Αθθύμησες μου τον εσπερινόν

την ώραν πο ‘σηκώννετουν να πάει
τζι εν είχαν πάτημαν τα πόθκια της στηγ γην
με την κουρούκλαν σιερωμένην, ολοφώτιστην με μυρωθκιές.

Αθθύμησες μου τον εσπερινόν.

Ήταν τα μμάθκια σου, χαρκούμαι, που εστάσσασιν τον ήχον της καμπάνας
Mπορεί τζιαι η φωνή σου
πο ‘χλιαζεν πα στα σιείλη μου όπως το νῦν ἀπολύοις.

Αθθύμησες μου.