Tags

, , , , ,


Ο Θεός Παν. Μουσείο του Λούβρου, Ma 266 (ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού αγάλματος του 2ου π.Χ. αιώνα)

Ο Θεός Παν. Μουσείο του Λούβρου, Ma 266 (ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού αγάλματος του 2ου π.Χ. αιώνα)

Πώς θα σας φαινόταν μια παράσταση του Δυσκόλου στην κυπριακή διάλεκτο;!!

Το πείραμα της Σαμίας των Γαβριηλίδη-Βαρβέρη έχει αποδείξει ότι οι γλωσσικοί πειραματισμοί ενίοτε βοηθούν στο να προβληθεί πιο έκτυπη η κωμικότητα του Μενάνδρου, ο οποίος κατά τα άλλα κινδυνεύει να φανεί κάπως άχρωμος στα σημερινά μάτια. Ο Βαρβέρης επέλεξε την ήπια καθαρεύουσα της αθηναϊκής belle époque. Η αφεντιά μου τόλμησε να πειραματιστεί με την κυπριακή διάλεκτο!

Παρακάτω σας δίνω τον πρόλογο του Πανός (στίχοι 1-49). Στη μετάφραση χρησιμοποιήσα τον 13σύλλαβο ιαμβικό στίχο, ενίοτε ακατάληκτο. Σε μία μόνο περίπτωση ο στίχος γίνεται 14σύλλαβος.

Κάθε σχόλιο και κριτική ευπρόσδεκτη!🙂 To αρχαίο κείμενο μπορείτε να το βρείτε εδώ στην παλιά έστω έκδοση του Sandbach (1972).

ΠΑΝΑΣ

(Μπαίννει που τον σπήλιον του, που την κεντρικήν πόρταν της σκηνής. Δεξιά του, όπως θωρεί τον κόσμον, εν το σπίτιν του Κνήμωνα· ζαβρά του, του Γοργία)

Ο τόπος τούτος που θωρείτε εν η Φυλή
της Αττικής· έτσι να πείτε. Εγιώνυ φκαίννω
που των Νυμφών τον σπήλιον, ιερόν μιάλον
των Φυλασίων, που ορκώννουν τούντους ρότσους.
Δαμαί δεξιά, στούντο χωράφιν, ζιει ο Κνήμων,                           5
άδρωπος τέλεια αρκάδρωπος τζιαι μουσουτζιάρης
μ᾽ ούλλον τον κόσμον, εν κουρκάρει με κανέναν —
«κανέναν», είπα; Τόσα γρόνια πα στη γην
τζιαι λόον γλυτζιύν ποττέ του εν είπεν σε κανέναν
ούτε εσύντυσιεν ποττέ πρώτος πλασμάτου,                                10
μόνον μιτά μου, που ανάγκην, που ᾽μαι γείτος,
ο θεός ο Πάνας, τζι αναδόγνει του ευτύς,
ξέρω το. Αμμά, με τούντον νουν που κουβαλεί,
επήεν τζι αρμάστηκεν τζιαι τούτος μιαν σιηράτην,
λλίον ύστερις που εμακαρίστην ο άδρωπός της                           15
τζι άφηκεν την μ᾽ έναν μιτσήν κοπελλουρούιν.
Ούλλον μαλλώνει, μαγκοδέρνεται μιτά της
νύχταν τζιαι μέραν, εν ιβρίσκει νεπαμόν,
η ζωή του εν μαύρη. Πά τζιαι κάμνουσιν μιαν κόρην·
σιείρου σιειρόττερα. Τζι ως πον είσιεν παρκάτου                          20
τούντο κακόν τζι η ζήση εγίνηκεν φαρμάτζιν,
συνάει τα ππουρτού της η φτωσιή η γεναίκα
τζιαι πάει στον γιον της που τον πρώτον της τον άντραν.
Είσιεν ο νέος έναν χωραφούιν μιτσήν
δα παραδίπλα, τζιαι που τούτον επερνούσαν                                25
τζιείνος, η μάνα του τζι ένας δούλος πιστός
που ᾽σιεν ο τζύρης του. Εν πιον παλλικαρούιν
ο άουρος, μα ο νους του εν πιο μεγάλου αδρώπου·
ισιώσαν τον καλά οι πίκριες της ζωής.
Ο γέρος ζιει με την κορούαν του μανιχός του                              30
τζιαι μιαν δούλαν κοτζιάκαρην. Κουβαλεί, σκάφτει,
μες τη δουλειάν πνιμένος. Τζιαι που τους γειτόνους
τζιαι τη γεναίκαν του ως τους Χολαρτζιώτες κάτω
μισά τον κόσμον ούλλον. Αμμά η κορούα
εν άξια της αναθροφής της: εν κατέει                                         35
κατζίαν καμιάν. Πάντα πιστά τζιαι προκομμένα
δοξάζει τζιαι τιμά τες Νύμφες πον μιτά μου.
Γι᾽ αυτόν τζι εγιώνυ εννά την σάσω, εν την αφήννω.
Έναν κοπέλλιν, που εν πλούσιος πολλά,
που τζιύρην άρκονταν, γεωργόν, με αγρούς δακάτω                    40
πόλικους, ήρτεν που την πόλην που μεινίσκει
μ᾽ έναν συνότζιαιρόν του δα να τζιυνηήσει.
Τζι έτσι τυχαία σαν εβρεθήκασιν στον τόπον,
φυσώ τους μες τον νουν πελλάραν θεϊτζιήν.
Είπα σας το ζουμίν. Όσον για τα καθέκαστα                                45
Εννά τα δείτε, αν θέλετε. Τζιαι να θελήστε!
Γιατί θαρκούμαι, έτο, θωρώ τον να κοντεύκει
τον αγαπητικόν, μαζίν τζι ο σύντροφός του,
τζιαι κάτι μάχουνται για τούτα μεταξύν τους.