Tags

, , , , , ,


Η διδασκαλΙα των Σφηκων

Ο Αριστοφάνης διδάσκει τους Σφήκες στα Λήναια του 422 π.Χ. Στον συγκεκριμένο διαγωνισμό συμμετέχει επίσης ο Φιλωνίδης με την κωμωδία Προάγων. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, και αυτό το έργο ήταν του Αριστοφάνη· ο Φιλωνίδης ήταν απλώς ο διδάσκαλος (ο Φιλωνίδης, όπως και ο Καλλίστρατος, ήταν σταθεροί συνεργάτες του Αριστοφάνη και αναλάμβαναν εκ μέρους του διδασκαλίες). Ο Προάγων καταλαμβάνει την πρώτη θέση στον διαγωνισμό. Οι Σφήκες κατατάσσονται δεύτεροι (παρόλο που κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι η σειρά ήταν αντίστροφη). Τρίτος έρχεται ο Λεύκων με την κωμωδία Πρέσβεις. 

Οι Σφήκες δεν είναι από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη που παίζονται ιδιαίτερα συχνά στη σύγχρονη σκηνή. Στο νεοελληνικό θέατρο, από την πρώτη παράσταση του Αλέξη Σολομού (1963) μέχρι σήμερα καταγράφονται μόλις επτά παραστάσεις του έργου αυτού. 

ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΛΟΚΗΣ

Οι Σφήκες είναι η ιστορία ενός πατέρα κι ενός γιου με περίεργα ονόματα: Φιλοκλέων και Βδελυκλέων αντιστοίχως. Ο Φιλοκλέων είναι μανιακός με τα δικαστήρια και ως εκ τούτου φανατικός οπαδός του Κλέωνα, αφού ο δημαγωγός του δίνει συνεχώς τροφή για το πάθος του. Από το δικαστικό του λειτούργημα ο Φιλοκλέων αποκομίζει μια αίσθηση αξίας και εξουσίας. Δεν τον χαλάει όμως και το ημερήσιο αντιμίσθιο των τριών οβολών, που του παρέχει τη δυνατότητα να μην είναι εξαρτημένος από τον γιο του. Ο Βδελυκλέων φέρει βαρέως την «ασθένεια» του πατέρα του και τον κλειδώνει στο σπίτι. Ούτε οι εφευρετικές προσπάθειες του γέροντα να αποδράσει ούτε η επιδρομή των συνδικαστών του (μισών ανθρώπων, μισών σφηκών) καταφέρνουν να απελευθερώσουν τον γέροντα· έτσι, πατέρας και γιος καταφεύγουν σε «αγώνα λόγων». Ο Φιλοκλέων εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αγαπά τόσο το δικαστιλίκι, ο Βδελυκλέων επιχειρεί να του εξηγήσει πως στην πραγματικότητα έχει γίνει το υποχείριο επιτηδείων, που οι ίδιοι πλουτίζουν και σε εκείνον δεν δίνουν παρά ψίχουλα

Τα επιχειρήματα του Βδελυκλέωνα κλονίζουν τον πατέρα του, ο οποίος όμως δεν μπορεί να απαλλαγεί από τον εθισμό του. Έτσι, ο Βδελυκλέων καταφεύγει σε ένα τέχνασμα: μετατρέπει το σπίτι του σε δικαστήριο και βάζει τον Φιλοκλέωνα να δικάσει…οικιακές υποθέσεις! Η πρώτη υπόθεση που έρχεται ενώπιόν του είναι η δίκη του σκύλου Λάβητα (το όνομα παραπέμπει στον στρατηγό Λάχητα), που έκλεψε λίγο σικελικό τυρί. Κατήγορος είναι ένας άλλος σκύλος, ο «Κύων από το Κυδαθήναιο», περσόνα του Κλέωνα. Ο Βδ. υπερασπίζεται σθεναρά τον Λάβητα, όμως ο πατέρας του είναι εθισμένος και στις καταδικαστικές ψήφους! Έτσι ο Βδ. τον παγιδεύει και εξασφαλίζει με απάτη την αθώωση του πελάτη του! Ο Φιλοκλέων καταρρέει. 

Ο χορός επιδίδεται στην Παράβαση, στην οποία σχολιάζει την κακή συμπεριφορά των Αθηναίων θεατών έναντι του Αριστοφάνη (εννοεί την αποτυχία των Νεφελών στα Μεγάλα Διονύσια της προηγούμενης χρονιάς) και ερμηνεύει τη διττή του ταυτότητα, ως Αθηναίου της γενιάς των Μαραθωνομάχων και ως «σφήκα».

Μετά την Παράβαση ο Φ. έχει αποδεχθεί πια ότι ο γιος του είχε δίκιο. Υποβάλλεται σε μια διαδικασία μαθητείας, στην οποία ο Βδ. τον διδάσκει πώς να ντύνεται, να μιλά και να φέρεται στο συμπόσιο, τον κατεξοχήν χώρο συνεύρεσης των Αθηναίων ανδρών της «αστικής τάξης». Εξαρχής ο Βδ. ήθελε να στρέψει τον πατέρα του προς την κατεύθυνση της γλυκιάς ζωής, ώστε να απαλλαγεί από τη μανία του και να απολαύσει τα γηρατειά του υπό τη φροντίδα και τη σκέπη (ουσιαστικά, τον έλεγχο) του γιου του. 

Τα πράγματα, όμως, προφανώς δεν εξελίσσονται όπως τα περίμενε ο Βδ. Ο γέρος παραμένει εκτός ελέγχου. Φέρεται με αγαρμποσύνη και βιαιότητα τόσο προς τους συνδαιτυμόνες (βρίζει, προσβάλλει, ασχημονεί και στο τέλος τους κλέβει και την αυλητρίδα, την οποία μπαλαμουτιάζει δημοσίως!) όσο και προς κάθε Αθηναίο που βρίσκεται στο διάβα του. Διάφοροι απλοί πολίτες, θύματα της βίας του, καθώς και δύο αρτοπώλιδες, θέλουν να τον σύρουν στο δικαστήριο. Ο Φ. χρησιμοποιεί τα «μαθήματα» που του έκανε ο γιος του, για να ξεφύγει, εξοργίζοντάς τους περισσότερο. Ο Βδ. ξανακλείνει τον γερο-σίφουνα στο σπίτι, για να μην πάθουν καμιά μεγάλη συμφορά! Ακόμη κι εκεί όμως ο Φιλοκλέων δεν το βάζει κάτω. Με την ακατάβλητη ενεργητικότητα που τον χαρακτηρίζει, παρά τα χρονάκια του, γίνεται μάστορας στην… τραγική όρχηση. Στην τελευταία σκηνή του έργου παραβγαίνει με τους νεαρούς γιους του τραγικού ποιητή Καρκίνου και συνοδεύει τον χορό προς την έξοδο χορεύοντας σαν μανιασμένος δερβίσης!

Εθνικό Θέατρο (1963). Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός © Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Ο χορΟς των ΣφηκΩν

Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του χορού είναι τόσο στην τραγωδία όσο και στην κωμωδία καθαρό προϊόν της δημιουργικής φαντασίας του ποιητή και μια από τις βασικές προτεραιότητές του στον σχεδιασμό της πλοκής. Ο κωμικός χορός αποτυπώνει συμβολικά το κυρίως θέμα του έργου, όχι μόνο χάρη στην ταυτότητα και τον ρόλο του, αλλά ακόμη και με το προσωπείο και το κοστούμι του. Ο χορός της κωμωδίας προσωποποιεί και οπτικοποιεί με τρόπο πολύ παραστατικό είτε την κρίση που σοβεί στο κωμικό σύμπαν είτε την Κωμική Ιδέα είτε έναν συνδυασμό των παραπάνω. Με άλλα λόγια, για να κατανοήσουμε μια κωμωδία του Αριστοφάνη, πρέπει αφετηριακά να αντιληφθούμε γιατί και πώς επιλέγει τον χορό που επιλέγει. 

Ως προς τη συμμετοχή του στην προώθηση της πλοκής, ο χορός της Κωμωδίας είναι πιο κρίσιμος από ό,τι της Τραγωδίας. Η άμεση εμπλοκή του στη δράση τον καθιστά ουσιαστικά συμπρωταγωνιστή του έργου (ποσοτικά και ποιοτικά μιλώντας), τουλάχιστον μέχρι την Παράβαση. Ο κωμικός χορός δεν σχολιάζει απλώς τα δρώμενα: συμμετέχει ενεργά σε αυτά, τα επηρεάζει, τα καθορίζει. Παίρνει πρωτοβουλίες, δημιουργεί καταστάσεις, τσακώνεται με τον πρωταγωνιστή ή τον υποστηρίζει προωθώντας την Κωμική Ιδέα, ειδικά στο πρώτο μέρος του δράματος. Σε ορισμένες κωμωδίες, μάλιστα, όπως οι Αχαρνείς και σε ένα βαθμό η Λυσιστράτη, ο χορός και όχι κάποιος άλλος δραματικός χαρακτήρας είναι ο βασικός ανταγωνιστής του κωμικού ήρωα.

Ο χορός των Σφηκών ανταποκρίνεται πλήρως στην πιο πάνω συνταγή. Ως προς την ταυτότητά του, είναι η προέκταση του Φιλοκλέωνα, άρα αποτελεί τον φυσικό σύμμαχο του συγκεκριμένου χαρακτήρα, ο οποίος στο εν λόγω έργο, όπως και ο Βδελυκλέων, είναι ταυτόχρονα και Κωμικός Ήρωας και Ανταγωνιστής. Ο χορός των Σφηκών αποτελείται από γέροντες Αθηναίους πολίτες, που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σιτίζονται (κυριολεκτικά) ως δικαστές· ως εκ τούτου είναι και αυτοί, όπως ο Φιλοκλέων, φανατικοί οπαδοί του Κλέωνα. Σε αντίθεση με τον Φιλοκλέωνα, όμως, ο χορός είναι διεσφηκωμένος. Η φύση του, δηλαδή, κινείται ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, αφού από τη μέση και κάτω είναι σφήκας διαθέτοντας μάλιστα, αντί του δερμάτινου φαλλού, τον οποίο διαθέτει (και χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως!) ο Φιλοκλέων, κεντρί! Με άλλα λόγια, ο χορός των Σφηκών αποτελεί ιδιότυπη σύμφυρση των ανθρώπινων και των ζωικών χορών του Αριστοφάνη. 

Η Παλαιά Κωμωδία κατέφευγε συχνά σε ζωικούς χορούς, αν και από τις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη η μόνη που παρουσιάζει τέτοιο χορικό σύνολο, πλην των Σφηκών με τις ιδιομορφίες τους, είναι οι Όρνιθες. Οι Νεφέλες έχουν χορό από υπερφυσικές οντότητες, ενώ στους Βατράχους, παρά τον τίτλο, ο κύριος χορός αποτελείται από Μύστες: οι Βάτραχοι, αν εμφανίζονται καν στη σκηνή και δεν αποτελούν μόνο ακουστικό εφέ, είναι δευτερεύον χορός (παραχορήγημα). Και οι Σφήκες έχουν παραχορήγημα: πρόκειται για τα παιδιά των γερόντων, που τους καθοδηγούν, καθώς πορεύονται προς το δικαστήριο μέσα στη νύχτα. Η σχέση Γερόντων-Παίδων αντανακλά σε ένα βαθμό τη σχέση Φιλοκλέωνα-Βδελυκλέωνα, τουλάχιστον ως προς το γεγονός ότι οι γέροντες τους έχουν ανάγκη. Σε αντίθεση, όμως, με τον Βδελυκλέωνα, τα παιδιά αυτά δεν είναι ώριμοι, αυτόνομοι πολίτες, αλλά κυριολεκτικά παῖδες.  

Εθνικό Θέατρο (1963). Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός © Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

Οι ΣφΗκες και η μΕχρι τΟτε καριΕρα του ΑριστοφΑνη

Σφήκες και Νεφέλες

Στην Παράβαση των Σφηκών, ο Αριστοφάνης ανασκοπεί τη μέχρι τώρα καριέρα του. Πρωτοεμφανίστηκε ως διδάσκαλος το 425 π.Χ. με τους Αχαρνείς. Αυτό όμως δεν ήταν το πρώτο του έργο, αφού τόσο το 427 όσο και το 426 έλαβε μέρος στους δραματικούς αγώνες με τους Δαιταλείς και τους Βαβυλωνίους αντίστοιχα, τους οποίους «δίδαξε» (ανέβασε) εκ μέρους του ο Καλλίστρατος. Στα 425 με τους Αχαρνείς και στα 424 με τους Ιππείς, δύο δράματα με πολιτικό περιεχόμενο, που επιτίθενται σε μεγαλοσχήμονες της εποχής, όπως ο Λάμαχος και ο Κλέων, ο Αριστοφάνης κερδίζει το πρώτο βραβείο στα Λήναια. Στα 423, όμως, στα Μεγάλα Διονύσια, με τις Νεφέλες, μια κωμωδία την οποία ο Αριστοφάνης, τόσο στην αναθεωρημένη μορφή των Νεφελών (το κείμενο που σώζεται σήμερα) όσο και στους Σφήκες, χαρακτηρίζει (και όχι αδίκως) το ευφυέστερο μέχρι τότε έργο του, κατατάσσεται τρίτος προς μεγάλη του απογοήτευση. Βασικός του στόχος στα 422 είναι να ξεπλύνει εκείνη την ντροπή. Εμφανίζεται λοιπόν στα Λήναια με μια κωμωδία που αποσκοπεί στο να συνδυάσει τα καλύτερα στοιχεία από τις κωμωδίες που είχε διδάξει μέχρι τότε. 

Στους Σφήκες ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί εκ νέου ένα σχήμα το οποίο μετήλθε στις Νεφέλες – αυτή τη φορά όμως, όπως λέει κοροϊδευτικά στην Παράβαση, κάνοντάς το πιο λιανό, «ώστε να μην είναι εξυπνότερο από ό,τι οι θεατές που θα το παρακολουθήσουν» (δηλαδή, για να μπορέσουν να το πιάσουν και τα στουρνάρια στο κοῖλον!): συνδυάζει την αστική, οικογενειακή ιστορία της σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν πατέρα κι ένα γιο, τους οποίους χωρίζει χάσμα γενεών με όλα τα συμπαρομαρτούντα, με ένα πολιτικό θέμα, τις κακοδαιμονίες του δικαστικού συστήματος. Το δικαστικό σύστημα είναι βεβαίως από τα πιο θεμελιώδη για τη λειτουργία του αθηναϊκού κράτους, εφόσον οι εξουσίες των δικαστηρίων άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας. Οι Σφήκες λοιπόν αφορούν τόσο την ειρηνική ζωή (όπως οι Νεφέλες και οι Ιππείς) όσο και τον ίδιο τον πόλεμο εμμέσως, αφού το έργο καταπιάνεται εν τελεί με το πώς ορισμένοι επιτήδειοι, όπως ο Κλέων και ο Υπέρβολος, καταλαμβάνουν τεχνηέντως και καταχρώνται την εξουσία.

Στους Σφήκες, μάλιστα, ο Αριστοφάνης ανακυκλώνει από τις Νεφέλες τη σκηνή όπου πατέρας και γιος έρχονται στα χέρια. Μόνο που εδώ φροντίζει να το κάνει με λιγότερο σοκαριστικό τρόπο: στους Σφήκες, δεν είναι ο γιος που δέρνει τον πατέρα, όπως στις Νεφέλες, αλλά ο πατέρας τον γιο· και δεν τον δέρνει, για να τον νουθετήσει, αλλά για να μπορεί συνεχίσει τις κραιπάλες του, αφού στους Σφήκες ο γερο-πατέρας είναι στην πραγματικότητα το “παιδί”! 

Πάνω από όλα, όμως, αν στις Νεφέλες η πολιτική διάσταση ήταν έμμεση και σχεδόν υπαινικτική, εφόσον ο επιφανειακός στόχος του έργου ήταν ο Σωκράτης και οι Σοφιστές, στους Σφήκες επανέρχεται στο προσκήνιο. Η χρήση του σχήματος της αστικής-οικογενειακής κωμωδίας στους Σφήκες για τη διακωμώδηση ενός αμιγώς πολιτικού θέματος, τη διάβρωση του δικαστικού συστήματος, που μαζί με την Εκκλησία του Δήμου αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της λαϊκής κυριαρχίας στην Αθήνα, είναι βαθύτατα ειρωνική: ο οίκος του Βδελυκλέωνα μετατρέπεται ο ίδιος σε δικαστήριο, ώστε ο Φιλοκλέων να θεραπευθεί από το δικαστικό του πάθος –κατά κάποιο τρόπο, ομοιοπαθητικά!– δικάζοντας ανώδυνες υποθέσεις στο ασφαλές και ελεγχόμενο περιβάλλον του σπιτιού του. 

Νεφέλες και Ιππείς

Από τους Ιππείς ο Αριστοφάνης δανείζεται το στοιχείο της κριτικής κατά του Κλέωνα, ο οποίος καθίσταται το επίκεντρο της πλοκής και, όπως στους Ιππείς, μετέχει στην πλοκή μέσω ενός αλληγορικού χαρακτήρα, του Σκυλιού από το Κυδαθήναιον. Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Αριστοφάνης απέφευγε να παρουσιάζει επί σκηνής τον ίδιο τον Κλέωνα, όπως έκανε, π.χ., με τον Λάμαχο. Δεν αποκλείεται αυτό να σχετιζόταν με τη δικαστική διαδικασία που κίνησε ο Κλέων εναντίον του με αφορμή τους Βαβυλωνίους το 426 π.Χ., αλλά ως προς αυτό μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. 

Από τους Ιππείς ανακαλείται και το μοτίβο του ηλικιωμένου πρωταγωνιστή, προς τον οποίο σπεύδουν διάφοροι προστάτες κρίνοντας ότι αδυνατεί να προστατεύσει τον εαυτό του και να χειριστεί τις υποθέσεις του. Ο Δήμος Πυκνίτης των Ιππέων είναι ένας αδύναμος γέροντας, τον οποίο εκμεταλλεύεται ο παλιάνθρωπος δούλος του, ο Παφλαγών (προσωπείο του Κλέωνα), μέχρι που στο τέλος καταφέρνει και τον κάνει στην άκρη ο Αλλαντοπώλης, επίσης παλιάνθρωπος, αλλά με καλύτερες προθέσεις ως προς τον Δήμο. Και στους Σφήκες ο γερο-Φιλοκλέων, που επίσης, όχι τόσο απερίφραστα αλλά εξίσου ουσιαστικά, εκπροσωπεί τον αθηναϊκό δῆμον, μεταβαίνει από τον έναν προστάτη στον άλλο: από τον εντελώς διεφθαρμένο Κλέωνα στον υπερόπτη και σνομπ γιο του, ο οποίος όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τον νοιάζεται. Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με τον Δήμο, ο Φιλοκλέων ποτέ δεν υποτάσσεται πραγματικά στον Βδελυκλέωνα, ακόμη και όταν αυτός τον κλειδώνει στο σπίτι – την πρώτη ή τη δεύτερη φορά! Ναι μεν η εξουσία που έχει περιορίζεται στο να κάνει φασαρία και μικροζημιές (παρομοίως και όταν ήταν δικαστής, δεν μπορούσε παρά να «βροντά» και να χέζονται οι εχθροί του, δηλαδή οι εχθροί του Κλέωνα), εντούτοις τις ζημιές του, όπως και άλλοτε τις… βροντές του, δεν παύει να τις κάνει με την ψυχή του και να τις χαίρεται!

Στους Ιππείς, χάρη στον Αλλαντοπώλη, ο Δήμος υποβάλλεται σε μια μαγική τελετουργία ανανέωσης. Κυριολεκτικά, μαγικώ τω τρόπω, ξανανιώνει. Στους Σφήκες συμβαίνει κάτι παρόμοιο φαινομενικά, αλλά ουσιωδώς διαφορετικό. Ο Φιλοκλέων δεν ξανανιώνει, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, αφού ποτέ δεν ήταν πράγματι γέρος και αδύναμος, παρά μόνο στις στιγμές εκείνες που ένιωσε να καταρρέει ο κόσμος του (όταν κατάλαβε ότι ο Κλέων ήταν απατεώνας και όταν τον ξεγέλασε ο γιος του και αθώωσε τον Λάβητα). Σίγουρα, όμως, συμπεριφέρεται ξανά σαν έφηβος, που ξεχύνεται στους δρόμους μεθυσμένος, σπάει, δέρνει, βρίζει, ασχημονεί («an one-man κῶμος», τον αποκάλεσαν εύστοχα οι Biles και Olson), ενώ δεν παραλείπει να ερωτοτροπήσει με μια αυλητρίδα και να παραβγεί σε διαγωνισμό τραγικής όρχησης με τους τρεις νεαρούς γιους του Καρκίνου. 

Στο τέλος των Σφηκών, όμως, ο Φ. δεν είναι λιγότερο ζωντανός και φουριόζος από ό,τι στον πρόλογο του έργου, στην περίφημη εκείνη «Jack-in-the-box extravaganza», στην οποία σκαρφίζεται κάθε λογής κόλπο, ρεαλιστικό ή… σουρεαλιστικό, για να το σκάσει από το σπίτι. Στο τέλος των Σφηκών, ο Φ. είναι ο ίδιος σίφουνας που είναι και στην αρχή: απλώς, διοχετεύει την ακατάβλητη ενεργητικότητά του στην ντόλτσε βίτα πια αντί στα δικαστήρια.

Εθνικό Θέατρο (1963). Σκηνοθεσία: Αλέξης Σολομός © Αρχείο Εθνικού Θεάτρου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το πιο πάνω κείμενο, όπως και τα επόμενα στη σειρά των Σφηκών, επιμελήθηκε η κα Νάσια Καμένου, προς την οποία οφείλω θερμές ευχαριστίες.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ