάντων ὡς εἰπεῖν τῶν ἀδύτων ἀνεῖλε καὶ τὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου μνημεῖον συνέκλεισεν, ἵνα μηδεὶς ἔτι μήτε τὸ τούτου σῶμα ἴδῃ μήτε τὰ ἐν ἐκείνοις γεγραμμένα ἀναλέξηται.

[Ο Σεπτίμιος Σεβήρος, 200 μ.Χ.] επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα τα πάντα, ακόμη και για τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά. Τέτοιος άνθρωπος ήταν· δεν άφηνε αδιερεύνητο τίποτα, ούτε ανθρώπινο ούτε θείο. Ως εκ τούτου, απέσπασε από όλα κατ᾽ ουσίαν τα ιερά όσα βιβλία περιείχαν απόρρητες πληροφορίες (ή τουλάχιστον όσα μπόρεσε να βρει) και επιπλέον σφράγισε και το μνημείο του Αλεξάνδρου, ώστε να μην μπορεί κανείς πια ούτε το σώμα του να δει ούτε όσα ήταν γραμμένα στα βιβλία που προαναφέραμε να μελετήσει.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ηρωδιανός (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Ἱστορία (Historia ab excessu divi Marci), 4.8.9

ὡς δὲ εἰσήλασεν ἐς τὴν πόλιν σὺν παντὶ τῷ στρατῷ [sc. ο Καρακάλλας, το 215 μ.Χ.], πρῶτον μὲν ἐς τὸν νεὼν ἀνελθὼν πολλὰς ἑκατόμβας κατέθυσε λιβάνῳ τε τοὺς βωμοὺς ἐσώρευσεν, ἐκεῖθεν δ’ ἐλθὼν ἐς τὸ Ἀλεξάνδρου μνῆμα, τήν τε χλαμύδα ἣν ἔφερεν ἁλουργῆ, δακτυλίους τε οὓς εἶχε λίθων τιμίων, ζωστῆράς τε καὶ εἴ τι πολυτελὲς ἔφερε, περιελὼν ἑαυτοῦ ἐπέθηκε τῇ ἐκείνου σορῷ.

Μόλις [ο αυτοκράτορας Καρακάλλας] εισέβαλε στην πόλη με το σύνολο του στρατού του, πρώτα κινήθηκε προς τον ναό και προσέφερε πολλές εκατόμβες και έκαψε σωρούς από λιβάνι πάνω στους βωμούς. Από κει κατευθύνθηκε προς το μνήμα του Αλεξάνδρου και βγάζοντας από πάνω του την πορφυρή χλαμύδα που φορούσε, τα δακτυλίδια του από πολύτιμους λίθους και ό,τι άλλο πολυτελές είχε, τα τοποθέτησε πάνω στη σορό του.

_______________________________________________________________________________________
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Αχιλλευς Τατιος (3ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΕΥΚΙΠΠΗΝ ΚΑΙ ΚΛΕΙΤΟΦΩΝΤΑ, 5.1.1.–5.1.4

5.1. (1.)   Τριῶν δὲ πλεύσαντες ἡμερῶν εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἤλθομεν. ἀνιόντι δέ μοι κατὰ τὰς Ἡλίου καλουμένας πύλας συνηντᾶτο εὐθὺς τῆς πόλεως ἀστράπτον τὸ κάλλος καί μου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐγέμισεν ἡδονῆς.  (2.) στάθμη μὲν κιόνων ὄρθιος ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν Ἡλίου πυλῶν ἐς τὰς Σελήνης πύλας· οὗτοι γὰρ τῆς πόλεως οἱ πυλωροί. ἐν μέσῳ δὴ τῶν κιόνων τῆς πόλεως τὸ πεδίον.  (3.) ὁδὸς δὲ διὰ τοῦ πεδίου πολλὴ καὶ ἔνδημος ἀποδημία. ὀλίγους δὲ τῆς πόλεως σταδίους προελθὼν ἦλθον εἰς τὸν ἐπώνυμον Ἀλεξάνδρου τόπον. εἶδον δὲ ἐντεῦθεν ἄλλην πόλιν καὶ σχιζόμενον ταύτῃ τὸ κάλλος. (4.) ὅσος γὰρ κιόνων ὄρχατος εἰς τὴν εὐθυωρίαν, τοσοῦτος ἕτερος εἰς τὰ ἐγκάρσια. ἐγὼ δὲ μερίζων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐς πάσας τὰς ἀγυιὰς θεατὴς ἀκόρεστος ἤμην καὶ τὸ κάλλος ὅλον οὐκ ἐξήρκουν ἰδεῖν.

Αφού πλεύσαμε για τρεις μέρες, φτάσαμε στην Αλεξάνδρεια. Καθώς έμπαινα στην πόλη από τις λεγόμενες Πύλες του Ήλιου, με συνεπήρε αμέσως η απαστράπτουσα ομορφιά της και πλημμύρισε τα μάτια μου ηδονή. Και από τις δυο πλευρές του δρόμου που οδηγεί από τις Πύλες του Ήλιου στις Πύλες της Σελήνης — αυτοί είναι οι δύο προστάτες της πόλεως — εκτείνεται μια σειρά υψηλών κιόνων. Ανάμεσα σε αυτούς τους κίονες απλώνεται η πόλη. Προχωρώντας λίγα στάδια μέσα στην πόλη έφτασα στο μέρος που φέρει το όνομα του Αλεξάνδρου. Εκεί είδα μια άλλη πόλη, το κάλλος της οποίας χωριζόταν σε μικρές πλατείες. Όσο επιμήκης ήταν η σειρά των κιόνων στην ευθεία, άλλο τόσο ήταν και στον κάθετο άξονα. Κι εγώ στρέφοντας εξίσου το βλέμμα μου προς κάθε σοκάκι, κοιτούσα αχόρταγα, αλλά και πάλι δεν μπορούσα να απορροφήσω όλη αυτή την ομορφιά στο σύνολό της.

_______________________________________________________________________________________
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Λιβάνιος (4ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: Λόγοι (Orationes), 49.12

Καὶ τοῦτο, ὦ βασιλεῦ, κοινὸν τὸ κακόν, ἐάν τε Πάλτον εἴπῃς ἐάν τε Ἀλεξάνδρειαν τὴν δεικνῦσαν τὸν Ἀλεξάνδρου νεκρὸν ἐάν τε Βαλανέας ἐάν τε τὴν ἡμετέραν. μέτρῳ μὲν γὰρ διαφέρουσιν, ἡ δ’ αὐτὴ πανταχοῦ νόσος.

Και το κακό ετούτο, βασιλιά μου, είναι κοινό, είτε αναφέρεις ως παράδειγμα τον Πάλτο είτε την Αλεξάνδρεια, που επιδεικνύει το νεκρό σώμα του Αλεξάνδρου, είτε τη δική μας πόλη. Ποσοτική μονάχα είναι η διαφορά τους· η ασθένεια είναι η ίδια παντού.

_______________________________________________________________________________________

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ιωαννης Χρυσοστομος (5ος αιώνας μ.Χ.)

ΕΡΓΟ: ὙΠΟμνημα εἰς τὴν Πρὸς Κορινθίους δευτέραν ἐΠιστολήν (In epistulam ii ad Corinthios), 61.581–582

Καὶ ὁ μὲν Ἀλέξανδρος μετὰ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ, διασπασθεῖσαν τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ καὶ τέλεον ἀφανισθεῖσαν οὐκ ἐπανήγαγε· πῶς δὲ ἔμελλεν ὁ νεκρός; ὁ δὲ Χριστὸς τότε αὐτὴν μάλιστα ἔστησεν, ὅτε ἐτελεύτησε. Καὶ τί λέγω περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὅπου γε καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, μετὰ τὸ τελευτῆσαι, λάμψαι ἔδωκε; Ποῦ γὰρ, εἰπέ μοι, τὸ σῆμα Ἀλεξάνδρου; δεῖξόν μοι, καὶ εἰπὲ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐτελεύτησε. Τῶν δὲ δούλων τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ σήματα λαμπρὰ, (582.) τὴν βασιλικωτάτην καταλαβόντα πόλιν, καὶ αἱ ἡμέραι καταφανεῖς, ἑορτὴν τῇ οἰκουμένῃ ποιοῦσαι.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου η εξουσία του διασπάστηκε, αφανίστηκε τελείως και δεν την αποκατέστησε ποτέ. Και πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο ο πεθαμένος; Ο Χριστός όμως τότε κυρίως στερέωσε τη δική του εξουσία, όταν πέθανε. Και τι να μιλώ για τον Χριστό, τη στιγμή που και στους μαθητές του ακόμη έδωσε το προνόμιο να λάμψουν μετά τον θάνατό τους; Πού είναι, αλήθεια, πες μου, ο τάφος του Αλεξάνδρου; Δείξ᾽ τον μου και πες μου ποια μέρα ακριβώς πέθανε. Αντίθετα, των δούλων του Χριστού και οι τάφοι τους είναι λαμπροί, αφού κατέλαβαν την πιο βασιλική από όλες τις πόλεις του κόσμου, και οι ημέρες τους είναι περιφανέστατες, αφού όλη η οικουμένη τις γιορτάζει.

_______________________________________________________________________________________

Απεικόνιση της αρμάμαξας που μετέφερε τον νεκρό του Αλεξάνδρου

Απεικόνιση της αρμάμαξας που μετέφερε τον νεκρό του Αλεξάνδρου

Advertisements