Tags

, , , , , , , ,


[ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ, ΠΟΥ ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 17 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2018, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ “ΦΩΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ”. ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΥΜΠΟΥΡΗ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΦΟΡΤΗΓΩΝ ΚΑΙ Η ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΧΩΜΑ].

prosklisi_lympouris_swtiriou-page-001

prosklisi_lympouris_swtiriou-page-002


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μαζευτήκαμε απόψε εδώ, για να αφουγκραστούμε «φωνές του τόπου»: λογοτεχνικές, πεζογραφικές φωνές, που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, διαφορετικό φύλο, διαφορετικές αφηγηματικές τεχνοτροπίες· φωνές, όμως, που επανακάμπτουν στα ίδια πάνω-κάτω γεγονότα, στα ίδια τραύματα, στις ίδιες αιμάσσουσες, πληθυντικές μνήμες.

Λέω «πληθυντικές», διότι τα κείμενα που θα παρουσιάσουμε απόψε είναι, μέσα στα μυθοπλαστικά τους όρια, πολυβιωματικά: είναι μεν αφηγήματα που κεφαλαιοποιούν βιωμένες ατομικές μνήμες (άμεσες, στην περίπτωση του Λυμπουρή, δευτερογενείς στην περίπτωση της Σωτηρίου, που δεν γνώρισε από πρώτο χέρι τη σύγκρουση)· επιχειρούν, όμως, να συλλάβουν μια πολύπλοκη συλλογικότητα παραχωρώντας διαδοχικά τη σκυτάλη της αφήγησης σε μια σειρά από «φωνές του τόπου», που «μισοπραγματικές, μισογυρνάμενες μέσα στον νου τους ήταν».

Τρεις είναι οι κυρίαρχες αφηγηματικές φωνές στον Λυμπουρή, δεκατρείς στη Σωτηρίου· στη δεύτερη, φωνές πρωτοπρόσωπες, ομοδιηγητικές· στον πρώτο, τριτοπρόσωπες, ετεροδιηγητικές, αλλά με εσωτερική εστίαση (διπλή και διασπασμένη: μία στο τώρα, μία στο τότε). Φωνές ανδρικές στον Λυμπουρή, φωνές γυναικείες στη Σωτηρίου. Άνδρες-πρωταγωνιστές των γεγονότων στον πρώτο, που ατενίζουν το παρελθόν με μια πικρή ύστερη γνώση· γυναίκες στη δεύτερη, πρωταγωνίστριες κι αυτές αλλά όχι κατ’ επιλογήν, μια από τις οποίες, η πιο σημαντική από τις οποίες, δεν βρίσκεται πια στη ζωή: την έφαγε ένας άνδρας, ο αγαπημένος της, και μια ανδρική ιδέα περιενδεδυμένη το ιεροπρεπές ένδυμα μιας εξιδανικευμένης θηλυκότητας: η ανάβαταν, η μεγάλη Μήτηρ Πατρίς.


ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΦΟΡΤΗΓΩΝ

Ξεκινώ την ανάλυσή μου με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τους Επιβάτες Φορτηγών:

Από την άλλη, είχα και τη μάνα μου σε κατάσταση σχεδόν αλλοφροσύνης, να μου επαναλαμβάνει στερεότυπα: «Να βρεις τον Γλαύκο, γιε μου». Όμως, Πέτρο, το σκέφτηκα πολλές φορές, ιδιαίτερα τώρα που οι γονείς μας έχουν φύγει: Γιατί να τον βρω; Για να κάνει το κομμάτι του ο καθένας, μιλώντας για άλλον έναν ήρωα;

Οι Επιβάτες είναι ένα μυθιστόρημα-κλωτσιά στα αχαμνά της συλλογικής μας επανάπαυσης, που τελειώνει με τη φράση «Αυτοί [δηλ. οι αγνοούμενοι] δεν έχουν βρεθεί ποτέ»· ένα μυθιστόρημα ματαιωμένου νόστου, στο οποίο ο πρόσφυγας επιστρέφει διηνεκώς στον τόπο του, αλλά στην πραγματικότητα δεν επιστρέφει ποτέ — όλο πηγαίνει στο χωριό του, όλο μπαίνει στην αυλή του, όλο χαϊδεύει την εξώπορτα του σπιτιού του και τους τάφους των δικών του, αλλά δεν βρίσκεται ποτέ πραγματικά εκεί: όλο θυμάται την παραμικρή λεπτομέρεια από εκείνη την Άλλη ζωή, αλλά ο ίδιος βρίσκεται σε ένα Τοπίο Μνήμης, που οντολογικά κινείται μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Ο ξενιτεμένος και ο άνθρωπος που έχει τεχνηέντως αποκοπεί από τον  παρελθοντικό του εαυτό επιστρέφουν και αυτοί στις επώδυνές τους καταβολές, αλλά απομένουν ατελείωτοι, όπως ατελής είναι πάντοτε η μνήμη και ανεξίτηλα τα σημάδια του χρόνου και των επιλογών μας.

29790353_10157206550096521_8465364804141618879_nΗ φωνή με την οποία οι αφηγητές του Λυμπουρή περιγράφουν τις αναμνήσεις τους μοιάζει μυθοπλαστική εντός της μυθοπλασίας, καθώς οι αναμνήσεις αυτές όλο και απομακρύνονται, θολώνουν, συμπλέκονται με δάνειες μνήμες ή ανακαλύπτουν — τυπτόμενες, αυτοαποξενωμένες, αυτοανοικειούμενες — το εποικοδόμημα της πατριωτικής αυταπάτης που τις προκάλεσε.

Είπα προηγουμένως ότι οι φωνές του τόπου στον Λυμπουρή είναι τρεις. Αυτό όμως είναι στην πραγματικότητα ανακριβές ή μάλλον φαινομενικό, γιατί καθεμιά από τις εστιακές μορφές της αφήγησης (ο καθηγητής Στέφανος, που επιστρέφει ως επισκέπτης στο Δίκωμο, ο γιατρός Κρίτων Μιχαηλίδης, που ανακαλεί τον ρόλο του στο πραξικόπημα, ο ξενιτεμένος πανεπιστημιακός Κρις Ιωακειμίδης, που ξαναβρίσκεται με ό,τι απέμεινε από την προδομένη μονάδα στην οποία είχε υπηρετήσει κατά την εισβολή) κουβαλεί στην πλάτη του άλλες μορφές, φασματώδεις, τραγικά εἴδωλα καμόντων. Κάποια από αυτά τα εἴδωλα αναγνωρίστηκαν ως Αχιλλείς, αν και, όπως και στον Αχιλλέα της οδυσσειακής Νέκυιας, ο θάνατός τους έχει πια απεκδυθεί την εξιδανίκευσή του. Άλλοι, όμως, όπως ο Πάνος του Στέφανου και ο Γλαύκος του Κρίτωνα, είναι κάτι σαν Ελπήνορες: ακήδευτοι, άταφοι νεκροί. Κάτι σαν Ελπήνορες· γιατί πέθαναν μεν από ανοησία, αλλά ανοησία άλλων. Το ἔτι τραγικώτερον: τώρα τα λείψανά τους έρχονται στην επιφάνεια, όχι για να δικαιωθούν, αλλά για να δικαιώσουν — όλους εκείνους που θα εκφωνήσουν στεντόρειους πανηγυρικούς στις ετεροχρονισμένες κηδείες τους, τις «σκηνοθετημένες τελετές» εκείνες (σ. 233), στις οποίες ο Στέφανος αρνείται να παραστεί.

Οι Επιβάτες Φορτηγών είναι μυθιστόρημα ποθούμενης αποκατάστασης, επιζητούμενης αγαλλίασης ὀστέων ηρωικών πλην τεταπεινωμένων, στο οποίο τα οστά κηδεύονται μεν αλλά δεν αναπαύονται ποτέ — διότι βρέθηκαν αυτά και άλλα δεν βρέθηκαν· διότι η ανάπαυση είναι προνόμιο των ζωντανών και όχι των νεκρών· και διότι οι ζωές που σπαταλήθηκαν είτε στο πεδίο μιας μάταιης μάχης είτε στον προθάλαμο μιας ζωής εν αναμονή (εν αναμονή ειδήσεων που δεν έφτασαν ποτέ ή έφτασαν πάρα πολύ αργά) δεν αποκαθίστανται.

29871858_10157206559491521_1841463571833828342_oΤο μυθιστόρημα τελειώνει, υπενθυμίζω, με τη φράση «αυτοί δεν έχουν βρεθεί ποτέ». Το πρόσωπο που μιλά εδώ αναφέρεται σε συγκεκριμένους αγνοουμένους. Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς αγνοούμενος δεν έχει βρεθεί ποτέ. Κι αν εντοπίστηκαν τα κόκαλά τους, έχουν χαθεί οριστικά οι φωνές τους, οι φωνές που θα μας έλεγαν «πώς πολέμησαν, αν πολέμησαν», πώς, ακόμη κι αν δεν πρόλαβαν να πολεμήσουν, «δεν ήταν αυτοί λιγότερο ήρωες από τους άλλους».

Οι Επιβάτες είναι μυθιστόρημα ελπίδας για κάθαρση, η οποία επενδύεται στην επιστροφή του ήρωα είτε στο χωριό του από την προσφυγιά είτε στην Κύπρο από την ξενιτειά είτε στις πηγές της συνείδησης πάνω στο ντιβάνι του ψυχιάτρου — μιας επιστροφής, όμως, που δεν επιτυγχάνεται ποτέ· μένει λειψή, ατελής, ατελέσφορη, βασανιστικά μη καθαρτική.

Πάνω από όλα, οι Επιβάτες Φορτηγών είναι μυθιστόρημα μνήμης, στο οποίο η θύμηση είναι βάρος, θλίψη, ασήκωτη ευθύνη και ενοχή — η ενοχή του επιβιώσαντος, αλλά και η ενοχή του φυσικού αυτουργού, του ανθρώπου «που άδραξε τις πύλες και τις άνοιξε στον εχθρό», που ενέχεται κατά το μάλλον ή ήττον στην καταστροφή της μεγάλης του αγάπης, της Πατρίδας, έστω και αν τα κίνητρά του ήταν αγνά, έστω κι αν ο ανιδιοτελής πατριωτισμός του έγινε όργανο εγκεφάλων αφρόνων ή ωνίων.

Στο μυθιστόρημα του Λυμπουρή, οι ήρωες είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά Επιβάτες Φορτηγών:

  • «Επιβάτες», γιατί δεν είναι ποτέ κύριοι της μοίρας τους· άλλοι είναι πάντα στο τιμόνι.
  • Και «φορτηγών», διότι έτσι, σε φορτηγά απρόσωπα, απάνθρωπα, ισοπεδωτικά, στριμώχνονται ὡς ἀρνία ἐπὶ σφαγήν, για να μεταφερθούν είτε στον βέβαιο θάνατο στο πεδίο της μάχης (όπως οι άνδρες της 181 Πυροβολαρχίας Πυροβολικού), είτε στηναβέβαιη αιχμαλωσία (όπως όσοι μεταφέρονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές της Τουρκίας) είτε στο παγερό τραπέζι ενός εργαστηρίου γενετικής (όχι πια άνθρωποι, αλλά σκόρπια κρανία και κόκαλα) είτε τέλος στην προσωρινή, υποτίθεται, αλλά μονιμοποιούμενη μέρα με τη μέρα προσφυγιά.

ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΧΩΜΑ

Το «διαβάζεται μονορούφι» θα πρέπει να καθιερωθεί ως τεχνικός όρος της λογοτεχνικής κριτικής προκειμένου για τα πεζογραφήματα της Κωνσταντίας Σωτηρίου. Δύο χρόνια μετά το δικαιότατα παινεμένο, βραβευμένο και θεατρικώς διασκευασμένο Η Αϊσέ πάει διακοπές (Αθήνα: Πατάκης 2015), η Σωτηρίου επιστρέφει με τις Φωνές από χώμα (Αθήνα: Πατάκης 2017). Η Αϊσέ προσέφερε ένα πανόραμα της κυπριακής ιστορίας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και την πρώτη δεκαετία του 21ου. Οι Φωνές επικεντρώνονται στα γεγονότα λίγων μόνο ημερών, στα ταραγμένα Χριστούγεννα του 1963 και στα συμβάντα που άναψαν το φυτίλι των διακοινοτικών ταραχών.

29745150_10157206560366521_5935989154362142158_oΔεκατρείς είναι συνολικά οι φωνές που ακούγονται στη νουβέλα: κοινές, μικρές, βιωματικές φωνές, όλες πλασμένες «από χώμα»: ανθρώπινες, με άλλα λόγια, μοιραίες, πεπερασμένες και φθαρτές — όλες κατ᾽ ακρίβεια πλασμένες από το ίδιο χώμα και καταδικασμένες (κάποιες) να επιστρέψουν πριν την ώρα τους σε αυτό: φωνές Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, που από μάνα γίνεται τάφος.

Και στα δύο της πεζογραφήματα η Σωτηρίου εξακτινώνει την αφήγησή της γύρω από έναν στοιχειώδη ιστορικό πυρήνα και με βασικούς πρωταγωνιστές υπαρκτά πρόσωπα. Η συγγραφέας υιοθετεί την (προ)οπτική της μικροϊστορίας και συμπλέκει το γεγονός με το οἷον ἂν γένοιτο. Ισχύει και εδώ το ωραίο παράδοξο της καλής ιστορικής λογοτεχνίας: τα ιστορικά γεγονότα εν τέλει καθίστανται πιο αυθεντικά μέσα από τις πλασματικές, προσωπικές ιστορίες ανώνυμων ανθρώπων (που στις Φωνές δεν έχουν καν επώνυμο· αναφέρονται μόνο με το μικρό τους όνομα, χωρίς να είναι σαφές — ή αξιοπαρατήρητο — αν πρόκειται για μορφές της ιστορίας ή της μυθοπλασίας). Οι φωνές αυτές, η καθεμιά από τις οποίες καθ᾽ εαυτήν έχει ιδιωτική μόνο σημασία, συμπαρατάσσονται ως ψηφίδες· στη συναρμογή τους συνθέτουν το μεγάλο, συλλογικό, ματωμένο μωσαϊκό του 1963. Ασήμαντες και ταπεινές φωνές, που μόνες δεν ακούγονται παρά μόνο αχνά ή και καθόλου, αλλά συνενούμενες γιγαντώνονται σε κραυγή πόνου, αγωνίας και καταδίκης: «το κρίμα στον λαιμό τους, το κρίμα στον λαιμό τους, το κρίμα στον λαιμό τους» (σ. 77).

Το ενδιαφέρον όμως στην προσέγγιση της Σωτηρίου είναι η απόρριψη της εύκολης αγιοποίησης των μικρών ανθρώπων. Το «κρίμα» που διεκτραγωδεί πιο πάνω η Τζεμαλιγιέ δεν ανήκει στους «άλλους» ή τους μεγάλους μόνο — στους Μακαρίους, τους Κουτσιούκ και τους Ντενκτάς: ανήκει εξίσου και στον Πάμπο, που αδυνατεί να αναπνεύσει το βράδυ συντετριμμένος από τον όγκο της ευθύνης του· στον Τάκη, που επισκέπτεται κάθε βράδυ τη γυναίκα του, βρικόλακας από τον τάφο, γυρεύοντας εις μάτην εξιλέωση· στον Ζεκή, που αφέθηκε να γίνει το ενεργούμενο της ΤΜΤ και που ο έρωτάς του συμπαρέσυρε και την αγνή Τζεμαλιγιέ στη δίνη του «για ταξίμ για ολούμ» (διχοτόμηση ή θάνατος) — ανήκει στους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου χώρια και μαζί, χωρίς να έχει σημασία τίνος τα αμαρτήματα βαραίνουν περισσότερο στο ζύγι.

29572815_10157206560686521_2662355649179788890_nΑν όμως το πρόσωπο της ευθύνης είναι θολό και σαν σε καλειδοσκόπιο μπορεί να το ατενίσει κανείς υπό διαφορετικές γωνίες, οι φυσιογνωμίες των θυμάτων είναι πάντοτε ξεκάθαρες: είναι τα αθώα πρόσωπα γυναικών· γυναικών, που βρίσκονται πάντοτε επιβάτες στο πίσω κάθισμα, εύχονται (ματαίως) ότι μια μέρα θα βρεθούν κι αυτές στη θέση του οδηγού (σ. 61), αλλά ζουν και πεθαίνουν σε έναν κόσμο πλασμένο από άντρες για άντρες· πρόσωπα γυναικών, που η ζωή κι ο θάνατός τους, η κηδεία τους ακόμη, ή ακριβέστερα ο τρόπος που φαντάζονται την κηδεία τους, υφαρπάζεται από τη μανία ενός όχλου, που κραυγάζει, μεθυσμένος από το μίσος και την προπαγάνδα, τα εθνικιστικά, αὐτοκτόνα του συνθήματα (σσ. 80–2).

Οι βασικές συντεταγμένες της αφηγηματικής τεχνικής της Σωτηρίου παραμένουν σταθερές και στο δεύτερό της πεζογράφημα. Το αφήγημα δομείται στη βάση της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινή ελληνική, στην οποία εκφράζεται η Τζεμαλιγιέ, και στην κυπριακή διάλεκτο, στην οποία μιλούν οι δώδεκα Ελληνοκύπριες που την πλαισιώνουν. Κάθε κεφάλαιο ανήκει σε διαφορετική φωνή — ένα στην Τζεμαλιγιέ, ένα σε μια Ελληνοκύπρια και τανάπαλιν — πλην του κεντρικού κεφαλαίου 18, το οποίο μοιράζονται η Τζεμαλιγιέ και η «Βαθούλα» αφηγούμενες η καθεμιά από τη σκοπιά της τη στιγμή του μοιραίου φονικού.

Στην Αϊσέ η κυπριακή διάλεκτος ήταν το μέσον για την κατάδυση στην ψυχή της πρωταγωνίστριας. Στη δεύτερη νουβέλα της Σωτηρίου, η εναλλαγή των γλωσσικών κωδίκων λειτουργεί ειρωνικά και αναδεικνύει το βασικό παράδοξο της αφήγησης. Η Τζεμαλιγιέ, παραδόξως, εκφράζεται στην επίσημη, «καθαρή» γλώσσα του «Εθνικού Κέντρου» — και όμως εθνικά και κοινωνικά είναι Άλλη, είναι η «Τούρτζισσα» και η «πουτάνα» (σ. 67). Χρησιμοποιεί τον γλωσσικό κώδικα που ο Έλληνας Κύπριος διδάσκεται να εκλαμβάνει ως το ύψιστο τεκμήριο της ταυτότητάς του — και όμως, αν θέλει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, σε αντιπαράσταση προς την όντως μητρική του γλώσσα, δηλαδή το κυπριακό ιδίωμα, ο κώδικας αυτός τού ακούγεται ανοίκειος και απόμακρος, η γλώσσα στην οποία θα εκφραζόταν, ακριβώς, ένας «άλλος».

Η φωνή της Τζεμαλιγιέ χαρακτηρίζεται εξαρχής από ένταση, ψυχανέμισμα της τραγικής της μοίρας. Αφηγηματικά, τα κεφάλαιά της διακρίνονται από τη σχεδόν παντελή αποφυγή της τελείας: ο λόγος της, δυο-τρεις σελίδες κάθε φορά, είναι ένα μακρό ασύνδετο, που διαβάζεται ταχύτατα και απνευστί και δεν σου επιτρέπει τις παύσεις, την ανάπαυλα, το αναγνωστικό βόλεμα — κάτι σαν αυτό που οι αρχαίοι γραμματικοί αποκαλούσαν πνῖγος.

Στο εσωτερικό των κεφαλαίων της Τζεμαλιγιέ εμφανίζεται ενίοτε και η αντίθεση ανάμεσα στα όρθια και τα κυρτά γράμματα: τα όρθια είναι η φωνή της ίδιας της γυναίκας, που επιχειρεί να ζήσει, και τα κυρτά ο υπόκωφος ήχος μιας άλλης, ξένης, ανδρικής φωνής, που παρεισφρέει πλαγίως στη συνείδησή της και της υπενθυμίζει ότι πρόκειται να πεθάνει. Για μια ακόμη φορά, όπως και στην Αϊσέ, η κουζίνα και η μαγειρική, σε αντίθεση με τα μαγειρέματα των ανδρών, είναι για προφανείς λόγους η Γυναίκα και η Ζωή — και η Ζωή είναι η Γυναίκα. Στο τέλος, όταν η Τζεμαλιγιέ αποφασίζει να ασπαστεί τον εθνικισμό του Ζεκή σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον σώσει από τα νύχια της Άλλης Γυναίκας, της ανάβαταν, τα κυρτά γράμματα, η πλάγια, ύπουλη, ανθρωποβόρα φωνή, γίνεται δικιά της…

Διαβάζω απόσπασμα από τις σσ. 52–5, με το οποίο θα κλείσω και την αποψινή μου ομιλία:

Μέχρι που µου τα πρόφτασε τα μαντάτα ένας Τούρκος που πουλά μελιτζάνες, ένας χωρικός που πουλά τις καλύτερες μελιτζάνες του κόσμου, πάντα πηγαίνω τις Τετάρτες σ᾽ εκείνον να πάρω μελιτζάνες και µου ψιθυρίζει στο αυτί συνταγές για ντομάτες και σκόρδο και όπλα, βάζεις, µου λέει, τις μελιτζάνες σε νερό να ξεπικρίσουν — έφυγε ο Ζεκή, πήγε με τους άλλους στην Τουρκιά —, βάζεις μέσα στο νερό αλάτι και το αφήνεις τη νύχτα να φύγει η πικράδα — τους εκπαιδεύει στρατός με όπλα στα βουνά του Ταύρου —, τις πλένεις μετά τις μελιτζάνες καλά και τις κόβεις στη μέση — τη μέρα τους μαθαίνουν τα όπλα, τη νύχτα τους κάνουν κατήχηση το μυαλό τους —, καθάριζε τις μελιτζάνες ραβδωτά, άφηνε φλούδα έξω να κρατεί — τους λένε πως η Τουρκιά είναι η μάνα τους —βγάζε µε ένα κουταλάκι τη φλούδα και τηγάνιζέ τη με λάδι, κρεμμύδι μπόλικο, σκόρδο, ντομάτα και νερό, φτιάξε έτσι για το φαΐ τη σάλτσα σου — έρχονται πίσω γεμάτοι όπλα και ιδέες —, βάλε μετά τις μελιτζάνες σου σε ένα μεγάλο ρηχό ταψί — τους λένε να σκοτώσουν, να βρουν τα δίκαιά τους, να μην είναι πάντα γκιαούρηδες στους Ρωμιούς —, στρίμωξέ τις κοντά-κοντά, μα χωρέσουν όλες — έρχονται πίσω έτοιμοι να σκοτωθούν και να σκοτώσουν — βάλε μέσα σε κάθε μελιτζάνα τη σάλτσα της — έρχονται πίσω να κάνουν αντίσταση —, ρίξε λίγο νερό και δυο τρία άσπαστα σκόρδα πάνω, βάλε μπόλικο λάδι και ντομάτα τριμμένη — έχουν αποθήκες γεμάτες με όπλα για τον λαό μας που υποφέρει, έρχονται πλοία γεμάτα όπλα, να ζωστούμε στα όπλα —, έχε τον φούρνο σου έτοιμο να βάλεις το ταψί σου μέσα —, να μάθει ο Μακάριος, που νομίζει το κράτος είναι δικό του, που θέλει να μας κάνει Γιουνανιστάν —, να αφήσεις τις μελιτζάνες σου να ψηθούν αργά και σιγανά — ετοιμάζονται καιρό τώρα και έμαθαν να περιμένουν —, σαν έρθει η ώρα θα ανοίξεις τον φούρνο και θα δεις — ένιωσαν πως μετά από τα βάσανα και τους διωγμούς ήρθε η ώρα για αντίσταση —, να αφήσεις το φαΐ σου να κρυώσει — έμαθαν να περιμένουν, περίμεναν καιρό και ξέρουν ότι τώρα ήρθε η ώρα —, όποιος ξέρει από μαγειρέματα έμαθε να περιμένει — θα ανοίγουν το στόμα τους να τρέχει αίμα —, θα τρως τις μελιτζάνες να στάζουν οι ντομάτες στα χείλη σου — ο Ζεκή έρχεται αύριο —, θα τρέχουν τα κόκκινα στα μάγουλα και τα χείλη σου — πάει ο Ζεκή σου, τον έχασες —, σκόρδα και ντομάτες και λίγη ζάχαρη — στον πήρε τον Ζεκή σου η Ανάβαταν [μητέρα πατρίδα], ο Ζεκή σου αγαπά τώρα μιαν άλλη —, µην ξεχνάς ποτέ σου να βάζεις στις ντομάτες λίγη ζάχαρη — διχοτόμηση ή θάνατος, για ταξίμ για ολούμ —, με το κουταλάκι λίγη ζάχαρη — γιασασίν αναβατανιμίζ [ζήτω η μητέρα πατρίδα μας] —, να βάζεις πάντα λίγη ζάχαρη — πάει, τον έχασες τον Ζεκή, αγαπά την άλλη —µην ξεχνάς τη ζάχαρη.

Τρέχω στο σπίτι και πετώ τις μελιτζάνες στα σκουπίδια, έξω, πετάω τα σκόρδα και τις τριμμένες ντομάτες, έξω, πετάω τα κεφτεδάκια και τις πατάτες, πετάω τα ταψιά και τα μελωμένα γλυκά και τις γανωµένες κατσαρόλες, έξω, πετάω στα σκουπίδια τα κρεμμύδια και τις κανέλες, έξω, έξω, και βγάζω τις πιρούνες και τα κουτάλια, ζώνοµαι τα μαχαίρια της κουζίνας, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και γελώ, γιασασίν ανάβαταν για ολούμ για ταξίμ, αν θέλεις να πεθάνει αναβατανιμίζ, θα πρέπει να σκοτώσεις πρώτα εμένα, μπεν ντε σενί σεβιγιορούμ Τουρκιγιέ αναβατανιμίζ, αν πρέπει θα σε αγαπήσω τώρα κι εγώ, ζήτω η μητέρα πατρίδα μας, η αναβατανιμίζ, διχοτόμηση ή θάνατος, νε μουτλού Τουρκούμ ντιγενέ, τι χαρά να λέγεσαι Τούρκος.

 

Advertisements