Tags

, , , , , , , , , ,


Η συγκριτική εξέταση έργων του αρχαίου ελληνικού δραματολογίου είναι άσκηση πολύ διδακτική. Στο κείμενο που ακολουθεί συγκρίνουμε τις Νεφέλες του Αριστοφάνη και τη Σαμία του Μενάνδρου απαντώντας στα κάτωθι δύο ερωτήματα:

Ερώτημα 1ο: Τόσο οι Νεφέλες του Αριστοφάνη όσο και η Σαμία του Μενάνδρου έχουν ως επίκεντρο τη σχέση πατέρα-γιου. Το κάθε έργο, όμως, προσδίδει στο σύνηθες αυτό δραματικό μοτίβο τη δική του ιδιαίτερη χροιά. Σχολιάστε.

Ερώτημα 2ο: Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τους δύο γέροντες, αφενός τον Στρεψιάδη των Νεφελών, αφετέρου τον Δημέα της Σαμίας, τεκμηριώστε την άποψη ότι οι κωμωδίες του Μενάνδρου, σε αντίθεση με αυτές του Αριστοφάνη, επιδιώκουν τον ψυχολογικό ρεαλισμό.

Screenshot at Apr 21 18-21-54

O χορός της Σαμίας, όπως τον φαντάστηκε ο Εύης Γαβριηλίδης. Στη Νέα Κωμωδία οι χοροί δεν είχαν οργανικό ρόλο στην πλοκή. Τα άσματά τους δεν αντιγράφονταν στα χειρόγραφα (το σημείο όπου τοποθετούνταν το χορικό άσμα σημειωνόταν με τη λέξη ΧΟΡΟΥ). Κατά πάσα πιθανότητα τραγουδούσαν τυποποιημένα τραγούδια ή/και εκτελούσαν μουσικοχορευτικά νούμερα εν είδει ιντερλουδίου.


Α. Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΠΑΤΕΡΑ-ΓΙΟΥ

Τόσο στις Νεφέλες όσο και στη Σαμία η πλοκή στηρίζεται στην προβληματική σχέση μεταξύ πατέρα και γιου.

Στην περίπτωση του Στρεψιάδη και του Φειδιππίδη είναι προφανές ότι το πρόβλημα εκπορεύεται σε ένα βαθμό από το χάσμα των γενεών, προσφιλές και διαχρονικό θέμα της κωμωδίας. Η απόσταση όμως ηλικίας και κουλτούρας που χωρίζει τους δύο δεν είναι η μοναδική αιτία της ελλιπούς τους συνεννόησης. Σημαντικότεροι λόγοι για το γεγονός αυτό είναι:

(α) η ροπή του Φειδιππίδη προς κάθε είδους βλαβερό νεωτερισμό είτε αυτός αφορά την ενδυμασία και τις κοινωνικές συνήθειες είτε έχει να κάνει με την εκπαίδευση, την ιδεολογία και την πολιτική συμπεριφορά· αλλά κυρίως

(β) η αδυναμία του Στρεψιάδη να διαχειριστεί τα του οίκου του, άρα να ελέγξει τη συμπεριφορά του γιου του και να περιορίσει την αρνητική επίδραση που ασκεί σε αυτόν η γυναίκα του με τον (ανεδαφικό πλέον, καθώς η αριστοκρατική της καταγωγή δεν συνάδει με τα οικονομικά της μέσα) κοινωνικό της σνομπισμό.

Στην περίπτωση του Δημέα και του Μοσχίωνα το πρόβλημα (και πάλι πρόβλημα ελλιπούς συνεννόησης) εκπορεύεται κυρίως από το γεγονός ότι δεν τους συνδέει σχέση αίματος: ο Μοσχίων είναι ποητός και όχι γνήσιος, δηλαδή υιοθετημένος και όχι βιολογικός γιος του Δημέα. Η παραλυτική φοβία μήπως ο ένας χάσει την αγάπη του άλλου, μήπως ο ένας δεν ανταποδώσει στον άλλο το καλό που λαμβάνει (ο μεν Μοσχίων νιώθει ότι οφείλει να ανταποδώσει τη λαμπρή του ανατροφή, ο δε Δημέας το γεγονός ότι ο Μοσχίων τον βγάζει ασπροπρόσωπο στην κοινωνία με τον χαρακτήρα του αλλά και τη δημόσια δράση του) δημιουργεί ανάμεσά τους συνεχή ένταση. Δημέας και Μοσχίων προσπαθούν αγχωμένα και ως εκ τούτου καθ᾽ υπερβολήν να ευχαριστήσουν ο ένας τον άλλον συμπεριφερόμενοι όπως ακριβώς υπαγορεύει το κοινωνικό πρωτόκολλο και αποδεικνύοντας κάθε στιγμή πόσο ορθοί και εντάξει είναι. Αυτή η ακραία αἰσχύνη και κοσμιότης εμποδίζει για πολλή ώρα τον Μοσχίωνα να παραδεχτεί ντόμπρα και σταράτα στον πατέρα του το ατόπημά του· εμποδίζει, όμως, επίσης τον Δημέα να πιστέψει ότι ο άψογος Μοσχίων είναι δυνατόν να φέρει την παραμικρή ευθύνη για το μπλέξιμο που δημιουργήθηκε.

Ενώ λοιπόν οι σχέσεις Στρεψιάδη και Φειδιππίδη είναι εξαρχής προβληματικές και επιδεινώνονται περαιτέρω στην πορεία εξαιτίας των αγεφύρωτών τους διαφορών, η σύγκρουση του Δημέα και του Μοσχίωνα εκπορεύεται από την υπερβολική — και όπως αποδεικνύεται απατηλή — τελειότητα που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις. Βεβαίως, και στην περίπτωση των Δημέα και Μοσχίωνα οι προσωπικές, ανθρώπινες αδυναμίες του καθενός συμβάλλουν τόσο στη δημιουργία όσο και στην όξυνση του προβλήματος. Το πρόβλημα με την ανθρώπινη φύση είναι πως αδυνατεί να επιτύχει την τελειότητα! Αυτό όμως μόνο μέχρι ενός σημείου δικαιολογεί τις ανθρώπινες αστοχίες: όταν η δράση των ανθρώπων δεν καθοδηγείται από την επίγνωση ότι η ανθρώπινη φύση είανι ατελής και πεπερασμένη, αλλά αντιθέτως οι άνθρωποι παραμένουν προσκολλημένοι στις αυταπάτες τους, τότε είναι υπόλογοι για τα προβλήματα που προκύπτουν.

Η πεπερασμένη ανθρώπινη γνώση και η ανθρώπινη ροπή προς την αυταπάτη συνιστά μία ακόμη θεματική την οποία ο Μένανδρος παραλαμβάνει από τον χώρο του τραγικού μύθου και προσαρμόζει στον αστικό, ρεαλιστικό επιφανειακά κόσμο της Νέας Κωμωδίας. Ο Δημέας διακατέχεται από διανοητική αυταρέσκεια, παρορμητισμό και ροπή προς την εθελοτυφλία, ενώ ο Μοσχίων χαρακτηρίζεται από παραλυτική ατολμία, αλλά επίσης (όπως οι πλείστοι νεανίσκοι της Κωμωδίας) και από σεξουαλική ἀκρασίαν. Κανένας από τους δύο δεν μπορεί, μέχρι που τα πράγματα φτάνουν σε οριακό σημείο, να ξεπεράσει τις αδυναμίες του, να ομολογήσει το σφάλμα του ή (στην περίπτωση του Δημέα) να παραδεχτεί ότι η εξωραϊσμένη αντίληψη που έχει για τον άλλον ενδέχεται να είναι ανακριβής.

Η οριακότητα είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη σχέση πατέρα-γιου και στα δύο έργα. Η σύγκρουση Στρεψιάδη και Φειδιππίδη φτάνει στα πιο απόλυτα άκρα: ο Φειδιππίδης όχι μόνο ξυλοφορτώνει τον πατέρα του, αλλά κι από πάνω επιχειρηματολογεί… πειστικά υπέρ του δικαιώματός του να το πράξει. Ακόμη χειρότερα, το τέλος του έργου δεν διορθώνει το πρόβλημα· αντιθέτως, καθίσταται απολύτως ξεκάθαρο ότι ο Φειδιππίδης έχει ανήκεστα μολυνθεί από το σωκρατικό μικρόβιο. Η φωτιά του Στρεψιάδη δεν καυτηριάζει παρά μόνο την επιφάνεια της πληγής. Ο παθογόνος παράγοντας έχει ήδη διεισδύσει στον οργανισμό της πόλεως και είναι πλέον αδύνατον να εμποδιστεί.

Και στη Σαμία, η σχέση πατέρα και γιου φτάνει σε οριακό σημείο και, όπως στην περίπτωση των Νεφελών, δημιουργεί παράπλευρες απώλειες (εδώ μόνο παράπλευρες απώλειες, καθώς οι δύο βγαίνουν στο τέλος αλώβητοι):

  • η Πλαγγόνα υφίσταται βιασμό, ο οποίος θα μπορούσε να την καταστρέψει κοινωνικά, αν ο Μοσχίων δεν τηρούσε τον λόγο του ή αν οι δύο γονείς δεν αποδέχονταν τον γάμο·
  • η «χρυσή» παλλακίδα του Δημέα εκδιώκεται από το σπίτι, παρά το γεγονός ότι η δράση της μόνο υπονομευτική δεν υπήρξε·
  • το δε μέλλον του παιδιού, Αθηναίου πολίτη ἐξ ἀμφοῖν ἀστοῖν ανεξαρτήτως των συνθηκών της σύλληψής του, βρίσκεται στον αέρα.

Σε αντίθεση με τους δύο αριστοφανικούς χαρακτήρες, Δημέας και Μοσχίων αποφεύγουν την κατά μέτωπο σύγκρουση, ακόμη και όταν ο Δημέας υποψιάζεται ότι ο Μοσχίων τον κοροϊδεύει κατάμουτρα. Η κρίση κορυφώνεται, όταν ο Μοσχίων προσποιείται ότι θα φύγει μισθοφόρος, προκειμένου ο πατέρας του να τιμωρηθεί για τις εις βάρος του προσβολές. Εκ των προτέρων, όμως, γνωρίζουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε παρά με μια αστεία (γελοία, θα έλεγε κανείς) προσπάθεια εκ μέρους του Μοσχίωνα να εκμαιεύσει ένα συγγνώμη από τον πατέρα του. Παραδόξως, η προσπάθεια φέρνει αποτελέσματα και οι δύο άνδρες συμφιλιώνονται. Το πιο ενδιαφέρον στην προκειμένη σκηνή είναι η στάση του Δημέα: ο αὐθάδης γέρων αποδεικνύει ότι παρά την αυταρέσκειά του δεν του λείπει η δυνατότητα της αυτοκριτικής, η οποία βεβαίως εκπορεύεται από τη γνήσια αγάπη του για τον γιο του.

Το ευτυχές τέλος για τους δύο ήρωες του Μενάνδρου δεν είναι φυσικά τυχαίο: σε έκτυπη αντίθεση με τους Στρεψιάδη και Φειδιππίδη, Δημέας και Μοσχίων είναι πλασμένοι από καλή πάστα· παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, οι οποίες τονίζονται περισσότερο εξαιτίας των ατελειών του νομικού συστήματος της πόλης και των αστοχιών της πολιτικής ιδεολογίας του φύλου και του γάμου, οι δύο άνδρες είναι και οι δύο κατά βάθος ηθικά υποκείμενα.

Slide22


Β. Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΚΑΙ Ο ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ:

Ο Στρεψιάδης του Αριστοφάνη μπορεί να μην παρουσιάζει τις απότομες μεταπτώσεις άλλων αριστοφανικών ηρώων, που έχουν την τάση να επανεφευρίσκουν διαρκώς τον εαυτό τους (“recreative characters” τους αποκάλεσε ο Michael Silk)· δεν παύει όμως να είναι περισσότερο κωμική καρικατούρα παρά αναγνωρίσιμη ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο Στρεψιάδης είναι σχεδιασμένος έτσι, ώστε να προσωποποιεί όλες τις κακοδαιμονίες αλλά και όλα τα ελαττώματα του (κατά τον Αριστοφάνη, φυσικά) μέσου Αθηναίου πολίτη, ο οποίος βρίσκεται ξαφνικά παγιδευμένος ανάμεσα στη Σκύλλα του παρωχημένου παρελθόντος και τη Χάρυβδη του ασύδοτου νεωτερισμού.

Επιπλέον, ο Στρεψιάδης εκπροσωπεί συμβατικά — και αυτός, όπως και ο Δίκαιος Λόγος — τη «γενιά των Μαραθωνομάχων», η οποία στον Αριστοφάνη έχει αμφίσημες συνδηλώσεις (πρβλ. για παράδειγμα τον χορό των Αχαρνέων και το ανδρικό ημιχόριο της Λυσιστράτης): είναι η χρυσή γενιά της πατρίου πολιτείας και του επικού ηρωισμού, είναι όμως παράλληλα και μια ομάδα γερασμένων ανθρώπων, μια ομάδα ξεπερασμένων μυαλών, που δεν μπορούν να παράσχουν λύσεις για το σήμερα. Ως αποτέλεσμα οι νέοι μοιραία στρέφονται προς τον ακαταμάχητα μοντέρνο και επικίνδυνα σαγηνευτικό κόσμο των κάθε λογής μεταπρατών της «προόδου».

B1

Σκίτσο: Χρήστος Γουσίδης

Σε αντίθεση, μάλιστα, με τον Δίκαιο Λόγο, ο Στρεψιάδης δεν διαθέτει κανένα από τα θετικά γνωρίσματα της γενιάς του. Είναι ένας άνθρωπος εκτός τόπου και εκτός χρόνου: ένας ἄγροικος, που αναγκάζεται να βιώσει στο ἄστυ, αν και αγνοεί τους τρόπους του ἄστεως και είναι ασύμβατος με αυτούς· ένας φτωχός και κοινωνικά ασήμαντος ανθρωπάκος, που παντρεύει μια μαγκιόρα αριστοκράτισσα, ξεπεσμένη κι αυτή· ένας γέροντας σε ένα κόσμο που κυβερνάται από νέους, δραστήριους, ορμητικούς και αδίστακτους· ένας πτωχὸς τῷ πνεύματι, ο οποίος επιχειρεί να συγχρωτιστεί με τους (δήθεν) διανοουμένους της εποχής του, με αποτέλεσμα να καταλήξει, έστω και μετά από μια σύντομη αναλαμπή θριάμβου, και κερατάς και δαρμένος.

Πάνω από όλα ο Στρεψιάδης είναι ο τύπος του κουτοπόνηρου φουκαρά, ο οποίος συλλαμβάνεται στη δίνη κατακλυσμιαίων αλλαγών, τις οποίες δεν μπορεί να παρακολουθήσει, αλλά που επίσης αδυνατεί να διαχειριστεί ορθά τα του οίκου του (και κατ᾽ επέκταση τα της πόλης)· του τυπάκου που ρέπει προς τις εύκολες λύσεις της ρεμούλας και της απάτης, που αρνείται/αδυνατεί να αναμορφωθεί και που στο τέλος ψάχνει τις αιτίες των δεινών του πάντοτε στους άλλους — στους οποίους ξεσπά με ανελέητη βία. Ο Στρεψιάδης, κοντολογίς, είναι ό,τι δηλώνει το «σημαίνον» όνομά του: ο άνθρωπος που ξενυχτά ολονυχτίς περιστρεφόμενος στο κρεβάτι του, καθώς αδυνατεί να βρει πραγματική λύση στα προβλήματά του· που δεν έχει ενδοιασμούς να διαστρέψει την αλήθεια, προκειμένου να βγει από τον λάκκο που ο ίδιος έσκαψε ή επέτρεψε να σκάψουν γύρω του· και που στο τέλος και πάλι δεν διστάζει και πάλι να στραφεί ενάντια σε αυτούς που θεωρεί υπεύθυνους για τα δεινά του, εμφανιζόμενος ούτε λίγο ούτε πολύ σαν θεός-τιμωρός και αγνοώντας παντελώς τις προσωπικές του ευθύνες.

Ο Δημέας του Μενάνδρου διαθέτει κι αυτός, αναπόφευκτα, ορισμένα από τα γνωρίσματα του κωμικού πάππου είναι όμως ταυτόχρονα θεατρικός χαρακτήρας πολύ πιο λεπτά σμιλευμένος, σε βαθμό που να υπερβαίνει σχεδόν τους περιορισμούς της κωμικής τυπολογίας.

Binder1_Page_05_Image_0002

Ο Κώστας Δημητρίου ως Δημέας στη Σαμία του ΘΟΚ και του Εύη Γαβριηλίδη (2013)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Δημέα είναι:

(α) η διανοητική αυταρέσκεια: όλα τα ξέρει κι όλα τα καταλαβαίνει κι ας είναι όλα τα συμπεράσματά του λανθασμένα· είναι ανώτερος από τους υπολοίπους, π.χ. από τον γείτονα και συνεργάτη του, τον Νικήρατο, προς τον οποίο συμπεριφέρεται συγκαταβατικά κι ας έχει μόλις κι ο ίδιος εκτεθεί (βλ. στο τέλος τη σχέση αυτής της διανοητικής αυταρέσκειας του Δημέα με την εικονοπλασία της ομίχλης και της αιθρίας, που επανέρχεται σε στρατηγικά σημεία της Σαμίας

(β) η οργιλότητα: αν και τα κίνητρά του δεν είναι φαύλα — υποκινείται από τη βούλησή του να περιφρουρήσει την ακεραιότητα του οίκου του και τις αρχές του αθηναϊκού νόμου, που αντιμετώπιζαν ως παράγοντα ανατρεπτικό της κοινωνίας τη γέννηση, πολλώ δε μάλλον τη λαθραία ανατροφή νόθων τέκνων — ξεσπά βιαίως κατ᾽ αθώων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι πιο πιστοί θεράποντες του οίκου του ή η γυναίκα που έχει ήδη αποδείξει πως δεν είναι μαζί του από συμφέρον· αλλά ΕΠΙΣΗΣ

(γ) Η δυνατότητα να επιδείξει αληθινή αγάπη και τρυφερότητα προς τους δικούς του ανθρώπους, πρωτίστως προς τον θετό του γιο αλλά και προς την παλλακίδα του, να παραδεχθεί έστω και την υστάτη τα σφάλματά του και να προβεί σε αυτοκριτική (η συντριβή του μπρος στο θέαμα του αρματωμένου Μοσχίωνα, ο οποίος τάχα ετοιμάζεται να φύγει μισθοφόρος, είναι απολύτως γνήσια και δεν είναι κάτι που πρέπει να προσπεράσουμε βιαστικά στα συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα της παντοκρατορίας του paterfamilias).

Ο Δημέας, βέβαια, είναι πρωτίστως άνθρωπος με ανασφάλειες και ανησυχίες. Ο παντοδύναμος paterfamilias δεν μπορεί να θεωρεί τίποτε από όσα έχει δεδομένο: Ο γιος του είναι θετός, άρα η αγάπη του δεν μπορεί να θεωρείται βέβαιη ή υποχρεωτική· χρειάζεται συνεχώς να διεκδικείται και να κερδίζεται, με δαψιλείς παροχές αλλά και ανοχή προς τυχόν ατοπήματα. Η γυναίκα που αγαπά είναι πρώην ἑταίρα, που έχει εγκαταλείψει μεν το επάγγελμα, αλλά δεν είναι βέβαιον αν έχει εγκαταλείψει και το χούι του σιναφιού της: την τάση, δηλαδή, να εκμεταλλεύεται τους άνδρες (ο Πλαύτος στις Βακχίδες βάζει τις δύο εταίρες του να περιγράφουν τους άνδρες σαν πρόβατα προς κουρά!), να προσκολλάται σ᾽ αυτούς για ασφάλεια αλλά και από κοινωνική φιλοδοξία και να επιδιώκει με κάθε μέσο να εκβιάσει την κοινωνική της άνοδο. Ο Δημέας πράγματι στο τέλος κινδυνεύει να τα χάσει όλα (γιο, εγγονό, γυναίκα) — αν και φυσικά αιτία γι᾽ αυτό δεν είναι όσα αρχικά τον φοβίζουν, αλλά η δική του αστόχαστη συμπεριφορά.

Ο Δημέας, με άλλα λόγια, διαθέτει χαρακτηριστικά σαφώς λιγότερο καρικατουρίστικα, σαφώς λιγότερο κωμικά διαστρεβλωμένα σε σύγκριση με τον Στρεψιάδη — στοιχεία που μπορούν να διεγείρουν ακόμη και τον ἔλεον σε ένα (μικρό) βαθμό. Κατά κάποιο τρόπο και ο Δημέας ακόμη, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της πατριαρχίας στο έργο, είναι στην πραγματικότητα πιασμένος στις δαγκάνες της πατριαρχικής ιδεολογίας, παγιδευμένος στα αδιέξοδα του αθηναϊκού Νόμου, ο οποίος δεν συνάδει πάντοτε με τη Φύση, έστω και αν στο τέλος, με τρόπο απολύτως τεχνητό (και ο Μένανδρος δεν μας αφήνει να το ξεχάσουμε αυτό), καταλήγει να εναρμονίζεται με αυτή.

Screenshot at Apr 21 18-26-41


ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ ΩΣ ΚΩΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙ-ΗΡΩΑΣ

Σε αντίθεση με άλλους αριστοφανικούς πρωταγωνιστές, ο Στρεψιάδης δεν είναι το υποκείμενο, αλλά το αντικείμενο της σάτιρας: τύπος άξεστος, ανόητος και κουτοπόνηρος, αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντα του paterfamilias, άγεται και φέρεται από τη γυναίκα του και τον γιο του και στο τέλος τείνει να υπεκφεύγει ή/και να επιρρίπτει τις δικές του ευθύνες σε τρίτους — με αποκορύφωμα βεβαίως τον εμπρησμό του Φροντιστηρίου.

Ο Στρεψιάδης είναι, δηλαδή, χαρακτήρας αρνητικός, ο οποίος δεν εκπροσωπεί την ελπίδα για επίλυση του κωμικού προβλήματος, αντίθετα αποτελεί ο ίδιος μεγάλο μέρος της παθογένειας (πολιτικής, κοινωνικής, ψυχολογικής, ιδεολογικής) που το προκάλεσε εξαρχής. Όπως καθιστά σαφές (εμμέσως έστω) η παράβαση, ο Στρεψιάδης προσωποποιεί τον μέσο Αθηναίο, ο οποίος με την ακρισία που τον κατατρύχει αδυνατεί να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, το συμφέρον από το βλαβερό και ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα ευεπίφορος προς την απάτη και τις εύκολες λύσεις.

Η Κωμική Ιδέα του Στρεψιάδη συνιστά κωμικό παράδοξο: από τη μια, αναμφισβήτητα δεν είναι τόσο φανταστική και εξωπραγματική όσο οι συνήθεις Κωμικές Ιδέες (το να πας στους «σοφιστές» να μάθεις την τέχνη της στρεψοδικίας είναι μεν κωμική λύση, αλλά ουδόλως τόσο εξωφρενική όσο το να ταξιδέψεις στον ουρανό καβάλα σε ένα σκαθάρι!). Από την άλλη, όμως, αποτελεί, όπως αποδεικνύουν τα πράγματα, αυτοκαταστροφική ανοησία, η οποία τον βυθίζει ακόμη πιο βαθιά στο πρόβλημα και πάνω από όλα αποκαλύπτει πώς και γιατί ο ίδιος δεν είναι το θύμα του Σωκράτη και των ομοίων του, αλλά ο τύπος ανθρώπου που τους επέτρεψε να ευδοκιμούν.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Ο ΔΗΜΕΑΣ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΠΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΘΡΙΑΣ ΣΤΗ ΣΑΜΙΑ

Η κατανόηση του Δημέα ως χαρακτήρα είναι συνυφασμένη με ένα πλέγμα αναφορών και εικόνων, που παραπέμπουν στην αντίθεση ανάμεσα στην ομίχλη και την αιθρία, το φως και τον ζόφο και κατ᾽ επέκταση στο καθαρό και το θολωμένο μυαλό.

Η εικονοπλασία αυτή πρωτοεμφανίζεται στο έργο σχεδόν ανεπαίσθητα, στο πλαίσιο της συζήτησης μεταξύ Δημέα και Νικηράτου, καθώς εισέρχονται στη σκηνή επιστρέφοντας από τον πολύμηνο ταξίδι τους στον Πόντο (στ. 97-112). Ο Δημέας συγκρίνει το πεντακάθαρο, φωτεινό και ξάστερο κλίμα της Αθήνας με τον ζόφο και την ομίχλη του Πόντου, ο οποίος δεν μειώνει μόνο την ορατότητα στο αισθητικό επίπεδο, αλλά προκαλεί στους ανθρώπους και ένα είδος ψυχικής διαταραχής, αλλοιώνει δηλαδή την όλη οπτική τους προς τα πράγματα.

Εξαρχής λοιπόν, σε ανύποπτο σημείο και με τρόπο μόνο εκ των υστέρων αισθητό, ο Μένανδρος μάς δίνει το κλειδί, για να αντιληφθούμε ότι ένα από τα βασικά θέματα της Σαμίας — θέμα το οποίο ο Μένανδρος παραλαμβάνει βεβαίως από την τραγωδία — αποτελεί η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που νομίζουμε ότι βλέπουμε, ανάμεσα στη γνώση και την ψευδαίσθηση της γνώσης. Συνεπώς, η αναφορά στον Πόντο, η οποία υποβαθμιζόταν μέχρι πρόσφατα από τους μελετητές, αποτελεί θεματικό δείκτη, που μας εισάγει πλαγίως στην προβληματική του έργου.

Στην περίπτωση του Δημέα η εικονοπλασία του φωτός και του σκότους επεκτείνεται και σε ένα ακόμη ζήτημα, το οποίο επίσης τίθεται στην αρχική του αναφορά στον Πόντο: στην αυτάρεσκη πεποίθηση ότι όλοι οι άλλοι ζουν στο σκοτάδι, ενώ μόνος εκείνος έχει το πλεονέκτημα του καθαρού αέρα και της απρόσκοπτης όρασης. Αυτή η διανοητική αλαζονεία του Δημέα, η ακράδαντή του βεβαιότητα ότι όλα τα ξέρει και όλα τα καταλαβαίνει, σε συνδυασμό με την ακραία αἰσχύνην που νιώθει ο κόσμιος Μοσχίων προς τον θετό πατέρα του, είναι και η υποκείμενη αιτία για όλες τις παρεξηγήσεις που προκύπτουν στο έργο και θέτουν σε κίνδυνο έναν γάμο τον οποίο εξαρχής όλοι επιθυμούν.

Τα δύο θέματα (της μεταφορικής τυφλότητος και της διανοητικής αυταρέσκειας) τα ενοποιεί το τραγωδικό διακείμενο του Οιδίποδα, το οποίο εισάγεται και πάλι καθ᾽ ὑπόνοιαν στο έργο στον στ. 326. Στο σημείο αυτό ο Δημέας ξεκινά μια από τις σημαντικότερες «ηθικές ρήσεις» του στο έργο, στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα σε ποιες λανθασμένες ατραπούς τον εκτρέπει η υπερβολική του προσκόλληση στη συλλογιστική. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο που ο Δημέας ξεκινά αυτή τη ρήση παραθέτοντας στίχους από τον Οιδίποδα του Ευριπίδη (έργο δυστυχώς χαμένο για μας). Ούτε μπορεί να είναι άνευ σημασίας ότι οι στίχοι αυτοί παραπέμπουν και πάλι, όπως και η αναφορά στον Πόντο, στον «καθαρό αέρα» της Αθήνας — συνεχίζουν δηλαδή την κλιματολογική μεταφορά στην οποία εδράζεται το συγκεκριμένο θέμα της Σαμίας.

Binder1_Page_07_Image_0001

Advertisements