Tags

, , , , , , , , ,


Ένα από τα νήματα που συνδέουν τις δύο τραγωδίες του Σοφοκλή που μελετάμε αυτό το εξάμηνο στη Θεματική Ενότητα ΕΛΛ411: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ι: Τραγωδία (Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόγραμμα “Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό”), τον Οιδίποδα επί Κολωνώ και τον Φιλοκτήτη, είναι η τραγικότητα που προκύπτει από τη φθορά —γενικότερα, το φθαρτόν —του ανθρωπίνου σώματος και της ψυχής, από την απομόνωση και τη μοναξιά, από την εξορία και τη δίωξη, από την ανθρώπινη υποκρισία και επιβουλή, από την κατάρρευση των παραδοσιακών κανόνων που διέπουν τη σχέση των ανθρώπων με τους άλλους ανθρώπους και με τους θεούς. 

Ο τρόπος με τον οποίο η μορφή του Οιδίποδα, καθώς πορεύεται τυφλός, κατάκοπος και εξόριστος προς την τελευταία του κατοικία στην Αττική, αποτυπώνει τα πιο πάνω θέματα, μπορεί να γίνει βαθύτερα αντιληπτός, αν επιχειρήσουμε σύγκριση ανάμεσα στον Οιδίποδα και τον Φιλοκτήτη. Η σύγκριση μπορεί να στηριχτεί στα ακόλουθα πέντε σημεία: 

(α) στον χαρακτήρα των δύο ηρώων, στην κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει και στην αιτιολογία που οδήγησε σε αυτήν· 

(β) στο φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο που τους περιβάλλει· 

(γ) στη σχέση τους με τους θεούς· 

(δ) στην κρίση ενώπιον της οποίας βρίσκονται, στους συμμάχους και τους εχθρούς που έχουν σε αυτή την κρίση· 

(ε) στη διέξοδο που τελικά δίδεται σε αυτή την κρίση. 


Το κοινό στοιχείο στην κατάσταση των δύο ηρώων είναι η εξορία. Τόσο ο Φιλοκτήτης όσο και ο Οιδίποδας έχουν αποβληθεί από την κοινωνία των ανθρώπων: ο μεν εγκαταλείφθηκε ύπουλα και άνανδρα από τους συντρόφους του στη Λήμνο, ο δε εξαναγκάστηκε να περιφέρεται ανέστιος και πένης συνοδευόμενος από τη μία του κόρη και επικοινωνώντας σποραδικά μόνο με τη δεύτερη. 

Στην περίπτωση του Φιλοκτήτη, η αδικία είναι κραυγαλέα. Οι δικαιολογίες του Οδυσσέα (ότι οι κραυγές του διατάρασσαν την ιερή σιωπή της θυσίας) προβάλλουν οφθαλμοφανώς σοφιστικές. Η εξορία του Οιδίποδα, από την άλλη, είναι ηθικά αμφίσημη: ναι μεν η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο γέροντας είναι οικτρή, τον ήρωα όμως βαραίνει το μίασμα της πατροκτονίας και της αιμομιξίας. Όπως καταδεικνύει και η πλοκή της Αντιγόνης (ο λοιμός που επέπεσε στη Θήβα εξαιτίας του γεγονότος ότι ο δολοφόνος του Λαΐου δεν είχε ακόμη αποβληθεί)η πόλη θα μιαινόταν η ίδια, αν του επέτρεπε να παραμείνει. Η εξορία ήταν άλλωστε επιδίωξη και του ιδίου του Οιδίποδα αρχικά, έστω και αν, έχοντας ο ίδιος αλλάξει γνώμη στο μεταξύ, του επιβάλλεται εν τέλει ως απόφαση της πόλης, ειλημμένη με την ανοχή (τουλάχιστον) των δύο του γιων. 

Ο Οιδίπους, ωστόσο, εκφράζει για την κατάστασή του αγανάκτηση τόσο ισχυρή όσο και ο Φιλοκτήτης, θεωρώντας ότι η απομάκρυνσή του από τη Θήβα σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με τη φιλαρχία του Ετεοκλή και του Πολυνείκη. Η αγανάκτηση αυτή λέει πολλά για τον χαρακτήρα του Οιδίποδα: ο ισχυρός εγωισμός (στα αρχαία ελληνικά, η αὐθάδεια) και τα σαρωτικά πάθη αυτού του άνδρα, κυρίως η ακατάσχετη οργή του, υπήρξαν εξαρχής γενεσιουργός παράγοντας των συμφορών του: στο ηθικό σύμπαν της τραγωδίας η αιτιότητα είναι κατά κανόνα διττή, θεϊκή και ανθρώπινη. Αυτός ο θυμός έσπρωξε τον Οιδίποδα στον φόνο του Λαΐου και στην ἀράν εναντίον των παιδιών του. Η αὐθάδειατον ώθησε στην προσπάθεια να παρακάμψει τον χρησμό που προέλεγε τα εγκλήματά του. Η απόλυτη αποποίηση ευθύνης εκ μέρους του («έκανα όσα έκανα εν αγνοία») δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, όπως γνωρίζουν οι θεατές. 

Ο Αλέξης Μινωτής ως Οιδίπους (Εθνικό Θέατρο 1989)

Ο Φιλοκτήτης ζει στην απόλυτη ἐρημίαν. Ο Σοφοκλής μετέτρεψε τη Λήμνο σε ερημονήσι και τοποθέτησε τον ήρωά του σε μια σπηλιά: ο Φιλοκτήτης έχει διολισθήσει σε μια πρωτόγονη, ημιάγρια κατάσταση· ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στον άνθρωπο και το θηρίο. Ο χώρος του Οιδίποδα, αντίθετα, είναι  η περιπλάνηση — μέχρι του σημείου που η τραγωδία μας ξεκινά. Στον πρόλογο, ο Οιδίπους αντιλαμβάνεται ότι οι ταλαιπωρίες του έχουν λάβει τέλος: αν και ο χρησμός δεν προσδιόριζε την πόλη που θα φιλοξενούσε την τελευταία του κατοικία, έχοντας φτάσει στην Αθήνα και δη στο τέμενος των Σεμνών Θεών ο Οιδίποδας είναι πια βέβαιος ότι εξαρχής αυτός ήταν ο προορισμός του. 

Παρότι και ο Οιδίπους επί Κολωνώ, όπως και ο Φιλοκτήτης, αποκλίνει από τη σύμβαση που θέλει το τραγικό σκηνικό να απεικονίζει ένα παλάτι ή ένα ναό· παρά το γεγονός επίσης ότι και το τοπίο του Οιδίποδα επί Κολωνώ ενέχει κάτι το κινδυνώδες (οι θεές που ορίζουν τον τόπο εμπνέουν τρόμο ακόμη και στους δημότες του Κολωνού), εντούτοις για τον πρώην βασιλιά της Θήβας, που πρόκειται να μεταμορφωθεί οσονούπω σε χθόνια μεταφυσική οντότητα και ο ίδιος, ο περιβάλλων χώρος είναι το σύμβολο της εξουσίας που πρόκειται μετά θάνατον να αποκτήσει. Ο Οιδίποδας θα καταστεί Ερινύς για τους εχθρούς του και Ευμενίς για τους φίλους του. Οι Σεμνές Θεές και ο Οιδίπους είναι, κατά κάποιο τρόπο, Ένα. 

Αντιστοίχως, ο Φιλοκτήτης περιβάλλεται αρχικά μόνο από τη μοναξιά του και απ’ τα θηρία που εκπροσωπούν τη μογερή του επιβίωση στο παρόν και τη βεβαιότητα ενός στυγερού θανάτου στο εγγύς μέλλον, αν κάτι δεν αντιστρέψει τη μοίρα του. Όταν επιτέλους, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, άνθρωποι και μάλιστα Έλληνες φτάνουν στο νησί, ο Φιλοκτήτης όχι μόνο δεν ανακουφίζεται, αλλά βιώνει εκ νέου την προδοσία και την απόρριψη από τους ίδιους ανθρώπους που τον είχαν καταδικάσει στην εξορία. Ο Οιδίπους, όμως, οδηγημένος στην Αθήνα από τον Απόλλωνα και καθοδόν προς μια ένδοξη μεταθανάτια μοίρα, αγκαλιάζεται πια από τους ανθρώπους, όπως τον αγκαλιάζει ο χώρος που τον υποδέχεται και οι θεότητες που δεσπόζουν σ’ αυτόν. Η γη της Αθήνας, που θα δεχθεί το νεκρό του σώμα, προστατεύει και εν ζωή τον ίδιο και τις κόρες του από την επιβουλή του Κρέοντα και τη φιλοδοξία του Πολυνείκη. 

Ο Οιδίπους είναι ικέτης στην κυριολεξία, με την έννοια ότι η ικεσία του τηρεί το νενομισμένο τελετουργικό και επιτελείται σε έναν ιερό χώρο, στον οποίο ο Οιδίπους καταφεύγει ζητώντας άσυλο. Η ικεσία του Φιλοκτήτη είναι άτυπη, αλλά αυτό δεν διαφοροποιεί την ηθική υποχρέωση που αυτή δημιουργεί. Η ικεσία του Φιλοκτήτη προς τους Αχαιούς φέρνει αποτέλεσμα μόνο εν μέρει, καθώς ακόμη και η χείρα φιλίας που τείνει ο Νεοπτόλεμος συνοδεύεται από απαράδεκτους όρους. Ο Θησέας, αντίθετα, πρότυπου αγαθού βασιλιά και ευσεβούς ανθρώπου, που τηρεί τους νόμους των ανθρώπων και των θεών σε όλες τις περιπτώσεις μηδεμιάς εξαιρουμένης (παρέχει στον Πολυνείκη την ίδια χάρη ασύλου, έστω και αν ο Οιδίπους δεν θέλει καν να ακούσει για τον γιο του), σέβεται και τιμά τον ικέτη, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, όταν στέλνει το αθηναϊκό ιππικό να αποσπάσει την Αντιγόνη και την Ισμήνη από τους απαγωγείς τους. Ο Θησέας και ο Οδυσσέας είναι το άσπρο και το μαύρο. Ο Οδυσσέας προτάσσει τον καιρόν αντί της ευσέβειας: θα κάνει ό,τι απαιτεί η περίσταση, έστω και αν η πράξη του αντιβαίνει προς την ηρωική ηθική και τους θείους κανόνες. 

Η διέξοδος που παρέχεται τελικά στον Φιλοκτήτη φαντάζει εξόφθαλμα τεχνητή: τη στιγμή του απόλυτου αδιεξόδου και καθώς ο ήρωας παίρνει τον δρόμο της επιστροφής στη σπηλιά του (και κατ’ επέκταση στον θάνατο), η επιφάνεια του Ηρακλή τον αποκαθιστά στη χορεία των ανθρώπων. Και ο Οιδίποδας παίρνει τον δρόμο προς τον θάνατο στο τέλος της τραγωδίας— μόνο που η πορεία αυτή είναι θριαμβική· είναι πορεία από την απόλυτη αδυναμία στην καθολική ισχύ. Ο Οιδίποδας δεν αποκαθίσταται ανάμεσα στους ανθρώπους· παίρνει τη θέση του ανάμεσα στα μεταφυσικά όντα που οι αρχαίοι αποκαλούσαν ἥρωες. Ο θάνατός του επισφραγίζει την ολοκληρωτική επικράτησή του έναντι των εχθρών του και την αιώνια μεταθανάτια εξουσία του. 

Ακόμη και η τεχνητή διέξοδοςπάντως, καταδεικνύει την επιβολή μιας κάποιας θείας τάξης στο τραγικό σύμπαν του Φιλοκτήτη. Ο Ηρακλής δηλώνει πως οι ταλαιπωρίες του Φιλοκτήτη δεν ήταν μάταιες, αλλά ότι σε συνδυασμό με τη μοιρόγραφτη δόξα που τον περιμένει στην Τροία μεγεθύνουν το κλέος του. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, η ανωμαλία στον κόσμο των ανθρώπων, όπως συμβολίζεται από την προοπτική της αλληλοκτονίας των γιων του Οιδίποδα, δεν αίρεται — δεν είναι δυνατόν να αρθεί πλήρως· η ανωμαλία είναι σύμφυτη με την παθογένεια της ανθρώπινης φύσης. Ο ήρωας ωστόσο αφηρωίζεται. Ο αφηρωισμός δεν συνιστά και αθώωση ή παραγραφή των αδικημάτων του εν ζωή. Η αμφισημία της μοίρας του Οιδίποδα καταδεικνύει την αμφισημία των ιδίων των χθονίων θεοτήτων στη χορεία των οποίων ο Οιδίπους μεταπίπτει: οι δυνάμεις αυτές είναι πέρα από το καλό και το κακό· είναι «καλό» και «κακό» ταυτόχρονα, ανάλογα με την ευσεβή ή μη στάση που τηρούν απέναντί τους οι θνητοί. Η ευσέβεια προς την οποία συμβούλευσε τους ανθρώπους πάντοτε να στρέφονται ο Ηρακλής στο τέλος του Φιλοκτήτηπαραμένει απαράβατη επιταγή και στο τέλος του Οιδίποδα επί Κολωνώ. 

Advertisements