Tags

, , , , , , , , ,


 

image


Σε αυτό το τρίτο και τελευταίο μέρος του ποιητικού αφιερώματος των «Λωτοφάγων» στον Γρηγόρη Αυξεντίου ανθολογούνται ποιήματα που συγκεντρώθηκαν στον τόμο Ωδές και Μπαλάντες στον Γρηγόρη Αυξεντίου (επιμ. Άντη Περνάρη και Κύπρου Χρυσάνθη). Το ποίημα του ιδίου του Περνάρη συμπεριλήφθηκε στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας.

Στην παρούσα ανάρτηση ανθολογούνται τα ακόλουθα ποιήματα:

  1. Κύπρος Χρυσάνθης, «Η μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου, του γενναίου των γενναίων»
  2. Γιάννης Παπαδόπουλος, «Στίχοι για τον Γρηγόρη Αυξεντίου»
  3. Ξάνθος Λυσιώτης, «Η μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου»
  4. Κώστας Μιχαηλίδης, «Στον Γρηγόρη Αυξεντίου»
  5. Άγης Βορεάδης, «Στον Γρηγόρη Αυξεντίου»
  6. Ιωάννης Μιχ. Αρβανίτης, «Ένα ποίημα για τον ήρωα Αυξεντίου»
  7. Θεανώ Λιασίδου Σαμψών, «Γρηγόρη!»
  8. Χρ. Παπαχρυσοστόμου, «Στον αετό του Μαχαιρά»
  9. Στέργιος Σκιαδάς, «Γρηγόρης Αυξεντίου»

 


ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ  


 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

«Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΙΟΥ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ»

Ι

Είχε μια νιότη ξέχωρη κι ακμαία
σαν τις ψηλές αδάμαστες κορφές,
κι είχε ψυχή σαν τον αητό γενναία
κι ιδανικά δυο φούντες χρυσαφιές,
κι αγάπησε να ζωγραφίσει ωραία
τη σύντομη του ζωή στις λεβεντιές.

Πήρε γι’ αυτό του αντάρτη τη σημαία
και δυο λευκά φιλιά της «αγαπώ»
και λάμνισε καθώς σε χρόνια αρχαία
στη λευτεριά να νοιώσει το Θεό
μια πράξη ελλήνισσα παλιά μα νέα
ζάλη σε λούλουδα πλεχτό ουρανό.

Ωραία φωτιά το ιδανικό. Ποιος λέει;
Μα η μαύρη κλήρα πλέκει το χαμό.
Κείνος σε δόξα αιώνια τώρα πλέει
κι άλλοι πικρό τον έχουνε καημό.
Τον κλαίνε οι γέροι κι η «αγαπώ» τον κλαίει,
τον κλαίει στερνά τ’ αδερφικό βουνό:

«Κάθε πουρνό σέ τάιζα μίλι μίλι
απ’ τον ανθό του μόσκου θυμαριού,
σταρόψωμο το γιόμα και τ᾽ αμπέλι
ό,τι γεννά γλυκόπικρο, κι αυτό·
στο δείπνο τ’ ό,τι το ρουμάνι στέλλει
ψητό περδίκι κι άγρη του λαγού.

Και τώρα με απαρνίστηκες και μένω
σα χήρα ναύτη σ’ αγριωπό γιαλό
κι είμαι βουνό φτωχό, παραδαρμένο
σε δύσκολο καιρό κι απατηλό
κι είμαι βουνό σα βόδι χτυπημένο
την ώρα τ’ αλετριού μες τον αγρό.

Κι η Παναγιά σα φροντισμένη λέξη
τέτοια ξηγά μες το χλωμό καιρό:
«Δεν είν’ αντρεία πού να περνά κι αν φέξει
μέρα σκληρή στον τόπο τον ξερό.
Έχει η αντρεία πια τη σπορά της πλέξει
βαθιά στο χώμα τούτο το ιερό.

Θα ξεμυτίσει πράσινο χορτάρι
πιο νέο να θρέφει την παλληκαριά.
Η λευτεριά το πέταγμα θα πάρει
όταν θα πέσει σα σφαχτό η καρδιά.
Κι όποιος θα πέσει τότε θα ᾽ν᾽ καμάρι
σαν την ελιά στην ξεροχωραφιά».

Είχε μια νιότη ξέχωρη κι ακμαία
σαν τις ψηλές αδάμαστες κορφές,
κι είχε ψυχή σαν τον αητό γενναία
κι ιδανικά δυο φούντες χρυσαφιές
κι αγάπησε να ζωγραφίσει ωραία
τη σύντομη του ζωή στις λεβεντιές.

ΙΙ

Όπου περνά η χαμένη προδοσία
τη γονιμότητά της χάνει η γη
το δέντρο πράσινη δεν έχει αντρεία
γιατί είναι λασπωμένοι πια οι χυμοί·
κι έχει το φως μια λεμονιά δειλία
κι ένα χαμένο βλέμμα οι ουρανοί.

Πού να ᾽βρεις ρόδο να κοιτάξεις πέρα;
ή χείλος με μια ελπίδα κερασιά;
Δεν έχει η μέρα νεύρο κι η εσπέρα
μοιάζει σα να δειλιά στη σκοτεινιά,
κι είν’ απλωμένη στον πνιγμένο αγέρα
δαιμονική κρεμάλα με θηλιά.

ΙΙΙ

Στου Μαχαιρά τ’ απόγκρεμνα λημέρια,
οπού το φως μονάχα περπατά,
μες το σκαμμένο βράχο τα ξεφτέρια
της λεβεντιάς μαντάτο τα κρατά
πως τάχα η προδοσία στα κατωμέρια
βρήκε μια γλώσσα και τα μελετά.

Οι λεύτεροι καιροί τους έχουν θρέψει
με άπληστη ιδέα. Πιστεύουν στο χαμό.
Τα μονοπάτια τα ᾽κλεισαν σα σκέψη,
αρνί μελί δεμένο στο δεντρό.
Να κινηθούνε; Μένει να παλέψει
το ήθος κι η πίστη για όνομα τρανό.

Πρωτομιλάει ο αρχηγός, κεφάλι
δεύτερο σ’ όλο τον ξεσηκωμό:
«Αδέρφια είναι η στιγμή πολύ μεγάλη
όπως που δένει τ’ άνθος σε καρπό.
Άνιση θα ᾽ναι και χαμένη η πάλη.
Χαμός σε τέτοιο δύσκολο καιρό.

Αν δύνεσαι να σώσεις κι ένα κλώνο
κέρδος τρανό στους δύσκολους καιρούς.
Του χωρισμού καρδιοχτυπώ τον πόνο.
Η ευθύνη σπαταλά τους αρχηγούς.
Συγχώρεση ζητώ για τούτο μόνο:
προστάζω να δοθείτε στους εχθρούς».

Η ταραχή της θάλασσας φρουμάζει
στα νεανικά κορμιά μες τη σπηλιά.
Κι ο ασήμαντος τη σκοτεινιά ταράζει:
«Κάλλιο να μ’ εύρει η σφαίρα στην καρδιά».
Θυμού σπαθί το μέτωπο χαράζει:
«Προστάζω». Ομπρός του σκύβει η λεβεντιά.

Το τουφεκίδι αρχίζει γύρα-γύρα
μ’ ένα ρυθμό σπασμένο κι αγριωπό.
Λευκό μαντήλι στην αδρή πλημμύρα
ξάφνου πετιέται πέρα στο γκρεμνό.
Βγήκε χαμόγελο στου εχθρού την πείρα:
η νίκη γόητρο σήκωσε αργυρό.

«Η προσταγή σ’ εσάς, εχθροί, μας στέλλει».
«Πού ᾽ναι ο Γρηγόρης;» «Πάει για το Θεό».
Κι από τη λύσσα ξάσπρισε το μέλι
στου ξένου τη λαλιά και σκοτωμό
προστάζει σαν κοπάδι μες τ’ αμπέλι
που φύλλωμα ξοδεύει και καρπό.

«Γρηγόρη, παραδώσου. Η μάχη τώρα
είν’ κόπος μάταιος», του λαλεί ο εχθρός.
«Τα πυροβόλα αυτή τη γύρω χώρα
θα τη ρημάξουν σαν το νου ο θυμός.
Γιατί να πάεις στην ανθισμένη σου ώρα
σαν απροστάτευτος φτωχός ανθός;

Κατά που θέλει η χρεία να μελετάεις
κι ας έχεις χίλιους όρκους στην καρδιά.
Όταν ψηλός φραγμός σε φράζει πάεις
πλάγιο στρατί παρά στη δημοσιά.
Πράξη φτηνή στο πείσμα να χτυπάεις.
Για το χαμό; Φτηνή παλληκαριά».

Κι από των θάμνων τα κλαδιά υψωμένη,
σχεδόν μεσούρανη ομορφιά, η φωνή,
με δωρικό περπάτημα, ανεβαίνει —
και λες η Ελλάδα η αρχαγγελική
στα χέρια κρίνο υψώνοντας προβαίνει —
τέτοια διαμάντια λόγια αντιλαλεί:

«Δεν έχει χώρο η γη για να χωρέσει
τον που το ξίφος δίνει στον εχθρό.
Τρανή τιμή για την τιμή όποιος πέσει.
Τον όρκο δεν προδώνω τον ιερό.
Χρυσή αρετή στων αρετών τη μέση
λεύτερος να διαλέγεις το χαμό.

Όποιος τολμά ας ζυγώσει για να πάρει
το δώρο της ζωής μου μοναχός.
Είμ’ Έλληνας, της Αρκαδίας βλαστάρι,
Κι η λευτεριά ᾽ναι ο πρώτος μου Θεός».
Έτσι μουγκρίζει μέσα απ᾽ το θυμάρι
της Λύσης ο Γρηγόρης, σταυραητός.

Έχει η συνείδησή του πια ετοιμάσει
την παρουσία της δίπλα στο Θεό.
Τη φύση του θνητού έχει ξεπεράσει
και μπήκε στης ιδέας τον ομφαλό.
Ο ξένος έχει πια παραμερίσει
και νοιώθει μέσα του το θαυμασμό.

Οι σφαίρες τον αγέρα μας χτενίζουν
μ’ ένα φλογάτο χτένι αρρενωπό.
Σκαθαρωτές χειροβομβίδες σκίζουν
όπως ψαλίδι τον πηχτό καιρό.
Γύρω πυρά λαμποκοπούν, μουγκρίζουν.
Γι᾽ αυτούς η νίκη είν’ όνειρο θαμπό.

Τότε εύφλεχτο νερό βαρέλια αδειάζουν
όπου το στόμα της χλωρής σπηλιάς.
Η σπίθα ανάβει και τα θάμνα αρπάζουν
την πυρωμένη γλώσσα και μεμιάς
τριγύρω πέτρες, χόρτα που χοχλάζουν
και πνίγονται στο βρόχι της καπνιάς.

Και να! η προδότρα η φλόγα κατακαίει
φτερά τ’ αητού κι αλύγιστα μαλλιά.
Νεκρό το πολυβόλο δίπλα κλαίει
τη φλογερή του που ᾽χασε μιλιά.
Μα στη θυσία καράβι ολόρθο πλέει
τη λευτεριά να φέρει στα πανιά.

IV

Βάζει τον ήλιο γι᾽ άνθος στα μαλλιά της,
τη μνήμη του γιορντάνι στα λαιμά.
Όπου άφησε τ’ αχνάρι του δικά της
μετρά πατήματα και προσπερνά.
Κρεμάζει τα πρωτάνοιχτα φτερά της
στου Μαχαιρά τ’ απόμερα γκρεμνά.

«Κεφαλοπάνι μου, χρυσέ Γρηγόρη,
τα μάτια μου δεν έχουνε πηγές.
Ο νους κουράστηκε στα μαύρα τα όρη
και ξύπνιο τον κοιτάνε οι χρυσαυγές.
Δεν έχουν λάμψη τα τοπία κι οι χώροι
και στο χωριό μας μέλι οι δειλινές.

Εδώ θα ᾽ρθω σπηλιές να κατοικήσω.
Όπου θυμάρι ‘ναι δικός σου ανθός.
Το που ᾽φαγε η φωτιά τοπίο θα κλείσω
δίπλα σφιχτά στης μνήμης σου το φως.
Καθημερνά τη μάχη σου θα ζήσω
όπως συμβία πιστή στο πλάι τ᾽ αντρός.

Λάδι σου φέρνω απ’ το χωριό πιο πράο
κι απ’ τον ζεγμένο στ’ άλετρό μας βου.
Σε κούπα φιλική κρατάω και πάω
κρασί που θρέφει τα ριζά του νου.
Και στο πανέρι το ψωμί κερνάω
που θεμελιώνει τ’ άνθος του κορμιού.

Αλίμονο δε μου απαντούνε οι βράχοι.
Σήκω, Γρηγόρη, φέρνω τη φωτιά,
και το μπαρούτι μαύρο για τη μάχη».
Και τότε αστράφτει η γη σαν τη ματιά
πολεμιστή κι αντιλαλεί μονάχη
ιαχή τρανή στην τρομαγμένη ερμιά:

«Γεια και χαρά σου π᾽ «αγαπώ» και πάλι.
γεια και χαρά, βλαστέ της λεβεντιάς.
Ορθό να στέκει τ’ άπαρτο κεφάλι
σαν το θερμό προικιό τριανταφυλλιάς.
Και το χωριό μας να ᾽ναι σαν τ’ αφάλι
της πιο ελλήνισσας παλικαριάς.

Βάλε χιτώνι δωρικό και τρέξε
να φέρεις την ασπίδα μας παντού.
Τ’ αρχαίο το δόρυ σου σα σφαίρα παίξε
και πες η Ελλάδα ζει παντού-παντού.
Και στο νησί τη λευτεριά του βρέξε
σαν καρπερή βροχή Έλληνα Θεού».

Χαμός δεν είν’ ο θάνατος τ’ αντρείου.
Είναι φωτιά νοερή. Και μνήμα η γη.
Είναι χρυσή η σελίδα του βιβλίου
που μελετά τ᾽ αντρείου την προκοπή.
Σφραγίδα λαμπερή του κάθε βίου,
Τ᾽ αντρείου μονάχα η μπρούντζινη αρετή.

 


 ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

«ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

Σήμερα δεν είναι, το εικόνισμά Σου μαχαιρωμένο, Δέσποινα του Μαχαιρά.
Σήμερα σκίζει το ανόσιο μαχαίρι τη ζωντανή, μητρική Σου καρδιά.
Στο πέρασμα της καινούργιας Σου θλίψης
σκύβουν τα πεύκα και προσκυνούν.
Μυροφόρες του Επιτάφιου από τα δάκρυά Σου ευωδιάζουν.

Στις λαίμαργες παλάμες του Ιούδα
τριάντα κομμάτια ασήμι πέφτουν ένα-ένα.
Ακούγονται σαν σφυριά δαιμονικά πάνω σε σταυρό,
σαν πυρωμένα καρφιά που τρυπάνε τα τύμπανα της Ανθρώπινης ακοής
και ματώνουν αιώνια τη ζεστή μητρική σου καρδιά.
«Αμοιβή πέντε χιλιάδων λιρών»…
Ένας δούλος του Μονάκριβού Σου
πουλήθηκε σήμερα κι από τον Κύριό του πιο ακριβά.
Μια μάνα θα κλάψει το γλυκό της έαρ και μαζί ένας λαός.

Ασκητές της Λευτεριάς ήρθαν στη χάρη Σου, Δέσποινα του Μαχαιρά.
Δεν θυμιατίζουν μοσκολίβανο στην Άγια Σου εικόνα:
Λίγο μπαρούτι Σου φέρνουν κι ένα σώμα έτοιμο για το μαρτύριο.
Πάνω απ’ τη σεμνή τους σκήτη ανακλαδίζονται οι δάφνες
κι έχουν τις ρίζες βαθιά μες στη γη, στην καρδιά τους.

Στον παγωμένο χειμώνα του κόσμου
διστάζουν ν’ ανοίξουν οι μυγδαλιές.
Πολύ αργήσανε τόσες βδομάδες, τόσους χιονισμένους αιώνες.
Μα τώρα ο Μάρτης χαμογελά σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη,
το φως του αστράφτει σαν κρίνο Ευαγγελισμού
σε πρόσωπα, μαύρα, κίτρινα και λευκά.
Όλα είναι ανθρώπινα πρόσωπα, πηλός και πνεύμα,
γεννημένα να χαίρονται στη Λεύτερη άνοιξη του Θεού.
Σκεβρώσαν πια τα ξύλα των ζυγών από το αίμα, από τα δάκρυα, απ’ τον ιδρώτα.
Κι οι μυγδαλιές του Μαχαιρά άνοιξαν άτρομες κι αδίσταχτες
Τ᾽ ανθοπέταλα στον ήλιο της Λευτεριάς.
Όσοι ζήσουν θα γευτούνε αμύγδαλα.
Μόσκος αιώνιος και σάβανο τ᾽ ανθοπέταλα για τους άλλους
Βουίζει μα όχι μελισσολόι μεθυσμένο για πρώιμους ανθούς.
Σιδερένια κοράκια θανάτου φτερουγούνε,
κράζοντας για τα νιάτα που ανθίζουν και κάτω απ’ τη γη.
Σήμερα όλα τελειώνουν κι όλα αρχίζουν.
Η ψυχή με το σίδερο αντιμετριέται και θα νικήσει η ψυχή.

Άλλοι πρέπει να ζήσουν μα ένας πρέπει να πεθάνει.
Ένας πρέπει πριν απ᾽ τη μάχη
να στερνοχτενίσει σαν Λεωνίδας τα μαλλιά του,
μόνος χωρίς τους τριακόσιους,
να χαιρετήσει τον ήλιο σαν καινούργιος Αίαντας
κι ύστερα να φωνάξει του Χάρου που προσμένει:
— Μολών Λαβέ!
Μαχαιρωμένη Παναγιά, ξανάδες τέτοιο τάξιμο;
Ξανάλιωσε στη Χάρη Σου λαμπάδα τέτοιο μπόι;
Ξανάκουσες δυο λέξεις να σκεπάζουν τες βροντές;
Είδες ένα χαμόγελο να περγελά τέτοια πλημμύρα αρμάτων;

Δεν έχω στόμα να τραγουδήσω, δεν έχω χέρια να ρίξουν δροσιά.
Από τόπο φωτεινό, από τόπο χλοερό.
Θανάση Διάκο, τραγούδα και στείλε δροσιά των ουρανών.
Και δες καιρό που διάλεξε να ’ρθει κοντά σου τέτοιος Σταυραητός
και δες καιρό που διάλεξε ν᾽ ανάψει μια λαμπάδα,
τώρα που ο ήλιος παίζει το στερνό κρυφτό με τη βροχή,
τώρα που τα κυκλάμινα καλημερίζουνε τες ανεμώνες,
που και τ᾽ αγκάθια ανθοφόρεσαν για το πανηγύρι των πουλιών.

Φλογισμένο χορό σέρνει με τους αιώνες.
Μαζί του καίγονται τα δένδρα μας μα όχι η ελπίδα μας.
Μια μάνα δεν τον κλαίει μα χιλιάδες,
μυριάδες βρήκε αδερφούς της Λύσης ο μοναχογιός.

Δροσοπηγές της Πιτσιλιάς που αγγίξανε τα χείλη του,
Χιονίστρα που τα χιόνια σου λιώσανε στη ματιά του,
χαροκαμένα κέδρα κι αγρινά, φίλοι της μοναξιάς του,
αγριοπερίστερα που ταξιδεύατε τους λογισμούς του,
κι εσείς κομμένες κερασιές του Πεδουλά που σας αρνήθηκαν ανθό,
πέστε το «χαίρε» στον Λεβεντονιό που δεν θα ξαναδείτε.
Το Σταυροβούνι αγνάντια κλαίει και καμαρώνει.
Μένουν τ’ αητόπουλα που πότισε αθάνατο νερό,
που γύμνασε να φτερουγούν κατάντικρυ στον ήλιο
μ᾽ ολάνοιχτα τα μάτια τους δίχως να ρίξουν δάκρυ.
Με το σχοινί, με τη φωτιά και με το σίδερο
αντιμετρήθηκε και νίκησε η ψυχή μας.
Με το σχοινί, με τη φωτιά και με το σίδερο στου Χάροντα στα χέρια
γνωρίσαμε την όψη που με βια μετράει τη γη.
«Οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις»
κι’ εμείς με τη σφεντόνα και το ψαλτήρι του Δαυίδ.
Στους Λυσιώτικους κάμπους πέθαναν στο χώμα
οι σπόροι του σιταριού,
μ’ αναστήθηκαν σε φύτρα που πάνε για ολόγιομα στάχια.
Στα μαρμαρένια αλώνια όπου παλέψαμε
θ’ αλωνίσουμε το λιγοστό μας σιτάρι μα όχι πια για τους κουρσάρους.
Θα ᾽χουμε για τα παιδιά μας ψωμί, για την Κυριακή αντίδωρο,
και για μνημόσυνο της Λεβεντιάς στους αιώνες των αιώνων.

 


ΞΑΝΘΟΣ ΛΥΣΙΩΤΗΣ

«Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

I

Αητέ φωτοπερίχυτε,
των ουρανών καμάρι,
αητέ που στη φτερούγα σου
μας φέρνεις Λευτεριά
απ᾽ τις βουνοκορφές του Μαχαιρά.

Οι φλόγες κι αν ετύλιξαν
τα δροσερά σου νιάτα,
οι φλόγες σου φωτίσανε
τη μαύρη τη σκλαβιά
απ᾽ τις βουνοκορφές του Μαχαιρά.

Γεια σου αητέ,
της Κύπρου σταυραητέ,
για σε ποτέ
η δάφνη δε θα ξεθωριάσει
— λεβεντονιέ.
τη Νίκη τραγουδούν
τα σπλάχνα που στον Όλυμπο πετούν.

II

Το σάλπισμα σου αντήχησε
σε κάθε γης τα μάκρη.
Ω Δόξα αιμοστάλαχτη!
την Κύπρο χαιρετάς
απ᾽ τα ψηλά βουνά που σεργιανάς.

Κι εσύ πρωτοπαλίκαρο
του Διγενή ξεφτέρι,
με τη ρομφαία ασκλάβωτη
στα Ηλύσια φτερουγάς,
βροντοφωνώντας «τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς».

Αμυγδαλιά, χιονάτη αμυγδαλιά,
σαν τ όνειρό σου
πα στον τάφο σου θ᾽ ανθίσει…
Θεία καρδιά μας φέρνεις τα κλειδιά
ν’ ανοίξουμε για να ᾽μπει η Λευτεριά.

III

Οι κάμποι αναγαλλιάσανε
και τα βουνά εριγήσαν:
Στους ορθρινούς ορίζοντες
πολεμική ιαχή
το κοιμισμένο εξύπνησε Νησί.

Τα ράσα είν’ ακατάλυτα,
τα νιάτα είν’ φλογισμένα…
Λουλούδια εξεφυτρώσανε
στην κρύα χειμωνιά:
ο Διγενής τον Χάροντα νικά.

Λόχο Ιερό
σε νέας Γραβιάς χορό,
σε Θερμοπύλες,
Ζήδρο Καπετάνιο σέρνεις,
— κερνάς γλυκό σε θανάτου σπονδή,
αθάνατε, το αθάνατο κρασί.

IV

Σκιρτούνε στον πυρρίχιο
των κοριτσιών τα στήθη.
Σκίζουν τη μαύρη σιγαλιά
τραγούδια ακριτικά,
στο ξέφωτο ανεμίζουν τα μαλλιά.

Μακριά! Μεριάστε τύραννοι
στο φως που σελαγίζει.
Ω πουλημένοι! σκύψετε
του κόσμου οι δυνατοί
στου ξίφους την αδούλωτην αιχμή.

Άσπρα μαλλιά
κι εσάς σκιρτά η καρδιά…
Το ξέχειλο
του πόνου σπάστε πια ποτήρι.
Στη δοξασμένη
νιότη που περνά,
τα μουχλιασμένα σκίζουμε χαρτιά.

V

Μηδέ δυνάστη τ’ άρματα,
μηδέ προδότη απόχη,
μηδέ γονιών ανασασμοί
κι αρραβωνιαστικιάς,
σ’ αντίκοψαν στο δρόμο που τραβάς.

Καράβι σιδερόφραχτο
η φλογερή ψυχή σου.
Σε Αρμαγεδδώνα αλύγιστος
χτυπιέσαι, και χτυπάς,
Γρηγόρη μου, τα βρόχια της σκλαβιάς.

Ξύπνησε πια
Πατρίδα μου γλυκιά
κληρονομιά
Ελληνική ξαναφυτρώνει,
Ρήγα η φωνή
ακούεται ξανά:
Δάφνης κλαδιά, ανοίξετε αγκαλιά.

VI

Ποιος είπε πως εδείλιασες;
Αχ ν’ αποθάνεις ξέρεις…
Ω Καπετάνιε αμόλευτε,
ποια Λύρα θα βρεθεί
τη λιονταρίσια σου καρδιά να υμνεί;

Τα στίφη καρτερούσανε…
«Γρηγόρη, παραδώσου!»
Μ᾽ απ’ της φωτιάς την κόλαση
που σ’ έζωσε καυτή,
το Ελληνικό «μολών λαβέ» θα ηχεί.

Γεια σου αητέ,
της Κύπρου σταυραητέ,
για σε ποτέ
η δάφνη δε θα ξεθωριάσει
λεβεντονιέ,
τη Νίκη τραγουδούν
τα σπλάχνα που στον Όλυμπο πετούν.

VII

Ένας δειλός εφώναξε:
«Στη φάκα το ποντίκι!
Πάρτε, ρεπόρτερς, μηχανές
και τρέξετε γοργά,
να ιδείτε της ΕΟΚΑ την ντροπιά».

Ένας δειλός επρόσταξε…
Μ’ απ’ τ’ άντρο γύρω εχύθη
ο βρυχηθμός ο αγέρωχος
που τη ζωή αψηφά —
και σειούνται τα βουνά του Μαχαιρά.

Χαίρε τρανέ
ατίμητε μου ανθέ,
Χαίρε
που στοίχειωσες της Κύπρου το γιοφύρι…
προγονική σε ζώνει αρματωσιά,
του Μαραθώνα η δόξα δε γερνά.

VIII

Πουλιά λαλούν πασίχαρα…
—«Γρηγόρη, παραδώσου!»
Ο κάμπος πέρα αντιφωνά
της ζήσης τη χαρά…
Αχ πόσο η ζήση πάντα είναι γλυκιά.

Αντάρτη! Σε οραμάτισε
ο θάνατος ο ωραίος…
Εσένα πια δε σε μεθά
του κόσμου η ομορφιά:
Χερουβικά σε προσκαλούν βιολιά.

Μάρτη μυρτιά,
αηδόνι, αλυγαριά,
στην άνοιξη
σβήνει το χαίρε τ᾽ αντρειωμένου…
Ω της τρανής
θυσίας σου η σπονδή!
Φεύγει η ζωή, μα πάντα της θα ζει.

ΙX

Για δέκα ώρες μονάχος σου
στο ατρόμητο λημέρι
του τύραννου εκαθήλωσες,
λεβέντικη καρδιά,
τ’ ασκέρι στα βουνά του Μαχαιρά.

Ποιος ν’ αντικρύσει ετόλμησε
τ’ αλάθευτο ντουφέκι;
Βροντά η φωνή, βροντά η ψυχή,
το βόλι σου βροντά
και πέφτουν ντροπιασμένα τα κορμιά.

Φέρνει, κυλά,
βαρέλια όλο φωτιά,
του Χάρντινγκ η γενναία ουρλιάζει μεραρχία—
μα στεναγμός,
αθάνατη ψυχή,
απ’ τα δικά σου στήθια δε θα βγει.

Χ

Πόσο γλυκός ο θάνατος
στης Δόξας τ’ ακρογιάλι!
Απ’ τα δικά σου κόκκαλα,
πορφυροφόρα αυγή
της Κύπρου μας η Λευτεριά θα βγει.

Και σένα ανθέ μου που έγειρες
στη μαρμαρένια κρήνη,
την ευωδιά του ονείρου σου
να δρέψω αναζητώ,
ψηλά, στον αστερόφωτο ουρανό.

Γλυκό η καρδιά,
τραγούδι ας τραγουδά:
δάκρυ για μια
τέτοια ψυχή δεν πάει να τρέξει.
Μόλα καρδιά,
ν’ αδράξουμε κουπιά
— γλυκοχαράζει, σβήνει η τρικυμιά.

ΧΙ

Πώς θε να ρέψει ο θρύλος σου
στων ίσκιων τ’ άγριο ρέμα;
Οι μέρες κι αν κυλήσουνε,
οι νύχτες κι αν διαβούν,
με σένα τα παιδιά μας θε να ζουν.

Σαν πεφταστέρι ανάτειλες,
σαν πεφταστέρι εχάθης.
Κι αν μένει η δάδα σου άσβηστη
στου χρόνου τις ρωγμές,
χαρά στον πο ᾽χει τις αντιφεγγιές.

Στη βραδινή
σαν γέρνει απανεμιά
το βλέφαρο
μες το νανούρισμα του Μάρτη,
αχ, τη μορφή,
γλυκιά υπνοφαντασιά,
την αντρειωμένη φέρνε μας ξανά.

Στη γη την αιματόβρεχτη,
στη γη πού ναι δική μας,
τραγούδια θ’ αντηχήσουνε,
τραγούδια ηρωικά,
που διώχνουν την πολύπαθη σκλαβιά.

Κι εσύ λεβέντη που έδωσες
της μουσικής τη νότα
μες τις γενιές ο αγέραστος
θε να ᾽σαι στοχασμός —
αγέραστος για σένα ο θαυμασμός.

Εμπρός παιδιά,
της Κύπρου νέα παιδιά,
Σουλιώτισσες,
της δάφνης πλέξετε στεφάνια,
— εμπρός παιδιά
ανοίξετε πανιά, αύρα γλυκιά μας φέρνει η Λευτεριά.


ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

«ΣΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

Μες τα χώματα
τα ολόδροσα τα χώματα
πιο δροσερά απ’ τον θάνατο

μες τον καπνό
τον πιο πικρό καπνό, που πνίγει
σε γυρισμόν αγύριστο,

στη φλόγα,
που ζώνει το κορμί και σβήνει
τη στάχτη του κορμιού σε μιαν αγκάλη

ποιος είναι,
που σπάει τον κύκλο της πνοής
που σκίζει την κορυφή της φλόγας, φλόγα
πιο δυνατή απ’ τη στάχτη, που τον πνίγει;

Κάτω απ’ τις πέτρες
μέσα στη σπηλιά
στην πλάκα του θανάτου πέφτει,
δεν πέφτει στέκεται
και χαιρετάει τον θάνατο

με τη φωτιά του πολυβόλου μες τα χέρια
πνιγμένος μες το αίμα ταυ
ο Γρηγόρης.

Πώς φεύγει
το φως μες το σκοτάδι
κι ο ήλιος πίσω απ’ τον ήλιο χάνεται
κι οι αγνές
μορφές ξαναγεννιούνται μες τον χρόνο!

Κι απ’ τον μυχό του σκοταδιού, π’ ανοίγει,
σ’ άλλο μυχό βαθύτερο, πώς φεύγουν
οι φίλοι από τους φίλους κι οι αδελφοί
στον ήλιο που ᾽ναι απάνω και δεν βλέπεις.
Μα εσύ δεν είσαι
στους φίλους μέσα φίλος και στους αδερφούς,
δεν είσαι
μες τη χαρά, που λάμπει σαν τον ήλιο!

Στο πανηγύρι το πλατύ
— γεια σου, χαρά σου —
χίλιοι σε ζώνουν θάνατοι
γκρεμιέται μες τα μηλίγγια σου
όλη η γης

και χίλιες
φωτιές σε πολεμούν
στο πανηγύρι
του ωραίου θανάτου σου, που ολόγλυκα σε κλείνει.
Κι εσύ σα να ᾽σουν πρώτος μες τους πρώτους
στη μοναξιά, που σκίζει και τις πέτρες
με την όψη, που πέφτει μες την άβυσσο χορεύεις
μες τον καπνό, μες το καυτό λεπίδι
στη θάλασσα τ’ ωραίου θανάτου σου, π’ απλώνει
μ’ ένα βαθύ τρικύμισμα τον ίσκιο,
γοργή αστραπή της Άνοιξης, που ξημερώνει.

Η αυγή χαράζει απ’ τα βουνά
στερνή η αυγή, που από τον ήλιο παίρνει
στεφάνι να του βάλει στα μαλλιά
κι η μέρα
μεσουρανεί στο διάστημα
Κι εσύ σα να ᾽σουν
κάθε στιγμής το χτυποκάρδι
κι ο ήλιος
του πόνου ο αβασίλευτος
σαν να ᾽σουν
μες το σκοτάδι πιο βαθύ σκοτάδι

στου δροσερού θανάτου πέφτεις το κρεβάτι,
που όλα τα καίει θανατερόν αξόνι
της γης, πού σειέται απάνω σου και λύνει
σε μια αστραπή το βράχο της σπηλιάς σου,
παιχνίδι του ίσκιου με την άνοιξη,
παιχνίδι
της ζωής, που φεύγει μες το αιώνιο ανεβασμένη
στο θόλο της δικής σου θέλησης,
στο μύρο,
που από τα θάμνα του βουνού σου απλώνει,
χαρά ευωδιάς στους κόρφους του νησιού!

 


ΑΓΗΣ ΒΟΡΕΑΔΗΣ

«ΣΤΟ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

Μια δόξα τρισπεντάμορφη    σε τέτοια κλήρα τάχα ποιος —
κορώνα τρισπεντάμορφη σου ᾽χει, Καλέ, προφτάσει,
κι όσο να πεις, ολότρανο, συνταιριαστό σου βιός,
ανείδωτο κι ολόξυπνο γιορτάσι και γιορτάσι…

Ξένοι και θεν τη Χώρα μας     διαγούμισμα και δράμα —
τη ζήση μας γυρεύοντας γονατιστή κι ολοσκυφτή,
Δίχως σταυρό και στεναξιά, δίχως παμό και κλάμα,
Κλήρα φριχτή μερονυχτίς, φριχτό το καθετί…

Κι είπε η ψυχή μες στο Νησί ν᾽ ανοίξει πρωτινήν ορμή·
— Ολούθενε λεβέντικο τραγούδι κι ο παλιός καημός —
κι ολόρθη έτσι δα μεμιάς μεστώνοντας κορμί,
μες τη φωτιά ξεχύνεται και πώς και πώς και πώς…

………………………………………………………………………

Εθνάρχη πρώτο σύμβολο και Διγενή κοντάρι
Σταυραητό σε φώναξαν, ολόπρεπα, και συ
Ξετρόμητος κι ολόθαρρος, του θρύλου παλικάρι,
Χιμίζεις, κι όπου συγνεφιά, μαθές κι η περισσή…

Στο κείθε-δώθε η μάνητα τρίδιπλα σμίγοντας φτερά,
— Κατατρεξιά κι ανήκουστη των άνομων χιλιοτροπίς,
και συ, ανήμερο σπαθί, μες στη σπηλιά του Μαχαιρά,
χτυπάς, ακράτητα χτυπάς, χτυπάς παντού κι όπου κι αν δεις…

………………………………………………………………………

Λυσσόμανη, πρωτόφαντη, χιλιολογίς φοβέρα…
Στο κάθε χνάρι σου μαθές το σύφλογο καμίνι
αγκαλιαστό και σε κρατεί κι ο χάρος, να, κι η Μέρα
ιστορική, Καλέ, τρανά και ζει και θ᾽ απομείνει…

Την ύστερή σου την πνοή έτσι μεμιάς δεν παραιτάς.
Ποιος το ᾽πε; Λες, ασύγκριτε του Λυτρωμού ζωντανευτή,
Στα θρυλικά Ηλύσια, καθώς γυρνάς κι όλο γυρνάς,
Μια ζήση τρισπεντάμορφη λαχάνεις δα κι ονειρευτή.

Αθανασία, βιός τρανό… Κι ωστόσο δα, καθώς γυρνάς,
μαρτιάτικο, καλήνωρο, καινούριο χελιδόνι,
μες στο Νησί παντοτεινή μιαν άνοιξη μηνάς,
εκείνηνα που χάλκεψες, εκείνηνα, και μόνη…

Απέθαντε, μεσουρανίς… Το μόχτο σου δω κάτου
τρυγούμε μεις, για δες, για δες, αληθινά για δες,
Μεριάζοντας τονε βραχνά του πρωτινού θανάτου,
που ᾽χαν σωριάξει αναμεσίς αιώνες πες και πες…

Αιθέριε, χιλιοζήλευτε, σε ξαναζούμε — να και να —
Όπου ψυχή διαλάλητρο, μα και στην καθεμιά στιγμή,
Τραγούδι γλυκοθύμητο, το βολετό να σε ξυπνά
Μες στις Γενιές, όποιων καιρών, και χρέος και τιμή.

 


 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΙΧ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ

«ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

«Άστραψε φως και γνώρισεν ο νιος τον εαυτό του»

Δ. Σολωμός

Σ᾽ άπλωμα μαρμαρόστρωτον αντροκυλάει το Χάρο
ο λιονταρόψυχος ο νιος, της Κύπρου ο αντρειωμένος
—που πέταξε με τους αετούς, πό ᾽τρεχε με τα λάφια
κι ολημερίς σεργιάνιζε στους λόγγους με τ’ αγρίμια
της άγιας γης διαφεντευτής, βοράστρι για τους σκλάβους —
μα κειός που δεν αποκοτά παλέματα στ’ αλώνια,
μόν’ μύριες στένει του χωσιές και δούλο κάνει μ’ άσπρα,
— π᾽ αφορεσμένο ξέρασεν η κόλαση ψοφίμι
μες στην αυγή της άνοιξης, κοράκι μες στ’ αηδόνια —
κι επρόδωκε στον χάροντα το νιο το παλικάρι.

Κοπάδια νυκτοκόρακες στο σπήλιο τον εζώσαν,
— απόγερνεν ο γίγαντας σαν εφουντώναν τ’ άστρα —
και του ‘φραξαν το χάραμα και νύχτωσαν τη μέρα.
Κορακοκράκτης τράνεψε και στον Γρηγόρη σκούζει:
«Ξαρμάτωτος απ’ τη σπηλιά, σα θες να ζήσης, έβγα,
μες τους ανθρώπους άνθρωπος και νιος μες τα λουλούδια
τι πάει ο Πάνας πέθανε και σώπασαν κι οι Μούσες…»
Φουρτουνιασμένο πέλαγο τα στήθια του χογλάζουν
και κόσμος άλλος ξάστραψε στα λεύτερα του μάτια.

— Οι σύντροφοι τον χαιρετούν και βγαίνουν ένας-ένας —
Ο Όμηρος τραγουδιστής, ο Πίνδαρος λυράρης
του Εικοσιένα η Κλεφτουριά π’ ολόπρωτα χορεύει
και τραγουδάει τη Λευτεριά και χαίρεται η πλάση
ο Λεωνίδας στα Θερμά, στην Πόλη ο Κωνσταντίνος
σ᾽ ασπροσπαρμένη πλατωσιά και το χορό να σέρνουν
—σαν φέρνει ο αγέρας το σκοπό σ᾽ Ανατολή και Δύση.

Τ’ ώριο Νησί τ’ αφρόλουστο κρυφό το ᾽χει καμάρι.
Οι νυκτοκόρακες λυσσούν, φωτιά ξερνούν κι ατσάλι
και σκάφτουν ολοτρόγυρα τα Τάρταρα ν’ ανοίξουν
να ρίξουν μέσα το θεριό που περγελάει το Χάρο.
Σεισμός το σπήλιο ράιζε και το βουνό κουνάει,
στην εκκλησιά του Μαχαιρά ν’ αχολογά η καμπάνα
και τ᾽ αντρειωμένου το κορμί χίλια κομμάτια γίνει,
φιλιά να δώσει Λευτεριάς στης μάνας γης το χώμα.

Ο χάροντας πικρογελά, θάρρεψε πως τον πήρε…
μ’ από το γαίμα του τρανό, στοιχειό θεριεύει ως τ’ άστρα,
ο Διγενής…. και μάχεται και δρασκελάει τα όρη,
τα πέλαγα, τα σύννεφα κι Ανάσταση φωνάζει!…
Χαρά στον που τον γέννησες Κύπρο λεβεντομάνα!

 


 

ΘΕΑΝΩ ΛΙΑΣΙΔΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

«ΓΡΗΓΟΡΗ!»

Άστραψε η Ανατολή
και βρόντησεν η Δύση!

Κι ήταν η αστραπή
θεία Εντολή:
Βροντήστε, γύρω, Ουρανοί,
καθώς βροντάει η Γη!
Χιλιάδες Βάνδαλοι Εχθροί
τον Αυξεντίου κύκλωσαν
και… τα όπλα τους ξεδίπλωσαν
Μα μες᾽ από τα έγκατα της Γης
— και Μόνος! — θα νικήσει!…

Της προστασίας Άγγελοι
γενείτε Προμαχώνας!
Και πολεμάρχοι Αρχάγγελοι,
οπού ᾽ν τίμιος Αγώνας,
κτυπάτε κάθε Βάρβαρο
Κατακτητή της πλάσης,
Ονειδιστή και Βάνδαλο!…

Την Κύπρο την πολύπαθη
Γρηγόρη θ᾽ αναπλάσεις!
Σύμβολο Συ και Μάρτυρας
σ’ ώριο Βωμό Θυσίας!..
Της Κύπρου Εθνομάρτυρας!
— θύμα μιας Προδοσίας!
Πρώτος στους πρώτους Αρχηγός,
Έχεις μια θεί’ αποστολή:
Σαν του Διγενή υπαρχηγός,
Την Κύπρο ν’ αναστήσεις!

Κι άστραψε πάλ’ η Ανατολή
ενάντια της Δύσης…
Με την ψυχή την τολμηρή
Γρηγόρη… θα νικήσεις!…

Δείλια γαντζώνει τους Εχθρούς!
— χιλιάδες προς τον Ένα! —
Έξω απ’ τους χώρους τους κλειστούς
— Γρηγόρη — Τρέξε,… Έβγα!…
και παραδώσου, γρήγορα,
με χέρια υψωμένα…
για να μη δεις το βόλι μας…
μήτε χειροβομβίδα…
Σε καρτεράμε όλοι μας
μ’ υπόσχεση… κι ελπίδα!
«Όχι!» — απαντά ο πολεμιστής

θα πέσω αντρειωμένα,
περήφανος Αγωνιστής
για την γλυκιά πατρίδα!
Ζωή μου θα ᾽ν ο θάνατος
μακριά ‘πό την αισχύνη!…
Δίπλα μου κάθε Αθάνατος
θα νιώθει μιαν ανώδυνη,
περήφανην Οδύνη!..

— Γρηγόρη, σκέψου, πως μπορείς
τον Ήλιο ν’ αντικρύσεις
κι όλες τις χάρες της ζωής
να τις χαρείς
και πλέρια να τις ζήσεις!…

— Ρίχτω τις πρώτες σφαίρες μου
σ’ απάντηση με τ’ «ΟΧΙ!»
Κι αυτές οι ώριες μέρες μου
ν’ απλώσουν, σαν απόχη,
τα δίκτυα με τις βόμβες μας
να σας σκορπάν θανάτους,
μεσ’ απ’ τις κατακόμβες μας!…

Τιμή στους Αθανάτους
Πολεμιστές της ΕΟΚΑ!…
Και θέριζαν, ασίγαστα,
οι φωτιές όλα τα «μπλόκα!»

Μα πρόβαλε μες στους καπνούς
ο ήρωας Ευσταθίου
κι είπε: Στίγμα η ζωή στους άκαπνους!
Είν’ οι ψυχές μας θρόνος σου!…
Δεν θα σ’ αφήσω μόνο σου,
Αθάνατε Αυξεντίου!
Είμαστε, τώρα, Δύο!…
Διπλές βροντές, διπλά πυρά
δονούνε και θερίζουν
την πράσινη του Μαχαιρά βουνοσειρά
και τους Εχθρούς
Ζώντες —- Νεκρούς — σκορπίζουν!…
Δέκα ώρες κρατήσανε
τη μάχη Δυο Ημιθέοι!…
Τον πανικό σκορπίσανε!…
Φίλοι κι Εχθροί υμνήσανε
Ελλήνων νέα κλέη…
Τρόπαια Νίκης Θαύματος!
Αίσχη στους ηττημένους! —
Φέγγος της Λευτεριάς του οράματος!…
Φέγγος στους Σκλαβωμένους!… —

Μα… όνειδος εις το όνειδος
πάντα ο αισχρός ταιριάζει!…
Κι ο Χάρντινγκ — περιώνυμος
Δήμιος της ανθρωπιάς — προστάζει:

Ρίξτε βενζίνη!… Κάψτε τον!…
Συγχαίρω τον Στρατό μου! —
Κι ό,τι απομείνει θάψτε το!
σαν κίνδυνο… «ατόμου!»

Έκρηξη ηφαίστειου στη Σπηλιά
Γη κι Ουρανό τραντάζει…
Μα… είναι πια, τόσο αργά!…
Τι κι αν έχει σβήσει η λαλιά;
Η Λευτεριά φαντάζει
θέαινα αρχαία ελληνική
να στέφει Αθανάτους,
που κάποια Μοίρα τραγική
λάμπρυνε τα δεινά τους!…
Μες᾽ απ’ τις φλόγες άτρωτος
βγήκε ο Ευσταθίου
— ελεύθερος… μα Αιχμάλωτος!
φωνάζει: Μες στις καρδιές όλων
ας ζει το «θαύμα του Αυξεντίου!»

Περήφανο χαμόγελο
του σφράγισε τα μάτια
ψελλίζοντας: Περίγελο
ο Χάρντινγκ κι ο στρατός του
— ο δουλικός και μισθωτής
στης αυτοκρατορίας τα πλάτια!…

Μα δέξου, Συ, απόρθητα,
Κύπρο μου, τα παλάτια!…

Και η Αλήθεια φωτεινή
γράφει την Ιστορία
για τα ολοκαυτώματα!…
που με αυτοθυσία
ανάστησαν ώρια — κλεινή
στην Κύπρο Ελευθερία!…

 


 

ΧΡ. ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

«ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ»

Σίγησε η βροντή κι έγειρε η αστραπή,
στου Μαχαιρά την κορυφή γονατισμένη,
Τον Ήρωα-Μαχητή ν᾽ αφουγκραστεί που πολεμά,
και βλέπει η Παναγία από το θρόνο δακρυσμένη.
Κι η Μούσα η Καλλιόπη κρούοντας
στη λύρα βροντερόφωνο τραγούδι,
«σώπασε» λέει η Κλειώ,
«κυνήγησε τους, φιδοπλόκαμη Ερινύα,
τους χίλιους, που αμόλησαν τ’ άρματα στη γη,
κι ανάψαν τις μπενζίνες, για να ζήσουν,
— Και μια κουφή στην τρύπα της φυσομανάει και λέει «ντροπή».—

Ο ασύγκριτος, που αντίκρυ στέκεται,
και πολεμάει ατρόμητος με τ’ άρματα το Χάρο,
δικός μου· ο Λεωνίδας στέλλει με
από τις Θερμοπύλες, πλάι του να τον πάρω.
Ήρωα, που νερό και γη δεν έδωκες στο βάρβαρο,
σκύβει το βράδυ το φεγγάρι και ρωτά για σένα,
και σιγοτραγουδά τ’ αγέρι του βουνού το θρύλο σου
κι η Παναγιά του Μαχαιρά το δάκρυ μύρο,
σκορπάει στον τάφο σου τριγύρω.


 

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΚΙΑΔΑΣ

«ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ»

Ανθυπολοχαγέ Μίντλτον, ξανθό παιδί της Αλβιόνας,
με τα αιθέρια μάγουλα, τ’ αρρόζιαστα χέρια,
σου λέω τον αριθμό των χρόνων του Γρηγόρη,
είναι εικοσιεννιά κι όμως θα πρέπει να προσθέσεις
και τις ώρες που η αντρεία του θα σε ντροπιάσει.

Ποιος ήσουν πριν ανθυπολοχαγέ μου; Σίγουρα όχι
κανένας μεροκαματιάρης σαν το Γρηγόρη,
μπορεί και να μην είχες κανένα επάγγελμα
κι οι ώρες σου να περνούσαν με τους στίχους του Κήτς,
μ’ ένα γουΐσκυ στο χέρι στην αριστοκρατική σου λέσχη
και το κυνήγι της αλεπούς στους δρυμώνες του Κόρνγουωλ.

Αχ η βραδιά αυτή μ᾽ εσένα παντοδύναμο
ανάμεσα στ’ ασκέρι σου και τα σκυλιά σου
κι’ αυτόν μονάχο με την Κύπρο του
και τη μεγάλη στιγμή του!
Ο θάνατος δεν δίνεται έτσι ανθυπολοχαγέ μου,
δίνεται η αθανασία.
Ίσως κάποτε το αναθυμηθείς αυτό
περιδιαβάζοντας στο Χάϋντ Πάρκ ή στο Πικαντίλλυ
με το ημίψηλο και την ομπρέλα σου.

Δες το ρολόι σου καπετάνιο μου,
πέρασαν δέκα ώρες που τον πολεμάς
με τους «γενναίους» σου που ο καθένας τους
μοιάζει μ’ αποκοψίδι στρατιώτη.

Κι αυτός δεν σας προσέχει. Βαδίζει κιόλας
στην πλατιά ρούγα που χάραξε,
στηρίζοντας τη γαλανή σημαία στα δυνατά του μπράτσα,
φουσκώνοντας το μαλλιαρό του στήθος,
βροντοφωνώντας την ιαχή
«Χαίρε ω χαίρε Λευτεριά!»

Η ώρα πέρασε καπετάνιο μου
με χίλιους απ’ εσάς κι έναν αυτόν.
Βιάσου συ που δεν γνώρισες την ομορφιά
παρά μονάχα στις κοσμικές Ιπποδρομίες του Ντέρμπυ.
Ό,τι δεν πέτυχαν τα ντροπιασμένα όπλα σου
έχεις τη μπαμπεσιά να το πετύχει.

Έτσι κι αλλιώς το αυτοκρατορικό
μετάλλιο της βρετανικής ανδρείας σου ανήκει
ανθυπολοχαγέ Μίντλτον, ξανθό παιδί της Αλβιόνας,
με τα αιθέρια, τα διάφανα, τα κοριτσίστικα σου χέρια.

image

Το άγαλμα του Αυξεντίου στα βουνά του Μαχαιρά

Advertisements