Tags

, , , , , , , ,


Τα Κεράσια της Εύας (Εκδόσεις Ιωλκός, 2018) είναι το πρώτο ποιητικό βιβλίο της Βίκυς Κατσαρού. Τα Κεράσια δεν αποτελούν «συλλογή» αυτόνομων, έστω ομόκεντρων, ποιημάτων, αλλά ένα, ενιαίο, σπονδυλωτό ποίημα, με ευφυώς επιμελημένη συμμετρία.

Η τριμερής οργάνωση των Κερασιών, όπως θα την παρουσιάσω πιο κάτω, μού θύμισε τη φόρμα της επίσης τριμερούς κλασικής σονάτας του Μότσαρτ ή του Χάυδν. Τον κύριο αφηγηματικό κορμό των Κερασιών απαρτίζουν δύο μέρη — «κινήσεις», θα μπορούσαμε να τα πούμε: η πρώτη σε tempo allegro και η δεύτερη μάλλον σε adagio («αργό με έντονη έκφραση», όπως συχνά αποδίδεται ο όρος). Καθεμία από τις πρώτες δύο Κινήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν εννέα ποιήματα η καθεμιά και περίπου ίσο αριθμό σελίδων (18 και 20 αντιστοίχως), εισάγεται από ένα είδος πρελουδίου ή, ακριβέστερα, από ένα προγραμματικό ποίημα, το οποίο δίνει τον θεματικό άξονα και τον τόνο της Κίνησης. Μία εκτενής, πεντασέλιδη σύνθεση, την οποία προσωπικά εισέπραξα ως allegro, προσφέρει το finale. Στα τρία αυτά μέρη θα έδινα τους τίτλους: «Η (Επ)Ανάσταση της Εύας» (σσ. 9–26), «Η Δοκιμασία της Εύας» (σσ. 27–46) και (από το ομότιτλο ποίημα) «Η Κοίμηση της Εύας» (σσ. 47–51). 

Στην πρώτη «Κίνηση», που προανακρούεται από την προγραμματική «Ύπαρξη», εννέα ποιήματα αφηγούνται την «(Επ)ανάσταση της Εύας». Η Εύα (ανα)γεννάται, συγκρούεται με τον Θεό-Πατέρα και δραπετεύει από την Εδέμ («Γέννηση», «Ex Amore», «Έξοδος»). Στην Έξοδό της ἐξ οἴκου δουλείας (Δευτερ. 6.12)—αυτόβουλη και αυτοδύναμη απόδραση, όχι ἐξαγωγή ελέω κάποιου Σωτήρος—η Εύα αναβαπτίζεται, όχι ἐν πνεύματι ἁγίῳ αλλά ἐν σαρκί, και ανακαινίζεται («Τότε που έγινα άνθρωπος», «Ιορδάνης», «Γέννηση»). Τελικά, συναντώντας τον Θεό, ούσα η ίδια βάτος καιομένη ἀλλ᾽ οὐ κατακαιομένη, η Εύα θριαμβεύει: ο Θεός τροποντινά ενανθρωπίζεται και ενώνεται μαζί της ερωτικά («Πέθανε ο Θεός», «Καιόμενη βάτος», «Αγίασμα»). 

Ο θρίαμβος της Εύας, όμως, είναι προσωρινός. Η «κίνηση» που ακολουθεί δεν έχει πια τη φρενήρη élan της πρώτης. Πιο αργή, βασανιστική, αγωνιώδης, εισάγεται με το δικό της προγραμματικό ποίημα, το οποίο, όχι τυχαία, δίνει τον τίτλο και στη συλλογή. Η δεύτερη «κίνηση» θα μπορούσε, όπως είπα, να τιτλοφορηθεί «Η Δοκιμασία της Εύας». Πρόκειται για το Μαρτύριο (με την αγιολογική σημασία του όρου) της ποιητικής φωνής έξω από την Εδέμ πια, καθώς η φθορά της σάρκας και οι πειρασμοί του Θεού-Πατέρα (ο οποίος ειρωνικά εδώ ταυτίζεται με τον Διάβολο, όπως η Εύα ως έκπτωτος άγγελος είχε πιο πριν ταυτιστεί με τον Εωσφόρο) την περισφίγγουν. 

Η δεύτερη «κίνηση» περιλαμβάνει επίσης εννιά ποιήματα, που διαβάζονται ως ένα σώμα, μία ασκούμενη ψυχή: «Κυλήστε δάκρυά μου», «Ο μουσικός», «Παράσιτα», «Οπλές», «Στη μεριά της καρδιάς», «Άγια», «Φύση», «Χερουβείμ» και «Το σημάδι του Κάιν». Η πορεία της Εύας  θυμίζει την πορεία των Εβραίων μέσα από την έρημο του Σινά (στο ποίημα «Άγια» γίνεται αναφορά στη «Σκηνή του Μαρτυρίου», στα «Άγια των Αγίων», αλλά και σε «Μάννα, ζωοποιό, σωτηριώδες»). Τα ποιήματα, όμως, για λόγους που θα εξηγήσω, παραπέμπουν και στον σαρανταήμερο Πειρασμό του Ιησού. Η «Δοκιμασία της Εύας» είναι μια πάλη με τον Θεό και τον Εαυτό (με τη μορφή εσωτερικών πολεμίων δυνάμεων) για τον επαναπροσδιορισμό της Αγάπης και την οριστική άρση της Εξορίας, η οποία επιτυγχάνεται στο ποίημα «Το σημάδι του Κάιν». 

Όπως ο Μωυσής, έτσι και η Εύα δεν θα δει παρά από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, καθώς ο θνητός της βίος, το τίμημα της αθανασίας της, φτάνει στο πλήρωμά του. Η «σονάτα» της Κατσαρού ολοκληρώνεται με την «Κοίμηση της Εύας», μία μακρά, Εξόδιο Ακολουθία. Αν και ωδή θανάτου, η «Κοίμηση» επιστρέφει στη Γένεση: δομείται από την επτάκις επαναλαμβανόμενη βιβλική φράση καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ (Γέν. 1.5. κ.α.) και επανιδρύει τη σχέση Δημιουργού και Δημιουργήματος, όχι απλώς αντιστρέφοντας τους ρόλους αλλά εγκαινιάζοντας μια νέα αμοιβαιότητα, μια νέα Αγάπη, σε ό,τι επί πατριαρχίας λειτουργούσε ως ασύμμετρο δίπολοΣτο νεκροκρέβατό της, καθώς σιγά-σιγά παραδίδεται, η Εύα αναπολεί τις εφτά μέρες της δικής της Αναδημιουργίας, της δικής της «Ανακαίνισης» (με αντεστραμμένη την έννοια που προσδίδει στον όρο η ορθόδοξη θεολογία: ἀνάστασις ἐν ἀνθρώπῳ, όχι ἐν Χριστῷ). Στο τέλος, στο αναπόδραστο τέλος, που δεν ισοδυναμεί όμως πραγματικά με θάνατο, η Εύα-Μήτηρ Θεού αναλαμβάνεται στους ουρανούς («Αυτά λέγει ο Υιός σου: / Είναι καιρός να παραλάβω / τη μητέρα Μου κοντά Μου», σ. 47).

 Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι ο θρίαμβος της Εύας δεν είναι, απλοϊκά, ο θρίαμβος μιας νέας μητριαρχίας, που αντικαθιστά την εξουσία του Άρρενος. Η Νέα Εύα δεν ξαναγεννιέται ως δύναμη αντίμολη προς τον Πατέρα: κάτι τέτοιο θα διαιώνιζε την εξουσία της Πατριαρχίας να υποβάλλει τους γλωσσικούς και οντολογικούς όρους. Η Νέα Εύα της Κατσαρού δεν απορρίπτει τον Θεό, δεν τον εκμηδενίζει, δεν τον ευνουχίζει, αλλά επανεφευρίσκει τη σχέση της μαζί του. Η Νέα Εύα δεν είναι Αρσενικό Μείον· δεν είναι ishah («γυναίκα» στα εβραϊκά), κομμάτι παρμένο από τον ish. Αυτοπροσδιορίζεται. Επιλέγειπια να αποκαλείται Εύακι ας εκπορεύεται το εβραϊκό της όνομα (Ḥawwāh) από την ίδια σημιτική ρίζα με τη λέξη «φίδι». Η ίδια, στο ποίημα «Τότε που έγινα άνθρωπος», αυτοαποκαλείται «άφρων όφις». Η οικειοποίηση της δυναστεύουσας γλώσσας είναι λυτρωτική. 

***

Τα Κεράσια της Εύαςξεκινούν με το προγραμματικό όπως είπαμε, ποίημα «Ύπαρξη»: 

Τι κι αν είμαστε υπάρξεις καμωμένες από φως

—κι αναγνωρίζουμε

φως μονάχα—

κι όλη η απόσταση ανάμεσά μας

ονομάζεται σκοτάδι;

Εδώ θα αναγνωρίσουν ίσως κάποιοι την καζαντζακική Ασκητική πλήρως αναδιαρθρωμένη: 

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Για τον πρωτο-υπαρξιστή Καζαντζάκη η άσκηση είναι ατομικός ανήφορος προς τη Σωτηρία — του Θεού. Ο αγώνας της Εύας προς τη σωτηρία μοιάζει επίσης ατομικός. Απ᾽ άκρου εις άκρον τα Κεράσια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο· ἐπὶ τῶν ὑδάτων της Νέας Δημιουργίας η φωνή της Εύας ἐστὶν. Και για την Κατσαρού, όπως και για τον Καζαντζάκη, η Σωτηρία της Εύας και η Σωτηρία του Θεού είναι ένα: η Εύα σώζει τον Θεό. Εκεί όμως που στον Καζαντζάκη η επιταγή είναι «να κάνουμε τη σάρκα πνέμα», στην Κατσαρού το Πνεύμα, σύμβολο του ιουδαιοχριστιανικού Λόγου και του Θεού-Πατέρα, σαρκούται, η Σάρκα θεούται και η salvatio dei ισοδυναμεί με την κατάργηση του σκότους που χωρίζει την Εύα από τον Θεό της. Το σκότος καταργείται, όχι όταν ο Θεός απαιτεί την Αγάπη, αλλά αφού έχει ο ίδιος μάθει το μεγάλο μάθημα:

«Αγάπα το Θεό σου

εξ όλης της καρδίας σου» είχε πει

κι έτρεχα για αιώνες μακριά.

«Αγάπα τη δούλη Σου,

εξ όλης της καρδίας Σου» Του φώναξα,

Εκείνος έπρεπε πρώτος να μ’ αγαπήσει.

(«Χερουβείμ, σ. 43)

Στο ποίημα «Γένεσις», με το οποίο εισάγεται η Πρώτη Κίνηση, 

Εν αρχή ην ο έρως.

Θείος, άλογος,

άναρχος,

αχώρητος, άκτιστος,

άχρονος.

Πατήρ, Υιός κι Άγιο Πνεύμα

—Τριάδα Αγία κι ομοούσια—

ονειρεύονται αγάπη και ειρήνη.

Ρόδο αναβλύζει πέταλα αγάπης.

(«Γένεσις», σ. 10)

Η Εύα ψάχνει ανυπόκριτα τη Σωτηρία μέσα από την (επαν)ένωση της Σάρκας και όχι την εξαΰλωσή της. Στο ποίημα που ακολουθεί («Ex amore», σ. 12), η πατριαρχική, κτητική, δυναστική αγάπη, την οποία η Αγία Τριάδα «ονειρεύεται» στο ποίημα «Γένεσις», έπλασε την Εύα, αλλά δεν τη γέννησε. Η διαφορά είναι κομβική. Η πρώτη γέννηση της Εύας ήταν γέννηση «υποταγμένη στη φθορά», στον πόνο· και ο Πατέρας δεν ήταν πατέρας, αλλά Κυνηγός. Αξίζει να διαβάσουμε ολόκληρο αυτό το ποίημα: 

Γεννήθηκα

υποταγμένη στη φθορά.

Κραυγάζω από πόνο

μα οι κραυγές μου

—ματωμένα περιστέρια—

ξεψυχούν στα στοργικά χέρια

του φιλεύσπλαχνού μου Κυνηγού.

«Απ’ όλα τα δέντρα του κήπου

μπορείς να τρως,

απ’ το δέντρο, όμως, του καλού

και του κακού αρνούμαι.

Την ίδια μέρα που θα φας,

εξάπαντος θα πεθάνεις».

Γεννήθηκα —μου είπε—

ελεύθερη και πάναγνη·

ήμουν —λέει—

καρπός αγάπης.

Μα μόλις τα μάτια μου καθρέφτισαν

το φως της πλάσης,

μόλις το χώμα ψήθηκε

στις ζεστές Του φούχτες μέσα

κι ένιωσα την υγρή Του ανάσα

ούριο άνεμο

να σηκώνει τα ιστία της ζωής μου,

άκουσα στη φωνή Του να βροντούν

χίλιες σάλπιγγες,

τα όρη καίγονταν,

τα δάση μού μιλούσαν.

Η φοβερή φωνή Του

συνέτριψε τους κέδρους,

έσεισε τις θάλασσες,

τρόμαξε τα ζώα.

Ο πρώτος ήχος

που έφτασε στ’ αυτιά μου·

θεία απαγόρευση

που λόγχισε το δεξιό νεφρό μου.

Οδύνη με κατέβαλε,

ένιωσα απορριπτέα.

Ο πρώτος ήχος

που έφτασε στ’ αυτιά μου

δεν ήταν υπόσχεση αγάπης.

Ο δεύτερος ήχος

που έφτασε στ’ αυτιά μου·

η Εντολή Του:

«Αγάπα το Θεό σου

εξ όλης της καρδίας σου».

Γεννήθηκα

υποταγμένη στη φθορά,

βαπτισμένη στ’ όνομα

μιας αόρατης Αγάπης,

μέσα σε μια μήτρα θεϊκή.

Μόλις στα μάτια μου άστραψε

το φως της πλάσης,

μόλις μύριες φωνές άκουσα

στην τρυφερή δική Του,

όταν το «μην» Του έσπειρε

ανασφάλεια και φόβο,

τα μάτια πάλι έκλεισα,

εκείνη που θ’ αγαπούσε, σκότωσα.

Ο τρίτος ήχος

που θα ’φτανε στ’ αυτιά μου

θα ήταν η μεταμέλειά Του.

Ο φοβερός Άνδρας-Πατέρας, που «εντέλλεται» και «απαγορεύει»· ο Άνδρας-Λόγος, που υπαγορεύει μονολογικά («μου είπε», «λέει») τους χαρακτηρισμούς («ελεύθερη», «πάναγνη», «καρπός αγάπης») και άρα το αξιακό σύστημα ως απαράγραπτο Δόγμα· ο Άνδρας-Κυνηγός, που βαφτίζει αγάπη την εκβιασμένη επιβολή στο Θηλυκό-Θήραμα, το οποίο  μέσα σε μάταιες κραυγές «υποτάσσεται» — αλλά κάπου ανάμεσα σ’ αυτούς εκείνο το επαναστατικό «Μα μόλις…», που οδηγεί σε έναν φόνο: στην αυτοφονία της Παλαιάς Εύας. «Εκείνη που θ᾽ αγαπούσε σκότωσα», εκείνη που θα υπέκυπτε στην εσωτερικευμένη υποταγή δεν υπάρχει πια. 

Η Νέα Εύα οδηγείται σε ένα είδος σταυρικής θυσίας. Το δηλώνει ρητά στην καταληκτήρια «Κοίμηση»: 

Το ξύλο της ζωής,

που κάποτε αρνήθηκα,

τώρα διά της σταύρωσής μου

κοινωνούσα

ως ξύλο της σταυρικής μου ανάστασης.

Με την εσταυρωμένη Παλαιά Εύα, ο Παλαιός Άνθρωπος συνεσταυρώθη, ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ. Μόνο που εν προκειμένω «αμαρτία» είναι η διαιωνισμένη δουλεία σε ένα Θεό που δεν ξέρει να (την) αγαπά. Η Εύα σώζεται—και σώζει μαζί της τον Θεό—όταν ανασταίνεται όχι ἐν σώματι, όπως ο Ιησούς, αλλά ἐν σαρκί. Πρόκειται πια για Νέα Σάρκα: σάρκα Όλη, σάρκα Θηλυκή, πρωτογενή, προαιώνια, ανυπόκριτα δοσμένη σε ό,τι αρνείται να αναγνωρίσει ως Αμαρτία. 

Λέει η Εύα στο ποίημα «Έξοδος» (σ. 15-16), το οποίο και πάλι υπεξαιρείται τo πατριαρχικό discourse της Λύτρωσης, για να ανακαινίσει ό,τι η Πατριαρχία χαρακτήρισε Πτώση:

Είμαι η Εύα. Η αμαρτία,

η ατίμωση, η πτώση,

ο δήμιος της θέωσης

όλων των ανθρώπων.

Να γυρίσω πίσω δεν μπορώ.

Από το κύπελλο της αγάπης Του

ξέχασα να τρώω.

Στις φλέβες μου γεννιέται

ένα θυσιαστήριο ελευθερίας.

Η κατάργηση του Θανάτου δεν ισούται με την απλή ενδυνάμωση του Θηλυκού, αλλά με την πλήρη υπέρβαση των Όρων (των ορίων, των ορισμών, των κανόνων) της Πατριαρχίας. Η απελευθέρωση της Εύας από την Εδέμ, από την Παλαιά Εύα, δεν είναι πράξη ανυπακοής· διότι αυτή τούτη η έννοια της «ανυπακοής» προϋποθέτειαυτοδικαίως την ύπαρξη ενός ρυθμιστικού Κανόνα, στον οποίο υποτάσσεσαι ή εναντιώνεσαι αναγνωρίζοντάς τον. Όχι, τέτοιος Κανόνας δεν αναγνωρίζεται, άρα δεν υπάρχει. «Καμία εντολή του δεν παράκουσα. / Έφευγα εκούσια», δηλώνει η Εύα στην «Πτώση» (σ. 16). Η τω όντι νέα Εύα, η κομίζουσα Διαθήκην Καινήν, πάει κι ένα βήμα παραπέρα: οὐκ ἦλθε καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι τὸν Νόμον, που η Πατριαρχία, όπως οι διάδοχοι του Μωυσή, αλλοίωσαν. Η Ανάσταση δεν έρχεται με την κατάπνιξη της Φωνής του Κυρίου, αλλά τη στιγμή που μέσα από κείνη τη Φωνή μπορεί πια να διηθείται η μεταμελημένη Του τρυφερότητα· όταν η φωνή του Κυρίου δεν είναι πλέον μόνο «το μήν Του» (οὐ… οὐ… οὐ…) — le Non du père, όπως θα το αποκαλούσε ο Λακάν. Η Εύα καταφέρνει να Του διδάξει εξ αρχής ότι ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Ἔρως και όχι ο Λόγοςεπιτυγχάνοντας έτσι, όπως διακηρύσσει στην αρχή του ποιήματος «Τα κεράσια της Εύας», «μια τελετή δεσίματος / με τον προαιώνιο λυτρωτή μου». 

«Τελετή δεσίματος» όμως; Αμφίσημη έκφραση, που υποδηλοί τις ρεζέρβες της Πατριαρχίας, τη δυνατότητά του Θεού-Πατέρα να αντισταθεί μέχρις εσχάτων. οι κατάδεσμοι ήταν πανάρχαιες τελετές ερωτικής μαγείας και ταυτόχρονα μαγικές κατάρες, που έχουν σκοπό να δέσουν τον εχθρό—την Εύα ως Εχθρό του Θεού, που «βυσσοδομεί». «Με τον προαιώνιο λυτρωτή μου»: Ποιος θα μας λυτρώσει από τους λυτρωτές μας (Quis custodiet ipsos custodes? Ιουβ. Sat. 6. 347–8); Και οι αντιστάσεις του ενισχύονται από το γεγονός ότι η πατριαρχία είναι εσωτερικευμένη και οι εξουσιαστικές της δομές φυσικοποιημένες. Στις πιο ύπουλες εκδοχές της, η Πατριαρχία δεν καθυποτάσσει αλλά δήθεν προτάσσει το Θηλυκό. Στο εξώφυλλο των Κερασιών δεσπόζει μια μορφή που θυμίζει τα προϊστορικά ειδώλια της Μεγάλης Μητέρας. Τα μικρά στήθη του ειδωλίου είναι κόκκινα, όπως τα κεράσια που η Εύα δαγκώνει ξανά και ξανά, καθώς, αίφνης, στην αρχή της δεύτερης «κίνησης», της «Δοκιμασίας», βιώνει την αποκόλληση από τον Θεό ως ερωτική απώλεια: πρόκειται για την εμφιλοχώρηση του Πειρασμού. Ο Πειρασμός, όπως τον αντανακλά η μορφή του εξωφύλλου, αποκαλύπτει μια βαθιά αλήθεια: η Μεγάλη Μητέρα ήταν όργανο της Πατριαρχίας, η ανδρική οικειοποίηση και εξημέρωση του Θηλυκού, της θηλυκής ενέργειας, η στρατολόγησή του στην αναπαραγωγή της φαλλικής εξουσίας. Γυναίκα, Γυναικεία Φωνή, Γυναικείο Βλέμμα, Écriture Féminine, δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικά στο παλαιό καθεστώς. Η Προαιώνια Εύα του εξωφύλλου, των προϊστορικών ειδωλίων, δεν είναι παρά η Παλαιά Εύα, ο «καρπός της αγάπης» ενός Θεού-Άνδρα. Τα γλυκά, μικρά, όμορφα κερασάκια παραπειστικά και προσώρας γλυκαίνουν τη στιφάδα που προκαλεί ο εφιάλτης της συνθηκολόγησης, της Επιστροφής στον Άνδρα-Πατέρα «αιώνες μετά τη χειραφέτηση». 

«Μιας τελετής δεσίματος / με τον προαιώνιο λυτρωτή μου». Στα «Κεράσια της Εύας»,  ποίημα που τοποθετείται στο θεματικό και τυπογραφικό επίκεντρο της συλλογής, η Εύα, όπως ο Ιησούς στη Γεσθημανή, λυγίζει, φοβάται, δοκιμάζεται. Κλαίει («Δάκρυά μου / κυλήστε απ᾽ τις πηγές σας», σ. 29)· σέρνεται στα γόνατα «για να Τον βρει» λες και η αναγέννησή της ήταν τελικά νεκρωτική («Ο μουσικός», σ. 31)· αισθάνεται να υφαρπάζουν την αγάπη της «παράσιτα», ένα σκουλήκι-ταινία που δεν την αφήνει ποτέ να χορτάσει («Παράσιτα», σσ. 32-3)· νιώθει να γεμίζει η ψυχή της με το πιο ισχυρό δηλητήριο της Πατριαρχίας: την Ενοχή, την «άφθονη τιμωρητική σιωπή» της Ενοχής («Οπλές», σ. 34). Το βράδυ, καθώς κοιμάται, στρέφεται αγωνιωδώς στο δεξί της πλευρό: «ψάχνει ν᾽ αγκαλιάσει» («Στη μεριά της καρδιάς», σ. 36) Εκείνον εκ της πλευράς του οποίου ἐλήμφθη (Γέν. 2.23). «Υπάρχει ένα φάντασμα εκεί· όραμα, ψευδαίσθηση, σκιά, χιμαιρικό, μ’ ακολουθεί τριάντα χρόνια», όσα και τα χρόνια της Κατσαρού, όταν έγραφε αυτά τα ποιήματα. Αυτό το «μπέρδεμα» όμως δεν διαρκεί πολύ. Η Εύα «αμέσως θυμάται κι αριστερά γυρνά να νιώσει την καρδιά της». Κράζει προς στιγμήν προς τον Θεό, ακούει τη Φύση, τη Δημιουργία Του, να την καλεί να επιστρέψει με κτηνώδεις φωνές («αλυχτούσαν», «έκρωζαν», «ούρλιαζαν», «βρυχιούνταν»). Αλλά εκείνη την ώρα και πάλι αντιστεκόμενη ζητά προκαταρκτικά έλεος από τον δικό της Οδηγό σε αυτή την πορεία στο Καθαρτήριο:  

Και είπα μες στην καρδιά μου:

«Μνήσθητί μου, αγάπη μου,

όταν ο θυμός με στρέψει εναντίον σου».

 («Φύση», σ. 41)

Υποψιάζομαι με ποιον ταυτίζεται, στο βιογραφικό επίπεδο, αυτός ο Οδηγός-Καρδιά της Νέας Εύας. Ίσως να είναι ο άνθρωπος στον οποίο η Κατσαρού αφιερώνει τη συλλογή της.

Έρχεται λοιπόν κάποτε η ώρα που η Εύα, με τη βοήθεια της Καρδιάς-Οδηγού, νικά τον Πειρασμό — κι ας φέρει στο εξής το σημάδι του Κάιν, κατάρα εκ Θεού με τη μορφή της ψευδοπροστασίας, που σκοπό έχει να μην επιτρέψει στον οποιονδήποτε να σκοτώσει τον Κάιν τελειώνοντας το μαρτύριό του (Γεν. 4.15). Ο Κάιν δέχθηκε τη σήμανσή του με τύψεις: μείζων ἡ αἰτία μου τοῦ αφεθῆναί με. Η Νέα Εύα το δέχεται ως «ευλογία της αγάπης», «υπενθύμιση εξορίας / κι επιστροφής συνάμα» («Το σημάδι του Κάιν», σ. 45).

***

Η Βίκυ Κατσαρού, στα τριάντα ένα της χρόνια, συνσταυρούται με την Παλαιά Γυναίκα, την ishah, την σάρκα ἐκ τῆς σαρκός του Αρσενικού, και ανασταίνεται στα γράμματά μας ως Νέα Εύα, που εκφωνεί το ανακαινιστικό, αγαπητικό μήνυμα ενός καινούριου φεμινισμού απολυτρωμένου από τον πρωτογενή, παλαιό εαυτό του. Τα Κεράσια της Εύας πόρρω απέχουν από πρωτόλειο· είναι ώριμη συλλογή, που κουβαλεί (και σηκώνει) πολλά, βαριά διαβάσματα. Στη συλλογή-σονάτα της Κατσαρού, μέσα από την «αποστασία» της Εύας («Πέθανε ο Θεός», σ. 22), παίζεται κατ᾽ επανάληψη το βιβλικό δράμα της Γένεσης και της Πτώσης, της Δουλείας και της Εξόδου, του παλαιού Νόμου και της καινής του Πληρώσεως. Στους στίχους ακούγεται, σαν αρμονική τριφωνία, η αντίδραση μιας Γώγου, που κατακεραυνώνει τους καταπιεστές της, η αγαπητική οργή μιας Πλαθ, όταν απευθύνεται στον Daddy, αλλά και ο απελπισμένος ερωτισμός μιας Πολυδούρη, που δεν παύει να αποζητά την ένωση των χειλιών. Από τα ποιήματα ξεπροβάλλει ο νιτσεϊκός θάνατος του Θεού αναβαπτισμένος ως salvatio dei, όχι πια όμως με την μπερξονική-καζαντζακική της έννοια· το Συμβολικό-Πατρικό πεδίο του Λακάν, αλλά ως ενσωμάτωση του Nom du Père στο νέο Θηλυκό· η σαρκικότητα της écriture féminine, όπως τη φαντάστηκε η Ελέν Σιξού, αλλά κυρίως η Λυς Ιριγκαρέ, της οποίας η parler-femme αρνείται, όπως και η Εύα της Κατσαρού, την απεικόνιση της Γυναίκας ως Απουσίας του Άνδρα (ή, όπως είπαμε πιο πάνω, ως Male Minus). Κυρίως, στα Κεράσια αντηχεί ως σημειωτική σταθερά η γλώσσα της εξέγερσης της Κριστέβα, αφού η Νέα Εύα είναι κατεξοχήν sujet-en-procès: υποκείμενο εν προόδω, Άνθρωπος (και όχι απλώς Γυναίκα) in statu nascendi, καθώς ανακαινίζει τη Μεγάλη Μητέρα του εξωφύλλου μας, την Εύα την Παλαιά. 

Σε δύσκολους εκδοτικά καιρούς και κόντρα στον συρμό να απαιτείται από τους συγγραφείς η περιβόητη «συμβολή», οι Εκδόσεις Ιωλκός εν σοφία επένδυσαν στη Βίκυ Κατσαρού. Ο εκδότης φρόντισε την έκδοση με μαστοριά. Το εξώφυλλο είναι απλά αριστουργηματικό. Η γραμματοσειρά είναι υπέροχη, το χαρτί σε προκαλεί να το χαϊδέψεις. Αγοράστε και διαβάστε αυτό το βιβλίο. Μέσα στον σημερινό πληθωρισμό ποιητών, η Κατσαρού είναι — το λέω με πεποίθηση — the real thing. 

Η Βίκυ Κατσαρού