Tags

, , , , , , , , , ,


Λόγω της μεγάλης έκτασής του το υπόμνημα στο ποίημα “Fata Morgana” ολοκληρώνεται σε τρεις συνέχειες. Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος και εδώ το δεύτερο μέρος του υπομνήματος. Η τρίτη και τελευταία ανάρτηση περιλαμβάνει υπόμνημα στη δεύτερη ενότητα του ποιήματος (στ. 29-52).

Fata_Morgana_2 (β)Fata_Morgana_3

ΥΠΟΜΝΗΜΑ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

Το πρώτο μέρος του ποιήματος ενέκυψε με μαζοχιστική σχεδόν εμμονή στην αισθησιακή ανάμνηση του ηδονικού, αρωματικού και μεθυστικού, πικρού και δαιμονικού, ζωηφόρου και θανατηφόρου, γυναικείου κόλπου. Στο δεύτερο μέρος, η καθολική Γυναίκα ονοματίζεται, ταυτίζεται συνεκδοχικά με ένα πρόσωπο-σύμβολο: τη Φάτα Μοργκάνα.

Η στιγμή της κατονομασίας της είναι η μοναδική στιγμή σε ολόκληρο το ποίημα κατά την οποία η ποιητική φωνή κατακτά μια κάποια σταθερότητα και αυτοσυνειδησία: ξέρεις ποιος είναι, «πούθε έρχεται» και πού πάει. Αυτή η αίσθηση, όμως, του προσανατολισμού εξανεμίζεται αμέσως· αντικαθίσταται από μια πτωτική πορεία προς το χάος. Στο δεύτερο μέρος της «Φάτα Μοργκάνα», όπως σε πλείστα άλλα καββαδιακά ποιήματα, κυρίως από το «Πούσι» (1947), η ποιητική φωνή κινείται στα τυφλά: χαμένη, ζαλισμένη, ασταθής και ασυνάρτητη, περιδινείται σαν τα συγκεχυμένα εκείνα όντα και αντικείμενα (τα ψάρια, τα όστρακα, τα άρμπουρα, τις προπέλες) που παρασύρει φύρδην μίγδην στον ρούφουλά του ο κυκλώνας. Αντιστέκεται προς στιγμήν περιδινούμενος, φαντασιώνεται παραμυθικές διεξόδους (“να ‘χαμε τον λύχνο του Αλαδδίνου”), εκπέμπει ένα ατελέσφορο σήμα κινδύνου (“σε μιαν άσπρη πέτρα με σφεντόνα”), αλλά στο τέλος παραδίδεται με πικρή, στωική αυτοειρωνεία στη μοιραία καταβύθιση (“έχει και στην κόλαση μπορντέλο”…).

babylon29. πούθ᾽ έρχεσαι; Το ποίημα κάνει απότομη στροφή από την πρωτοπρόσωπη προς τη δευτεροπρόσωπη αποστροφή.

29. απ᾽ τη Βαβυλώνα: Η ποιητική φωνή ορίζει τη Βαβυλώνα ως την προέλευση ή/και την αφετηρία του ταξιδιού της. Η αναφορά δεν ξαφνιάζει, εφόσον ο ποιητής είναι δέσμιος των θελγήτρων της προαιώνιας Πόρνης. Η Βαβυλὼν ἡ μεγάλη είναι, ως γνωστόν, ἡ μήτηρ τῶν πορνῶν καὶ τῶν βδελυγμάτων τῆς γῆς (Αποκάλυψις Ιωάννου, 17.5). Η Φάτα Μοργκάνα ταυτίζεται εδώ με τη Μεγάλη Πόρνη της Αποκάλυψης, την καθημένην ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν […] μεθ᾿ ἧς ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ ἐμεθύσθησαν οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν ἐκ τοῦ οἴνου τῆς πορνείας αὐτῆς. Το σχετικό εδάφιο της Αποκάλυψης συνάδει απόλυτα με την έμφαση του ποιήματος στην ηδονή ως μεθυστικό κρασί. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, τὰ ὕδατα […] οὗ ἡ πόρνη κάθηται, λαοὶ καὶ ὄχλοι εἰσὶ καὶ ἔθνη καὶ γλῶσσαι: μία σταγόνα από αυτό τον ωκεανό των υποταγμένων είναι και ο ποιητής.

30. στο μάτι του κυκλώνα: Στην ίδια πάντα συζήτηση με τον Μήτσο Κασόλα ο Καββαδίας σχολιάζει:

Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ’ τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας;

Η πορεία προς το μάτι του κυκλώνα είναι, με άλλα λόγια, πορεία προς ένα φαινομενικό απάγκιο, στο οποίο ο ναυτικός είναι προσωρινά απαλλαγμένος από τον κυκλώνα («στο μάτι έχει άπνοια, τέλεια άπνοια»). Πρόκειται όμως για ψευδαίσθηση, όπως το ίδιο το φαινόμενο της φάτα μοργκάνα: στην πραγματικότητα αυτό το απάγκιο είναι μια φυλακή («πώς θα βγεις από κει πέρα;»). Για λίγο, σε προστατεύει από τα στοιχεία, τα οποία όμως απέξω καραδοκούν και κάποτε θα σπάσουν το φράγμα και θα ορμήσουν μέσα. Το μάτι του κυκλώνα είναι βεβαίως η σχέση με τη γυναίκα: η φευγαλέα στιγμή της ερωτικής ένωσης με το σώμα του έρωτος, που προσωρινά αποκλείει όλη την περιδίνηση του κόσμου, αλλά που δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν, να διαρκέσει για πάντα. Προς αυτό το μάτι του κυκλώνα πορεύεται ο τραγικός ναυτικός του δεύτερου μέρους της «Φάτα Μοργκάνα»: αυτό ορέγεται, αυτό αποζητεί, κι ας ξέρει ότι δεν πρόκειται για την αληθινή ευτυχία αλλά για το αντεστραμμένο της είδωλο.

32. Φάτα Μοργκάνα: Βλ. Εισαγωγή στο ποίημα (Μέρος Α᾽).

33. πάντα οι κυκλώνες…Κίο: Είναι αδιάγνωστο αν η «Εύα από την Κίο» είναι «τίμια γυναίκα» ή πόρνη. Φέρει πάντως το αρχέγονο όνομα του γυναικείου πειρασμού και της γυναικείας δολιότητας· κι αυτό στη φιλοσοφία του Καββαδία, όπως είπαμε, συνάδει περισσότερο με τη σαφώς επικινδυνότερη φύση της «τίμιας». Σε κάθε περίπτωση, γυναίκα και κυκλώνας ταυτίζονται οντολογικά. Η γυναίκα δεν είναι ακριβώς ανθρώπινο ον· είναι «άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό» (στ. 15) στοιχείο της φύσης.

35. η μάγισσα: Η μυθική μορφή της Φάτα Μοργκάνα συγκεκριμενοποιείται στο πρόσωπο μιας μάγισσας που ζει στην Ιορδανία (βλ. στ. 35), έχεις τρεις κόρες κι έναν γιο, που πιθανότατα εκδίδονται στα πορνεία (βλ. στ. 36). Η φαντασίωση της γυναίκας ως μάγισσας αποτελεί μια ακόμη πανάρχαιη ανδρική νεύρωση. Η «μάγισσα της Αραπιάς» συγκεκριμένα απέκτησε κεντρική θέση στον νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό μέσα από το γνωστό ρεμπέτικο του Τσιτσάνη.

35. Αμανάτι: Πιθανότατα, πρόκειται για το Αμμάν, την πρωτεύουσα της σημερινής Ιορδανίας.

36. η τέταρτη είν᾽ ένα αγόρι μ᾽ ένα μάτι: Η σύγχυση των φύλων εδώ (η τέταρτη κόρη είναι ένα αγόρι) μάλλον παραπέμπει σε παιδί που δουλεύει σαν αρσενική πόρνη στα μπορντέλα του Αμμάν — σαν τον «μικρόν Εβραίο στη Σεβίλια» του ποιήματος «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου» (Μαραμπού).

37-40. ψάρια…προπέλες: Το τελευταίο απόσπασμα από τη συζήτηση με τον Μήτσο Κασόλα που παραθέσαμε πιο πάνω συνεχίζει ως εξής:

Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια… Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.

Η σουρεαλιστική, δηλαδή, εικόνα που καταλαμβάνει τη δέκατη στροφή αποδίδει, σε πρώτο επίπεδο, τον ρούφουλα του κυκλώνα, που συμφύρει πλάσματα και πράγματα της στεριάς και της θάλασσας σε ένα αξεδιάλυτο, χαώδες μείγμα. Μεταφορικά, πρόκειται, όπως σημειώσαμε, για την περιδίνηση του βίου, από την οποία ο ναυτικός, που μέσα του μπερδεύεται η θάλασσα και η στεριά με τις αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις τους, βρίσκει απάγκιο «στο μάτι του κυκλώνα» (τη γυναικεία αγκαλιά), απαλλαγμένος προσωρινά — και απατηλά.

38. λυσίκομες κοπέλες: Οι «λυσίκομες κοπέλες» σχετίζονται με τις δύο περιπτώσεις της φάτα μοργκάνα που ο Καββαδίας δηλώνει ότι έζησε. Ο Καββαδίας, λέει, είδε στη ζωή του ποικίλους αντικατοπτρισμούς. Αυτό που του έμεινε όμως είναι η ανατριχιαστική εικόνα τριών νεαρών γυναικών να χορεύουν στον ορίζοντα:

— Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;

— Δύο φορές.

— Μη μου πεις… Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;

— Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.

41. να ᾽χαμε το λύχνο του Αλαδίνου: Πρβλ. από το ομότιτλο ποίημα από το Πούσι Ο λύχνος του Αλαδδίνου»): Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά. / Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίδουν. / Μα πρίμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά / κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου. Ο λύχνος του Αλαδδίνου είναι το εργαλείο για τη μαγική επίτευξη του ευκταίου, για τη θαυματική αντιστροφή της αρνητικής πραγματικότητας.

Μετά τη βίαιη εικόνα του κυκλώνα, το ποιητικό Εγώ, που στην αρχή του δευτέρου μέρους έδειξε να γνωρίζει ακριβώς «πούθε έρχεται» και «πού πάει», επιστρέφει απότομα στη γνωστή καββαδιακή κατάσταση του αποπροσανατολισμού και της σύγχυσης, της οποίας κυρίαρχο σύμβολο στην ποίησή του είναι το πούσι. Η δέκατη στροφή αποτελεί το κρίσιμο σημείο καμπής στο ποίημα και αυτή η αλλαγή πορείας — η αναπότρεπτη πλέον κατεύθυνση προς την «κόλαση» — σηματοδοτείται και στο μετρικό επίπεδο: ο στίχος πλέον αλλάζει και γίνεται τροχαϊκός. Ο «άστατος» τροποντινά τροχαίος, δηλαδή, συνδέεται με την εκκρεμότητα, την περιδίνηση, τον κίνδυνο. Ο «ομαλότερος» ίαμβος επανέρχεται στην τελική στροφή, όταν τα πράγματα έχουν πια κριθεί και ο ποιητής το παίρνει απόφαση ότι όλα τελείωσαν: «γεια χαρά, στεριά, κι αντίο μαστέλο / γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου».

42. το γέρο νάνο απ᾽ την Καντώνα: Κρυπτική η αναφορά αυτή. Η Καντώνα (Canton, σημερινό Guangzhou) είναι μεγάλη πόλη της νότιας Κίνας, ένα ακόμη από τα λιμάνια του κόσμου που πρωταγωνιστούν στην καββαδιακή ποίηση. Ο γέρο-νάνος, προφανώς, «αν τον είχαμε», θα επιτελούσε την ίδια λειτουργία με τον λύχνο του Αλαδδίνου: θα φαίδρυνε προσωρινά τη ζοφερή πραγματικότητα. Ίσως να πρόκειται για κάποιο «φρικιό»-γελωτοποιό του λιμανιού, που διασκέδαζε με τα καμώματά του τους ναυτικούς.

O.G.F. Watts,

O.G.F. Watts, “Κυνηγώντας τη Fata Morgana”

43-44: στείλαμε…σφεντόνα: Οι ναυτικοί κινδυνεύουν, χάνονται και o μαρκόνης, όπως συχνά και αλλού στον Καββαδία, στέλνει το SOS· πρβλ. από το ποίημα “Black and White” (Πούσι): Μέσα μου βαθιές αναπνοές / Του Κολόμπου ξύπνησαν οι ναύτες. / Όλες τις ρουκέτες τώρα κάφ᾽ τες / και, μαρκόνη, στείλε το SOS. Με τον τρόπο που το στέλνει όμως ο μαρκόνης αυτού του καραβιού — ρίχνοντας πέτρα με σφενδόνα! — το σήμα κινδύνου δεν θα φτάσει πολύ μακριά· θα το καταπιεί γρήγορα η θάλασσα, όπως κι αυτούς που το εξέμπεμψαν.

45. δαίμονας γεννά τη νηνεμία: Από τον ρούφουλα του κυκλώνα στη νηνεμία η αντίθεση είναι απόλυτη. Ο ναυτικός κινείται στα άκρα. Η νηνεμία στον Καββαδία είναι συνδεδεμένη με τη στασιμότητα, αλλά και το καραντί, αυτή την απόμακρη, αόριστη, αόρατη απειλή, που μπορεί να σε χτυπήσει ανά πάσα στιγμή, εκεί που δεν το περιμένεις. Για το καραντί και τους συμβολισμούς του, βλ. το υπόμνημα στο ομότιτλο ποίημα από το «Πούσι».

46. Allodetta: Αντιγράφω το σχετικό σχόλιο του Τράπαλη: «Allodetta [είναι] το πουλί lodola, ο κορυδαλλός· η λέξη πιθ. προέρχεται από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη (Παράδεισος 20, 73-75: quale allodetta che ’n aere si spazia, / prima cantando, e poi tace· στη μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη: «Σαν κορδαλλός που ανηφοράει στ᾽ αγέρι / κελαδιστός, μετά βουβαίνεται…». Δείτε εδώ το σχετικό λήμμα από την Enciclopedia Dantesca. Εκ πρώτης όψεως, αμφιβολίες κατά πόσον η ερμηνεία του Τράπαλη είναι ορθή προκαλεί το γεγονός ότι στη «Φάτα Μοργκάνα» η Allodetta γράφεται με κεφαλαίο και φαίνεται να αποτελεί κύριο όνομα. Ο Saunier (σ. 155), προφανώς εντοπίζοντας τη λεπτομέρεια αυτή, διατυπώνει μια εναλλακτική εικασία, η οποία, όμως, όπως ο ίδιος παραδέχεται, είναι μάλλον παρακινδυνευμένη: «Αν διαβαστεί ιταλοελληνικά, η λέξη αναλύεται Άλλο-detta. Ο Άλλος είναι ο Δαίμονας, detta σημαίνει ‘λεγόμενη’: allodetta, κατά το cosidetta, ‘ονομαζόμενη διαβόλισσα’». Πώς μπορεί όμως η «διαβόλισσα» να καλείται να ξορκίσει τον Δαίμονα, που εκπορεύεται από μέσα της; Πώς ο δαίμονας μπορεί να ξορκίσει τον Δαίμονα; Είναι μάλλον απομακρυσμένη η πιθανότητα η Allodetta να αποτελεί αντώνυμο για τη διαβολική Fata Morgana. Απίθανο είναι ίσως επίσης πρόκειται για το nom de guerre μιας πόρνης που συνοδεύει τον ναυτικό στο ταξίδι. Allodetta πρέπει να είναι όντως ο κορυδαλλός, το γλυκόλαλο πουλί. Το κεφαλαίο αρχικό γράμμα μάλλον παραπέμπει στην κοινή τάση των καββαδιακών ναυτικών να αναπτύσσουν βαθιές συναισθηματικές σχέσεις με τα ζώα και τα πτηνά που τους περιτριγυρίζουν (τις γάτες, τους πιθήκους, τους παπαγάλους), γιατί αυτά τα ζωντανά τους χαρίζουν ανθρώπινη ζεστασιά και ελπίδα — πάντα σε βάση προσωρινή και εύθραυστη (οι γάτες τρελαίνονται απ᾽ τη λαμαρίνα, οι μαϊμούδες προδίδουν, αφού έχουνε «απ᾽ την ύπουλη καρδιά της γυναικός»), οι παπαγάλοι ψοφούν ή πετούν και χάνονται). Το κελάιδισμα του κορυδαλλού δεν μπορεί, φυσικά, να κινήσει τον άνεμο, μπορεί όμως να σπάσει, έστω για λίγο, την εκκωφαντική, τρομακτική σιωπή της νηνεμίας.

47. λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου: Νηνεμία, στασιμότητα, σιωπή, έλλειψη επικοινωνίας.

48. καζαμία: Ο καζαμίας είναι «λαϊκό έντυπο με το ημερολόγιο της χρονιάς και με διάφορες πληροφορίες και προβλέψεις που στηρίζονται στην αστρολογία» (Λεξικό Τριανταφυλλίδη). Πρόκειται ξανά για επανερχόμενο καββαδιακό μοτίβο: σε αυτή την κατάσταση του αποπροσανατολισμού, τα επιστημονικά μέσα (εδώ ο ασύρματος, αλλού το παλινώριο κλπ) αποτυγχάνουν και ο ναυτικός στρέφεται απελπισμένος σε άλλες λύσεις. Βλ. σχόλιο στον στ. 2 του ποιήματος «Μαρέα».

49. άνεμος…λυσσιακά του: Σκληρή εικόνα απόγνωσης κι απελπισίας, τη στιγμή που ο ναυτικός συνειδητοποιεί την οριστική απώλεια, την τελική, αναπόφευκτη καταβύθιση: «γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου».

50. αντίο μαστέλο: Ο Τράπαλης ερμηνεύει το μαστέλο απλώς ως «κάδο, δοχείο για υγρά», πρβλ. Βάρδια, 98: “Είδα την καρδιά του καρχαρία που ψαρέψαμε σ᾽ ένα φορτηγό, ξεριζωμένη από το κορμί του, να σπαρταρά μέσα σ᾽ ένα μαστέλο γιομάτο θαλασσινό νερό, που το πετούσε τριγύρω με σκόρσο και μας ράντιζε”. Επιπλέον, όμως, ο κάδος αυτός και η χωρητικότητά του (48 οκάδες) λειτουργούσε ως μονάδα βάρους που χρησιμοποιούνταν κυρίως στη χονδρική πώληση κρασιού σε διάφορα ελληνικά νησιά. Μαστέλο ονομάζεται ακόμη και ένα είδος μαλακού χιώτικου τυριού. Σε κάθε περίπτωση, το «αντίο μαστέλο» φαίνεται να συμπληρώνει το «γεια χαρά, στεριά» ως αποχαιρετισμός στις μικρές (στεριανές) πολυτέλειες και απολαύσεις, μία από τις οποίες είναι και το ίδιο το γυναικείο κορμί. Τον ναυτικό τον καταπίνει η θάλασσα.

52. έχει και στην κόλαση μπορντέλο: Μια ακόμη πικρή αυταπάτη: τελειώνουμε, πορευόμαστε προς την κόλαση, αλλά, ποιος ξέρει, ίσως μπορέσουμε να συνεχίσουμε τον βίο και την πολιτεία μας κι εκεί. Πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ τον συμμετρικό τρόπο με τον οποίο ολοκληρώνεται το ποίημα: στο πρώτο μέρος, η μάχη ανάμεσα στο αγγελικό και το δαιμονικό στοιχείο (στην ψυχή της γυναίκας) οδήγησε στον θρίαμβο του Δαίμονα· στο δεύτερο μέρος, κι αφού η Allodetta προφανώς απέτυχε «να σιγήσει το όνομά του», ο ποιητής καταλήγει στην Κόλαση. Η Κόλαση, φυσικά, ήταν προδιαγεγραμμένος προορισμός: ο ποιητής ήξερε εξαρχής ότι ήταν «αμαρτωλός». Ήταν αδύνατη η απεμπλοκή από αυτή την πορεία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: