Tags

, , , , , , , ,


Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύθηκαν στη συλλογή Μαρτυρίες: Σειρά Δεύτερη (1964-1965). Αναδημοσιεύονται στα Ποιήματα, Τόμος Θ’, σσ. 270-271. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο βουβός θρήνος της γυναίκας στο πρώτο ποίημα (“Οι εφτά”) και οι ομοερωτικοί απόηχοι, υπόρρητοι σχεδόν στην “Περιγραφή” και στο “Μετά τη νίκη”, σαφέστεροι στην “Παραλλαγή”.


Οι εφτά

Τράβηξαν τους κλήρους μέσ’ απ’ το κράνος· πήραν τις θέσεις τους
τις ορισμένες σχεδόν απ’ τη μοίρα. Όταν νύχτωσε,
κανείς απ’ τους εφτά δεν ήταν εκεί. Μονάχα
μια σκεπασμένη γυναίκα ήρθε και κάθισε στις πέτρες
ανάμεσα σε μια στάμνα κρασί και σε μια στάμνα λάδι.


Περιγραφή

Θυσίασαν τον ταύρο, έβαψαν στο αίμα του τα χέρια τους,
έβαψαν και τα πρόσωπά τους. Δε γνώριζες κανέναν.
Όμοια σχεδόν τα γυμνά σώματά τους, ρωμαλέα,
με κόκκινα χειρόκτια, κόκκινες προσωπίδες,
όμοια στο σφρίγος και στο κάλλος (άγνωστα κι ελεύθερα)
έτοιμα για τον έρωτα ή το θάνατο. Οι φρουροί,
πάνω απ’ τα τείχη, παρακολουθώντας τη σκηνή, ξεχάσαν
να διαβάσουν τους οιωνούς απ’ τις σκιές των πουλιών στην πεδιάδα.
Τ’ ακόντια έτρεμαν στα χέρια τους κι ή στήλη του καπνού
ανέβαινε πίσω απ’ τους ώμους τους ολόισα προς τον ήλιο.


Μετά τη νίκη

Ο άντρας κλείστηκε στη μέσα κάμαρα.
Κρέμασε τα λάφυρα στον τοίχο, κι εκείνο
το σκουτάρι με την παράσταση του οπλίτη
που ανεβαίνει μια σκάλα. Οι γυναίκες
έμειναν στην τραπεζαρία, κοιτάζοντας
κρυμμένες κι αμίλητες πίσω απ’ τα παράθυρα
τους καρπούς τους χυμένους στο δρόμο
και τους τροχούς απ’ τα σπασμένα αμάξια.
Όταν απ’ τις Νηστές Πύλες κατέφθασε
ο αγγελιαφόρος, είχε βγει το φεγγάρι.
Άνοιξε το στόμα του· δε μίλησε· κι ακούστηκε
η μεγάλη ησυχία πάνω απ’ την πόλη
καθώς κοιμόνταν οι πολεμιστές στο ζεστό χώμα,
γυμνοί, δίπλα στα πλαγιασμένα αγάλματα.


Παραλλαγή

Μόλις που φύτρωνε στα μάγουλά του τ’ άνθος
σγουρής τρίχας πυκνής· — ωραίο παλικάρι
ο Αρκαδηνός Παρθενοπαίος, από μάνα βουνίσια,
με κάποιο κομπασμό για τ’ άρματά του,
ίσως και για την ομορφιά του. Μπρος στην Πέμπτη Πύλη
τον έκλαψαν φίλοι κι εχθροί. Κι η Σφίγγα της ασπίδας του,
τον ένα απ’ τούς Καδμείους άφησε απ’ τα νύχια της,
για να του βγάλει τα βέλη απ’ το στήθος. Το βράδυ,
έκλεψε τον νεκρό η ιέρεια να κοιμηθεί μαζί του.
Τη σκότωσαν. Δε βρέθηκε ο νεκρός. Και τότε,
όλοι αμπαρώθηκαν στα σπίτια τους, νιώθοντας ένοχοι
όχι καθόλου για το φόνο, μα γιατί καθένας χώρια
εκείνον το νεκρό στην κλίνη του είχε μεταφέρει.


hea072

Αττική σαρκοφάγος (2ος αι. μ.Χ.). Αρχαιολογικό μουσείο Κορίνθου.

Advertisements