Tags

, , ,


Οι δυο ακρογωνιαιοι λιθοι της αθηναϊκής δημοκρατιας: η Εκκλησια και τα δικαστηρια

Το βασικό θέμα των Σφηκών είναι η διάβρωση του δικαστικού συστήματος της Αθήνας από διεφθαρμένους πολιτικούς, όπως ο Κλέων ή ο Υπέρβολος, οι οποίοι στην πράξη ελέγχουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων και τις κατευθύνουν τεχνηέντως προς όφελος των πολιτικών σκοπιμοτήτων τους (ενίοτε και προσωπικά εις βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων, όπως ο Λάχης), ενώ ταυτόχρονα κατ᾽ ουσίαν δωροδοκούν την πλέμπα με τα ψιχία του δικαστικού αντιμισθίου, ώστε η επιβίωση και η αξιοπρέπεια μεγάλων ομάδων του λαού – και συνεπώς η πολιτική τους νομιμοφροσύνη – να εξαρτάται από την εύνοια των πολιτικών τους προστατών. Το ζήτημα είναι, σαφώς, κεφαλαιώδους σημασίας για την υγεία του αθηναϊκού κράτους και την πραγματική άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας, ώστε η δημοκρατία να υφίσταται όχι μόνο λόγῳ αλλά και ἔργῳ. 

Τα δικαστήρια και η Εκκλησία του Δήμου ήταν οι δύο θεμελιακοί θεσμοί της δημοκρατικής πολιτείας, στους οποίους, μέσω της καθολικής και μαζικής συμμετοχής του συνόλου των ενήλικων πολιτών, η αθηναϊκή αμεσοδημοκρατία έβρισκε την πιο κυριολεκτική και πλήρη εφαρμογή της. Η διάβρωση των δικαστηρίων, στην οποία αναφέρονται Σφήκες, και της Εκκλησίας, στην οποία είχαν αναφερθεί οι Αχαρνείς (425 π.Χ.), τελικά ισοδυναμεί με την αντιστροφή των πολιτικών όρων στην Αθήνα: αντί ο δῆμος ως σώμα να εξουσιάζει, εξουσιάζεται. Αυτό ακριβώς είναι και το σχήμα της πλοκής των Ιππέων (424 π.Χ.), όπου ο Δήμος είναι κυριολεκτικά ένας γέροντας, τον οποίο λυμαίνονται οι δούλοι του και οι επίδοξοι προστάτες του. 

Το πρόβλημα εκτίθεται αναλυτικά και γλαφυρά (με την απαραίτητη βεβαίως –γενναία!– δόση κωμικής υπερβολής) από τον Βδελυκλέωνα στον Επιρρηματικό Αγώνα:

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Σύμφωνα με τον Βδελυκλέωνα, οι συνήγοροι έχουν πολλαπλό συμφέρον να εισάγουν στο δικαστήριο δίκες, καθώς oι ίδιοι εξασφαλίζουν παχυλούς μισθούς (πολύ παχυλότερους από ό,τι οι δικαστές), που δεν εξαρτώνται από το αν θα γίνει η δίκη ή όχι, εκδικάζοντας υποθέσεις προσφέρουν εκδούλευση στους πολιτικούς τους προστάτες, των οποίων λειτουργούν σαν επαγγελματίες κόλακες, το προσωπικό τους ρίσκο είναι μηδενικό, καθώς συνεννοούνται μεταξύ τους και στήνουν τις δίκες μοιράζοντας τα κέρδη. Πρόκειται, δηλαδή, αν πιστέψουμε τον Βδελυκλέωνα, όχι απλώς για διαφθορά, αλλά για κανονική εγκληματική οργάνωση με στόχο την καταδολίευση της δικαιοσύνης. Όσο και αν η κωμωδία παραμένει κωμωδία, υπάρχουν στοιχεία στη δομή του αθηναϊκού συστήματος απονομής δικαιοσύνης, που επέτρεπαν τέτοια φαινόμενα. 

Ας κρατήσουμε τα εξής βασικά πραγματολογικά στοιχεία για τα αθηναϊκά δικαστήρια, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την πλοκή των Σφηκών. 

Η διαμόρφωση του δικαστικού συστήματος στην Αθήνα ήταν παράλληλη με την ιστορική διαδικασία που οδήγησε από τα αριστοκρατικά, τιμοκρατικά ή τυραννικά καθεστώτα της αρχαϊκής περιόδου στη δημοκρατία. Η δυνατότητα συμμετοχής ακόμη και των πιο φτωχών πολιτών στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ήταν θεμελιώδους σημασίας για την επιβολή της λαϊκής κυριαρχίας στην πόλη. Κατά την αρχαϊκή περίοδο η δικαστική εξουσία στην Αθήνα ασκούνταν κυρίως από τον ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟΗ πρώτη σημαντική μεταρρύθμιση έγινε επί Σόλωνα, όταν ιδρύθηκε η ΗΛΙΑΙΑ, η οποία αρχικά μάλλον περιοριζόταν στον ρόλο ενός «διοικητικού δικαστηρίου» για εφέσεις ενάντια στις αποφάσεις των Αρχόντων. Τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και η Ηλιαία συνέχισαν να αποτελούν τα δύο σημαντικότερα δικαστήρια στο δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης του Κλεισθένη· οι ρόλοι και οι εξουσίες τους όμως διαφοροποιήθηκαν ριζικά. 

Οι μεγάλες αλλαγές επέρχονται από τα μέσα του 5ου αιώνα και εξής. Την εποχή αυτή δημιουργείται το «δικαστικό σώμα», ένα σύνολο 6000 πολιτών ηλικίας άνω των 30 ετών, που καλούνταν να συμμετέχουν στα δικαστήρια ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε δίκης. (Για τους τύπους των δικαστηρίων βλ. παρακάτω). Η συμμετοχή στο δικαστικό σώμα ήταν εθελοντική. Ως κίνητρο οι δικαστές λάμβαναν αντιμίσθιο αρχικά δύο οβολών (επί Περικλή) και αργότερα τριών οβολών (μισή δραχμή) για τις υπηρεσίες τους. Εικάζεται ότι η αύξηση του δικαστικού αντιμισθίου ήταν πρόταση του ΚΛΕΩΝΑ. Το αντιμίσθιο αυτό ήταν κατώτερο από το μέσο μεροκάματο. Ως αποτέλεσμα πρόθεση για συμμετοχή στο σώμα των δικαστών εκδήλωναν κυρίως άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας.

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς με ποια μέθοδο και ποια κριτήρια μοιράζονταν οι δικαστές στα διάφορα δικαστήρια κατά τον 5ο αιώνα. Οι λεπτομερείς πληροφορίες που διαθέτουμε προέρχονται κυρίως από την Αθηναίων Πολιτεία, μια ιστορική πραγματεία που συντέθηκε από μαθητές του Αριστοτέλη, και αφορούν στον 4οαιώνα. Το βέβαιο είναι πως από ένα σημείο και έπειτα οι δικαστές κατανέμονταν στα δικαστήρια με κλήρο – πρακτική που χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στην αθηναϊκή πολιτεία και κατά τον 5ο αιώνα, συνεπώς μπορεί να αφορούσε και στα δικαστήρια ήδη από τότε. 

Επικεφαλής των αθηναϊκών δικαστηρίων δεν τοποθετούνταν εξειδικευμένοι δικαστές με μακρά θητεία, αλλά κρατικοί λειτουργοί, που επόπτευαν τη λειτουργία τους, αλλά δεν συμβούλευαν καθ᾽ οιονδήποτε τρόπο τους ενόρκους. Ο ἄρχων βασιλεύς ήταν επικεφαλής του Αρείου Πάγου, που δίκαζε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών. Ειδικές περιπτώσεις ανθρωποκτονιών αναλάμβαναν οι ἐφέταιΟ ἄρχων πολέμαρχος ήταν υπεύθυνος για δίκες που αφορούσαν σε μετοίκους και ξένους. Οι λεγόμενοι Ένδεκα δίκαζαν υποθέσεις κλοπών και παρομοίων αδικημάτων. Οι δέκα στρατηγοί αναλάμβαναν την εκδίκαση στρατιωτικών και ναυτικών υποθέσεων. Οι έξι θεσμοθέται ήταν υπεύθυνοι για την οργάνωση όλων των υπολοίπων δικών, όσων δηλαδή δεν ενέπιπταν ευθέως στην αρμοδιότητα κάποιου από τους παραπάνω. Οι θεσμοθέτες ήταν επίσης υπεύθυνοι για τη δοκιμασίαν (τον τυπικό έλεγχο που ασκούνταν για την εγγραφή ενός νέου στους καταλόγους των πολιτών) και για τις εὐθύνας, τον απολογιστικό έλεγχο των δημοσίων λειτουργών στο τέλος της θητείας τους. Υπήρχαν επίσης δικαστήρια για ειδικότερες περιπτώσεις, όπως οι ναυτοδίκαιοι ἀποδέκται κ.ά. Ορισμένες δίκες εκδικάζονταν από την ίδια την Εκκλησία του Δήμου (π.χ. οι εὔθυναι) ή τη Βουλή των Πεντακοσίων. Τον προδικαστικό έλεγχο και την ευθύνη παραπομπής της κάθε υπόθεσης στο ανάλογο δικαστήριο επωμιζόταν ο ἄρχων ἐπώνυμος

Ο κάθε ἄρχων δίκαζε κατά κανόνα σε ειδικό χώρο. Η Ηλιαία ήταν το δικαστήριο των θεσμοθετών. Κατά τον 5ο αιώνα ως δικαστήρια χρησιμοποιούνταν μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι χώροι (με έντονα στοιχεία όσοι αναφέρονται στους Σφήκες): Η Ποικίλη Στοά, το Καινόν («Νέο Δικαστήριο»), το Παράβυστον («Εμβόλιμο Δικαστήριο»), το ἐπὶ Λύκῳ (»Το Δικαστήριο δίπλα από το ιερό του ήρωα Λύκου»), το Τρίγωνον, το Μεῖζον, τοΜέσον.

Οι αθηναϊκές δικαστικές διαδικασίες χωρίζονταν σε δύο μεγάλες κατηγορίες δίκαι και γραφαί. Οι δίκαι ήταν υποθέσεις «ιδιωτικού δικαίου», δηλαδή προσωπικές διαφορές μεταξύ πολιτών. Δικαίωμα εισαγωγής δίκης στο δικαστήριο είχαν οι θιγόμενοι πολίτες ατομικά. Οι γραφαί ήταν σοβαρότερες υποθέσεις δημοσίου συμφέροντος, τις οποίες εισήγαγαν είτε οι πολίτες ατομικά είτε οι άρχοντες. Σημαντικοί τύποι γραφῶν, στις οποίες αναφέρονται οι Σφήκες, ήταν η γραφὴ ὕβρεως, καταγγελία εις βάρος πολίτη για προσβολή της σωματικής ακεραιότητας και της περιουσίας άλλου πολίτη και η  γραφὴ ξενίας, αμφισβήτηση του δικαιώματος ενός πολίτη να είναι εγγεγραμμένος ως Αθηναίος. Μια τρίτη διαδικασία ήταν η διαιτησία (ή δίαιτα), εξωδικαστική επίλυση ιδιωτικών διαφορών με την καταφυγή των διαδίκων σε ένα «διαιτητή», πολίτη ηλικίας 60 ετών και άνω. Σε τέτοια διαιτησίαν καταφεύγουν ο Βδελυκλέων και ο Φιλοκλέων κατά τον Επιρρηματικό Αγώνα των Σφηκών. 

Για να ενθαρρύνει τους πολίτες να καταγγέλλουν στα δικαστήρια περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος, το αθηναϊκό κράτος παρείχε οικονομικά κίνητρα. Η κίνηση αυτή παρήγαγε το αρνητικό φαινόμενο των συκοφαντῶν, ανθρώπων δηλαδή που είχαν μετατρέψει σχεδόν σε επάγγελμα την εισαγωγή δικών στα δικαστήρια. Για να ελεγχθεί το φαινόμενο, το κράτος επέβαλλε πρόστιμα στον κατήγορο που απέσυρε την υπόθεση ή δεν λάμβανε τουλάχιστον το ένα πέμπτο των ψήφων κατά την εκδίκαση.

Στις περιπτώσεις των γραφῶν, η εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο μπορούσε να γίνει με διαφορετικές μεθόδους, ορισμένες από τις οποίες αναφέρονται ή εφαρμόζονται στους Σφήκες: την γραφήν (κυριολεκτικά), δηλαδή με την κατάθεση γραπτής καταγγελίας, την ἀπαγωγήνδηλαδή τη σύλληψη του κατηγορουμένου –  περίπτωση αυτή εφαρμοζόταν κυρίως σε υποθέσεις κλοπής, συνεπώς ο κατηγορούμενος ἀπήγετο («οδηγούνταν») στους Ένδεκα, την ἔνδειξινΟ θιγόμενος κατήγγελλε την υπόθεση στους άρχοντες και είχε το δικαίωμα, αν ήθελε και μπορούσε, να συλλάβει τον κατηγορούμενο. Η διαδικασία της ἐνδείξεωςακολουθείται από τον Κατήγορο και τις αρτοπώλιδες, στην πρώτη περίπτωση για σωματική βλάβη (γραφή),στη δεύτερη για φθορά περιουσίας, που παραπέμπεται στους ἀγορανόμους (δίκη). Για την εισαγωγή μιας υπόθεσης στο δικαστήριο απαιτούνταν μάρτυρες, που ονομάζονταν κλητῆρεςΕίναι τόσα πολλά τα αδικήματα που έκανε ο Φιλοκλέων στο τελευταίο μέρος του έργου, λέει ο γιος του, που στο τέλος δεν θα υπήρχαν αρκετοί κλητῆρες σε ολόκληρη την Αθήνα!

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 1977 (Σκηνοθεσία: Ντίνος Γιαννόπουλος) © ΚΘΒΕ

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΚΑΣΤΑΙ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ;

Το γεγονός ότι στην Αθήνα η απονομή της δικαιοσύνης δεν στηριζόταν απλώς σε γραπτή νομοθεσία και αυστηρές διαδικασίες, αλλά ότι τελικός κριτής ήταν ο ίδιος ο δῆμος ήταν αναμφίβολα ένα από τα ιστορικά κατορθώματα και μια από τις σπουδαιότερες παρακαταθήκες του αθηναϊκού κράτους.  Το γεγονός όμως επίσης ότι, κυριολεκτικά, ΔΕΝ υπήρχαν στην αρχαιότητα «δικασταί εις Αθήνας», με την έννοια των επαγγελματιών λειτουργών της δικαιοσύνης, αλλά τόσο οι προεδρεύοντες των δικαστηρίων όσο και οι ίδιοι οι δικαστές ήταν απλοί πολίτες, χωρίς κατ᾽ ανάγκην συστηματικές νομικές γνώσεις, αλλά κυρίως χωρίς τη δυνατότητα να εξετάζουν στη νομική τους λεπτομέρεια τις υποθέσεις, ήταν ένα από τα βασικά μειονεκτήματα του αθηναϊκού δικαστικού συστήματος. Ναι μεν τα δικαστήρια των δεκάδων, εκατοντάδων ή και χιλιάδων δικαστών ήταν δύσκολο να τα δωροδοκήσει κανείς ήταν όμως σαφώς ευκολότερο να τα παρασύρει με θεατρινισμούς, δικολαβισμούς, ρητορικές, συναισθηματικές ή μελοδραματικές επιδείξεις, φωνασκίες και ένα σωρό άλλα φτηνά κολπάκια, στα οποία οι Σφήκες κάνουν συστηματική αναφορά. 

Η εικόνα που παρουσιάζει ο Αριστοφάνης είναι σαφώς (κωμικά) υπερβολική. Εντοπίζει όμως μια πραγματική παθογένεια. Όπως σημειώνει και ο Douglas MacDowell, ο Αριστοφάνης, όπως κάθε κωμικός ποιητής, μπορεί να μην περιγράφει τα πράγματα όπως ήταν, αλλά «πολύ χειρότερα από ό,τι ήταν» (για να θυμηθούμε και τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει ο Αριστοτέλης τις κωμικές πρακτικές)· προειδοποιεί όμως για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, αν οι Αθηναίοι δεν αποφάσιζαν να συμπεριφερθούν με σοφία και σωφροσύνη. 

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, 1977 (Σκηνοθεσία: Ντίνος Γιαννόπουλος) © ΚΘΒΕ