Tags

, , , , ,


Πριν από λίγο, 08:20 το πρωί, ήχησαν οι ετήσιες επετειακές σειρήνες στη Λευκωσία, οι οποίες κάθε χρόνο τέτοια μέρα μας θυμίζουν τι έγινε τότε — και κάθε χρόνο τέτοια μέρα αδυνατούν να μας υποδείξουν τι δέον γενέσθαι από δω και μπρος. Ίσως η απάντηση κρύβεται στα ποιήματα. 

af3fe03e918e8a699abd0006a2d96bb2_33160Μιχαλης Πασιαρδης, “Λευκωσια, βραδι 15.7.74”

Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.

Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.

(Ο Δρόμος της Ποίησης, Β´, 1976)

Nikos_Sampson-2yhtskw2u19mqfdi8a169s

Μιχαλης Πασιαρδης, “Ειμαστε Έλληνες”

Δεν είν’ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.
Το ’χετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σ’ άλλους αιώνες,
όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες
Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,
τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους
το αίμα πότισε πλούσο τη γη
κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο.
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τίποτα απ’ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες,
Έλληνες του πικρού καιρού
και της Απελπισίας.

(Ο Δρόμος της Ποίησης, Β´, 1976)

MakariosPraxikopima_632_355

Λευκιος Ζαφειριου, “15.7.1974”

Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς — πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του — άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο,
θεία Μαρίνα, την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

           (Σχεδόν μηδίζοντες, 1977)

606x460_kypros_2

Ανθος Λυκαυγης, “Ερπυστριες”

Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε
στα χείλη μας σαν πέτρα.
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε
στα δόντια του πρωινού.

Ένα αχ σα στεναγμός
ένα αχ οργή και σίδερο
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού

Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!
Με τόσες μνήμες άδικες
στα δάχτυλα μιας μέρας
που τη φοβόμασταν πριν έλθει
με τόσες μνήμες άδικες
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.
Τι να σου πρωτογράψω!

Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Καταγράφω απλώς τις στιγμές.
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.
Οι στιγμές που δεν φεύγουν
που δεν λένε να φύγουν
που δεν θα φύγουν ποτέ.
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός

Βράδυ

και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές
της Λευκωσίας
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο
πρόσωπο της Λευκωσίας.
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;

(Ερπύστριες, 1974)

praxikopima-kypros-570

Άνθος Λυκαύγης, “Μητροκτονία”

Με τα νεκρά κοχύλια της
μαζεύει το πρώιμο αίμα
η θάλασσα
βογκώντας. Κι ο ήλιος
καρφωμένος πισώπλατα
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού
σιωπά κοιτώντας.
Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.
Το φονικό
οργώνει πρώτα τη ματιά
πριν συναντήσει το κορμί
στο δίστρατο και στράφτει
σαν ατσάλι
στη χούφτα του καλοκαιριού.

Αυτούς που κάρφωσαν
πισώπλατα τον ήλιο
τους είδε μες στη νύχτα
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές
το γνώρισεν η γη
μες στην αγρύπνια της
κι η θάλασσα
καθώς βογγούσε
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια
το πρώιμο αίμα
του Ιουλίου.

(Αναφορά προς Κίμωνα, 1980)

Advertisements