Tags

, ,


  1. Διονύσιος Σολωμός, “Η φαρμακωμένη”
  2. Διονύσιος Σολωμός, “Η φαρμακωμένη στον Άδη”
  3. Παύλος Νιρβάνας, “Ήταν μια φορά ένας Γιάννης”
  4. Κώστας Καρυωτάκης, «Εμβατήριο Πένθιμο και κατακόρυφο»
  5. Κώστας Καρυωτάκης, «Ιδανικοί αυτόχειρες»
  6. Κώστας Καρυωτάκης, «Δικαίωσις»
  7. Μαρία Πολυδούρη, «Σ’ έναν νέο που αυτοκτόνησε»
  8. Νίκος Καββαδίας, «Καφάρ»
  9. Νίκος Καββαδίας, «William George Allum»
  10. Άγγελος Σικελιανός, «Η αυτοκτονία του Αντζεβισάνο, μαθητή του Βούδα»
  11. Edwin Arlington, “Richard Cory”
  12. Sylvia Plath, “Lady Lazarus”
  13. Anne Sexton, “Suicide note”
  14. Anne Sexton, “Wanting to die”
  15. Anne Sexton, “Sylvia’s death”
  16. Rainer Maria Rilke, “Das Lied des Selbstmörders“

 

Edouard_Manet_-_Le_Suicidé

Edouard Manet – Le Suicidé


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

“Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ”

 

Τα τραγούδια μου τα ‘λεγες όλα,
τούτο μόνο δε θέλει να πεις,
τούτο μόνο δε θέλει τ’ ακούσεις
αχ! τη πλάκα του τάφου κρατείς.

Ώ παρθένα! αν ημπόρειαν οι κλάψες
πεθαμένου να δώσουν ζωή,
τόσες έκαμα κλάψες για σένα,
που ‘θελ’ έχεις τη πρώτη πνοή.

Συμφορά! Σε θυμούμαι καθόσουν
στο πλευρό μου με πρόσωπο αχνό.
“Τι έχεις;” σου ‘πα κι εσύ μ’ αποκρίθης:
“Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω”.

Με σκληρότατο χέρι το πήρες,
ωραία κόρη κι αυτό το κορμί,
οπού του ‘πρεπε φόρεμα γάμου,
πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου ‘κεί μέσα στο τάφο
το στολίζει σεμνή παρθενιά
του κακού σ’ αδικούσεν ο κόσμος
και σου φώναζε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν’ ακούσεις,
οχ το στόμα σου τι ΄θελε βγει;
“Το φαρμάκι που πήρα κι οι πόνοι
δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί”.

Κόσμε ψεύτη! Τες κόρες τες μαύρες
κατατρέχεις όσο ειν’ ζωντανές,
σκληρέ κόσμε και δε τους λυπάσαι
τη τιμήν όταν είναι νεκρές.

Σώπα, σώπα! Θυμήσου πως έχεις
θυγατέρα, γυναίκ’, αδελφή
σώπα! Η μαύρη κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήσει την ύστερη μέρα,
εις το κόσμον εμπρός να κριθή,
και στο Πλάστη κινώντας με σέβας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει:

“Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου, Πλάστη!
Τα φαρμάκωσ’, αλήθεια, η πικρή,
και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα,
που πλασμένα μου τα ‘χες Εσύ!

Όμως κοίτα στα σπλάχνα μου μέσα,
που το κρίμα τους κλαίνε και πες,
πες του κόσμου που φώναξε τόσα,
εδώ μέσα αν ειν’ άλλες πληγές”.

Τέτοια, ‘μπρός εις το Πλάστη κινώντας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει.
Σώπα, κόσμε! Κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

 


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

“Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ”

Άδη μαύρε, χαιρετώ σε
Δεν εχάρηκε ποτέ
Μάτι ανθρώπου για τον ήλιο
Καθώς τώρα εγώ για σε.

Από κει που λίγη αγάπη
Κι είναι πλάνεμα πολύ
Σε λιγάκι θα κατέβει
Ο έρωτάς μου να μ’ ευρεί.

Χωρίς……
Τ’ όμορφο άστρο της αυγής
Άδεια κι άφωνη και μαύρη
Η Παράδεισο της γης.

Μ’ έχει σήμερα μηνύσει·
Λίγην ώρα ακόμα ζω,
Κι εκατάπια το φαρμάκι
Σαν αθάνατο νερό.

Όνειρο κοντό για με΄να
Νιότη, αγάπη και ζωή·
Όλα ονείρατα στον κόσμο·
Ναι, και ο θάνατος τα λυεί.

Πώς ευθύς δεν κατεβαίνεις;
Πώς αργείς, γλυκιά ψυχή;
Αχ! Το ψυχομαχητό σου
Θέλει είν’ άγριο και βαρύ.

Τέτοια εμπρός στους ίσκιους όλους
Εξυπνούσε τους ηχούς
Το τραγούδι ερωτεμένο
Και τους έκανε γλυκούς.

Εκοιτούσανε τα χέρια
Και το μέτωπο της νιας
Όπου ετρέμαν τα λουλούδια
Τα λαμπρά της παρθενιάς.

Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει·
Έπαψε η γλυκιά φωνή·
Πέφτει τ’ όμορφο κοράσι
Στην αγκάλη του εραστή.


ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

“ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΝΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ”

Ήταν μια φορά ένας Γιάννης
σ᾿ ένα πράσινο χωριό,
και δεν είχε ούτε χαΐρι
και δεν είχε ούτε μυαλό.

Μα, σα Γιάννης, δίχως γνώση,
τον επόνεσε η καρδιά
και του κόλλησε μεράκι
για την κόρη του παπά!

Τ’ άκουσαν μικροί, μεγάλοι
και γελούσαν — ωχ! ωχ! ωχ!
Παλαμίδα σου μυρίζει,
ντεϊμεντέ να φας κολοιό.

Στον παπά πηγαίνει ο Γιάννης
μια και δυο και του μιλεί
και την  Ελενιώ γυρεύει
και το χέρι του φιλεί.

Μα ο παπάς την αγιαστούρα
παίρνει ευτύς και τον ξορκίζει
και με τη χοντρή μαγκούρα
στην αυλή τον προβοδίζει,

Και κρατώντας το στειλιάρι
ανεβαίνει στο πατάρι:
— Κόρη μου, να σε χαρώ,
δυο λογάκια να σου πω!

Την αρπάζει απ’ την κοτσίδα,
την πετάει στην αντρομίδα
και της κάνει τα πλευρά της
μαλακά σαν την …καρδιά της.

Τ’ άκουσαν μικροί μεγάλοι
και γελούσαν — χά! χά! χά!
— Της αγάπης τις λαχτάρες
σουτ και μήτε του παπά!

Μα του Γιάννη το μεράκι
τώρα του ’γινε φαρμάκι.
Φεύγει, πάει, μια και δυο,
στο ψηλό καμπαναριό,
κάνει το σκοινί θηλιά
και κρεμιέται στα καλά.

Κι η ξανθή παπαδοπούλα
έγινε καλογριούλα.
Το χτωήχι στο δεξί της,
κομποσχοίνι στο ζερβί της,

ξέχασε πατέρα, μάνα
και τρελὰ παραμιλά:
-Χτύπα, Γιάννη, την καμπάνα
για ν᾿ αρχίσει η λειτουργιά.

Τ’ άκουσαν μικροί, μεγάλοι
και γελούνε – χά! χά! χά!
χτύπα Γιάννη την καμπάνα
για ν᾿ αρχίσει η λειτουργιά!


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

“ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ”

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα `ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ’ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

“ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ”

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

«ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ»

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
— πρώτη φορά — σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.


 ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

«Σ’ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ»

Aυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Oι ασχολίες του, οι χαρές, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Tα βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές. Bίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Tην υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλο σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Eίχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Kι η αιτία του κακού σημαδεμένη.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

“ΚΑΦΑΡ”

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να ’χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ’ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις, βλέποντας τουρίστες.
Το να φορτώνεις μήνες ρίζια στο Ραγκούν
είν’ ένα πράμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.

Στην Ταïτή έζησε μήνες κι ο Λοτί.
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά —
κάποτες κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία τα ’χουν κι αυτά πολύ νοθέψει.


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

«WILLIAM GEORGE ALLUM»

Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή,
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχεν ιστορία·
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή…

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτήν είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές…
Του κάκου· γνώριζεν αυτός ―καθώς το ξέρουμ’ όλοι―
ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές…

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Βay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: «Θέλησε το στίγμα του να σβήσει»
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

“Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΤΖΕΣΙΒΑΝΟ, ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΒΟΥΔΑ”

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Κι όπως κυλά από τ’ άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’ αστέρι.
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’ τα στήθια πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!


EDWIN ARLINGTON ROBINSON

“RICHARD CORY”

Whenever Richard Cory went down town,
We people on the pavement looked at him:
He was a gentleman from sole to crown,
Clean favored, and imperially slim.

And he was always quietly arrayed,
And he was always human when he talked;
But still he fluttered pulses when he said,
“Good-morning,” and he glittered when he walked.

And he was rich—yes, richer than a king—
And admirably schooled in every grace:
In fine, we thought that he was everything
To make us wish that we were in his place.

So on we worked, and waited for the light,
And went without the meat, and cursed the bread;
And Richard Cory, one calm summer night,
Went home and put a bullet through his head.


SYLVIA PLATH

“LADY LAZARUS”

I have done it again.
One year in every ten
I manage it—–

A sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My featureless, fine
Jew linen.

Peel off the napkin
O my enemy.
Do I terrify?——-

The nose, the eye pits, the full set of teeth?
The sour breath
Will vanish in a day.

Soon, soon the flesh
The grave cave ate will be
At home on me

And I a smiling woman.
I am only thirty.
And like the cat I have nine times to die.

This is Number Three.
What a trash
To annihilate each decade.

What a million filaments.
The Peanut-crunching crowd
Shoves in to see

Them unwrap me hand in foot ——
The big strip tease.
Gentleman , ladies

These are my hands
My knees.
I may be skin and bone,

Nevertheless, I am the same, identical woman.
The first time it happened I was ten.
It was an accident.

The second time I meant
To last it out and not come back at all.
I rocked shut

As a seashell.
They had to call and call
And pick the worms off me like sticky pearls.

Dying
Is an art, like everything else.
I do it exceptionally well.

I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I’ve a call.

It’s easy enough to do it in a cell.
It’s easy enough to do it and stay put.
It’s the theatrical

Comeback in broad day
To the same place, the same face, the same brute
Amused shout:

‘A miracle!’
That knocks me out.
There is a charge

For the eyeing my scars, there is a charge
For the hearing of my heart—
It really goes.

And there is a charge, a very large charge
For a word or a touch
Or a bit of blood

Or a piece of my hair on my clothes.
So, so, Herr Doktor.
So, Herr Enemy.

I am your opus,
I am your valuable,
The pure gold baby

That melts to a shriek.
I turn and burn.
Do not think I underestimate your great concern.

Ash, ash—
You poke and stir.
Flesh, bone, there is nothing there—-

A cake of soap,
A wedding ring,
A gold filling.

Herr God, Herr Lucifer
Beware
Beware.

Out of the ash
I rise with my red hair
And I eat men like air.


ANNE SEXTON

“SUICIDE NOTE”

“You speak to me of narcissism but I reply that it is
a matter of my life” – Artaud

“At this time let me somehow bequeath all the leftovers
to my daughters and their daughters” – Anonymous

Better,
despite the worms talking to
the mare’s hoof in the field;
better,
despite the season of young girls
dropping their blood;
better somehow
to drop myself quickly
into an old room.
Better (someone said)
not to be born
and far better
not to be born twice
at thirteen
where the boardinghouse,
each year a bedroom,
caught fire.

Dear friend,
I will have to sink with hundreds of others
on a dumbwaiter into hell.
I will be a light thing.
I will enter death
like someone’s lost optical lens.
Life is half enlarged.
The fish and owls are fierce today.
Life tilts backward and forward.
Even the wasps cannot find my eyes.

Yes,
eyes that were immediate once.
Eyes that have been truly awake,
eyes that told the whole story
poor dumb animals.
Eyes that were pierced,
little nail heads,
light blue gunshots.

And once with
a mouth like a cup,
clay colored or blood colored,
open like the breakwater
for the lost ocean
and open like the noose
for the first head.

Once upon a time
my hunger was for Jesus.
O my hunger! My hunger!
Before he grew old
he rode calmly into Jerusalem
in search of death.

This time
I certainly
do not ask for understanding
and yet I hope everyone else
will turn their heads when an unrehearsed fish jumps
on the surface of Echo Lake;
when moonlight,
its bass note turned up loud,
hurts some building in Boston,
when the truly beautiful lie together.
I think of this, surely,
and would think of it far longer
if I were not if I were not
at that old fire.

I could admit
that I am only a coward
crying me me me
and not mention the little gnats, the moths,
forced by circumstance
to suck on the electric bulb.
But surely you know that everyone has a death,
his own death,
waiting for him.
So I will go now
without old age or disease,
wildly but accurately,
knowing my best route,
carried by that toy donkey I rode all these years,
never asking, “Where are we going?”
We were riding (if I’d only known)
to this.

Dear friend,
please do not think
that I visualize guitars playing
or my father arching his bone.
I do not even expect my mother’s mouth.
I know that I have died before”
once in November, once in June.
How strange to choose June again,
so concrete with its green breasts and bellies.
Of course guitars will not play!
The snakes will certainly not notice.
New York City will not mind.
At night the bats will beat on the trees,
knowing it all,
seeing what they sensed all day.


ANNE SEXTON

“WANTING TO DIE”

Since you ask, most days I cannot remember.
I walk in my clothing, unmarked by that voyage.
Then the almost unnameable lust returns.

Even then I have nothing against life.
I know well the grass blades you mention,
the furniture you have placed under the sun.

But suicides have a special language.
Like carpenters they want to know which tools.
They never ask why build.

Twice I have so simply declared myself,
have possessed the enemy, eaten the enemy,
have taken on his craft, his magic.

In this way, heavy and thoughtful,
warmer than oil or water,
I have rested, drooling at the mouth-hole.

I did not think of my body at needle point.
Even the cornea and the leftover urine were gone.
Suicides have already betrayed the body.

Still-born, they don’t always die,
but dazzled, they can’t forget a drug so sweet
that even children would look on and smile.

To thrust all that life under your tongue!–
that, all by itself, becomes a passion.
Death’s a sad Bone; bruised, you’d say,

and yet she waits for me, year after year,
to so delicately undo an old wound,
to empty my breath from its bad prison.

Balanced there, suicides sometimes meet,
raging at the fruit, a pumped-up moon,
leaving the bread they mistook for a kiss,

leaving the page of the book carelessly open,
something unsaid, the phone off the hook
and the love, whatever it was, an infection.


ANNE SEXTON

“SYLVIA’S DEATH”

for Sylvia Plath

O Sylvia, Sylvia,
with a dead box of stones and spoons,
with two children, two meteors
wandering loose in a tiny playroom,
with your mouth into the sheet,
into the roofbeam, into the dumb prayer,
(Sylvia, Sylvia
where did you go
after you wrote me
from Devonshire
about rasing potatoes
and keeping bees?)
what did you stand by,
just how did you lie down into?
Thief —
how did you crawl into,
crawl down alone
into the death I wanted so badly and for so long,
the death we said we both outgrew,
the one we wore on our skinny breasts,
the one we talked of so often each time
we downed three extra dry martinis in Boston,
the death that talked of analysts and cures,
the death that talked like brides with plots,
the death we drank to,
the motives and the quiet deed?
(In Boston
the dying
ride in cabs,
yes death again,
that ride home
with our boy.)
O Sylvia, I remember the sleepy drummer
who beat on our eyes with an old story,
how we wanted to let him come
like a sadist or a New York fairy
to do his job,
a necessity, a window in a wall or a crib,
and since that time he waited
under our heart, our cupboard,
and I see now that we store him up
year after year, old suicides
and I know at the news of your death
a terrible taste for it, like salt,
(And me,
me too.
And now, Sylvia,
you again
with death again,
that ride home
with our boy.)
And I say only
with my arms stretched out into that stone place,
what is your death
but an old belonging,
a mole that fell out
of one of your poems?
(O friend,
while the moon’s bad,
and the king’s gone,
and the queen’s at her wit’s end
the bar fly ought to sing!)
O tiny mother,
you too!
O funny duchess!
O blonde thing!


RAINER MARIA RILKE

“DAS LIED DES SELBSTMÖRDERS“

Also noch einen Augenblick.
Daß sie mir immer wieder den Strick
zerschneiden.
Neulich war ich so gut bereit
und es war schon ein wenig Ewigkeit
in meinen Eingeweiden.

Halten sie mir den Löffel her,
diesen Löffel Leben.
Nein ich will und ich will nicht mehr,
laßt mich mich übergeben.

Ich weiß das Leben ist gar und gut
und die Welt ist ein voller Topf,
aber mir geht es nicht ins Blut,
mir steigt es nur zu Kopf.

Andere nährt es, mich macht es krank;
begreift, daß man’s verschmäht.
Mindestens ein Jahrtausend lang
brauch ich jetzt Diät.


The_way_out

Η διέξοδος ή Αυτοκτονικός Ιδεασμός George Grie, 2007.