Tags

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,


[Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας στις 13 Δεκεμβρίου στο πλαίσιο ημερίδας με τίτλο “Cavafy’s world and Cavafy of the world”. Θερμές ευχαριστίες στη συνάδελφο Εύα Πολυβίου για την πρόσκληση. Θεωρώ χρέος του ιστολογίου να κλείσει το 2013, έτος Καβάφη, με μία καβαφολογική ανάρτηση. Δείτε επίσης αυτό, αυτό και αυτό]

poster finalΥπάρχουν πολλοί τρόποι να μετρήσει κανείς την απήχηση ενός ποιητή εντός και εκτός συνόρων. Μπορεί κανείς να κοιτάξει, π.χ., τον αριθμό, το τιράζ και τον τύπο των εκδόσεων του έργου του (αν πρόκειται για ‘βαριές’ φιλολογικές και κριτικές εκδόσεις για τους ειδικούς ή βιβλία με μαλακό εξώφυλλο και άλλα χαρακτηριστικά που έχουν σκοπό την προσέλκυση του ευρέος κοινού). Επίσης, από τις μεταφράσεις των έργων ενός ποιητή μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι πράγματι «ποιητής του κόσμου» (με την έννοια της απήχησης στο παγκόσμιο κοινό) — όλως ιδιαιτέρως αν οι μεταφράσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στις μεγάλες διεθνείς γλώσσες. H παγκόσμια σημασία, τέλος, ενός ποιητή τεκμαίρεται από την έκταση και το βάθος της κριτικής και φιλολογικής μελέτης του έργου του: από τα άρθρα, τα βιβλία, τις διδακτορικές διατριβές, τις επιστημονικές συνάξεις που αφιερώνονται σε αυτόν και ούτω καθεξής.

Ποιητής του κόσμου, όμως, πάνω από όλα, είναι αυτός που ασκεί καθοριστική επίδραση σε μεταγενέστερους ποιητές, όχι μόνο ομοεθνείς αλλά και ξένους. Αυτή η επίδραση μπορεί να εκδηλώνεται ως μίμηση στοιχείων της θεματικής ή του στυλ του, μπορεί όμως να εκτείνεται ακόμη και στη μυθοποίηση χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του. Η προσωπικότητα, άλλωστε, ορισμένων ποιητών, οι ιδιομορφίες και οι εκκεντρισμοί τους, εν γένει ο συμβολισμός της ιστορικής τους οντότητας, συναγωνίζεται συχνά το ίδιο το έργο τους: αυτό, π.χ., συνέβη στην Αμερική με τη λεγόμενη Beat Generation· αυτό συνέβη εν πολλοίς και με τον Καβάφη, όπως τον είδαν οι ξένοι, και μάλιστα όλως παραδόξως, καθώς η ζωή του Αλεξανδρινού ποιητή δεν είχε τίποτε από τη θορυβώδη και προκλητική έξαρση ενός Ginsberg ή ενός Kerouac.

Ένας ποιητής, λοιπόν, γίνεται «ποιητής του κόσμου», όταν απευθύνεται εξίσου στο εθνικό και το παγκόσμιο κοινό. Γίνεται όμως πραγματικά ποιητής του «κόσμου», των πολλών, καθημερινών ανθρώπων, όταν καταφέρνει να διεισδύσει στις πλατιές μάζες, στη λαϊκή συνείδηση, να βγει δηλαδή από το σκοτεινό και μοναχικό φιλολογικό σπουδαστήριο και να παρελάσει θριαμβευτικά στις πλατιές λεωφόρους της λαϊκής κουλτούρας. Ο μεγάλος παγκόσμιος ποιητής συγκινεί τους ειδικούς, μελετάται, γονιμοποιεί μεταγενέστερους ποιητές και καλλιτέχνες. Όμως γίνεται πραγματικά «ποιητής του κόσμου», δηλαδή του απλού ανθρώπου, όταν αποτελεί μέρος της κοινής καθημερινής εμπειρίας, πάνδημη πολιτιστική περιουσία. Η διαπίδυση του ποιητικού έργου σε μορφές τέχνης με μαζικό κοινό, όπως η μουσική[1] και το σινεμά,[2] είναι μια ένδειξη αυτής της εξέλιξης. Η αποφασιστική απόδειξη όμως ότι ένας ποιητής έχει αναδειχθεί πια σε «ποιητή του κόσμου» είναι όταν οι στίχοι του έχουν εγκατασταθεί στο υποσυνείδητο του συνόλου ως παροιμιώδης και διαχρονική αποτύπωση της συλλογικής σοφίας.

leoforio-kavafiΤο πρόσφατο φαινόμενο του «λεωφορειακού Καβάφη» μπορεί να κατέληξε κακόγουστο αστείο, εφόσον ο τρόπος με τον οποίο σταχυολογήθηκε — κατ᾽ ακρίβεια κατασπαράχθηκε — το καβαφικό κείμενο («Καβάφη ψιλοκομμένο» τον αποκάλεσε γνωστός μπλόγκερ) παραποιούσε χονδροειδώς τα ίδια τα ποιήματα.

Kavafis_LytΠαρόλα αυτά το φαινόμενο έδειξε πόσο εμβαπτισμένη είναι η ελληνική λαϊκή συνείδηση στην ποίηση του Αλεξανδρινού. Ο «λεωφορειακός Καβάφης» δεν ήταν άσχημη ιδέα, θα μπορούσε ακόμη και να πει κανείς ότι δόξασε με τον τρόπο της τον ποιητή, αν και τελικά, με τον απρόσεκτο τρόπο που υλοποιήθηκε, κατάντησε σχεδόν να τον παρωδεί (και φυσικά να παρωδείται αγρίως η ίδια, ειδικά στα κοινωνικά μέσα).  Σίγουρα όμως εμφαίνει εδώ το επιχείρημά μας: αν ο Καβάφης δεν ήταν «ποιητής του κόσμου», δεν θα γινόταν «σποτάκι» στα λεωφορεία!

Σε αυτή την ομιλία λοιπόν θα δούμε πως ο Καβάφης αποτελεί «ποιητή του κόσμου» και με τις δύο έννοιες αυτής της δυναμικά αμφίσημης φράσης. Ο Καβάφης είναι ποιητής που δεν αγγίζει μόνο τους Έλληνες, αλλά και τους ξένους λειτουργούς και λάτρεις του ποιητικού λόγου (απόδειξη τα πάμπολλα «καβαφογενή» ποιήματα που εντοπίζονται ανά την υφήλιο). Ο Καβάφης είναι όμως επίσης και ποιητής που τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο έχει εμπλουτίσει την πολιτισμική συνείδηση του μέσου ανθρώπου, που δεν είναι κατ᾽ ανάγκην τακτικός αναγνώστης της ποίησης, του Everyman. Ως ένδειξη για την έκταση και το βάθος αυτού του τελευταίου φαινομένου θα εξεταστεί μια ειδική πτυχή του, η τάση να παρωδούνται τα ποιήματα του ποιητή, η οποία ξεκίνησε όσο εκείνος ήταν ακόμη εν ζωή και συνεχίζεται ακάθεκτη.

synomilontas_me_ton_kavafiΟδηγός μας σε αυτή τη διαδρομή θα είναι δύο εξαίρετες ανθολογίες. Την πρώτη, που έχει τίτλο Συνομιλώντας με τον Καβάφη την επιμελήθηκε ο Νάσος Βαγενάς. Η συλλογή σταχυολογεί ξένα «καβαφογενή» ποιήματα, δηλαδή ποιήματα που γράφτηκαν ως ευθείες μιμήσεις καβαφικών έργων, που απηχούν στοιχεία της τεχνοτροπίας του ποιητή ή που μυθοποιούν την ίδια την προσωπικότητά του, που μεταφέρουν δηλαδή τον ίδιο τον Καβάφη στη σφαίρα της μυθοπλασίας και τον επενδύουν με πλείστα όσα από τα ποιητικά προσωπεία που ο ίδιος κατασκεύασε. Ο τόμος περιλαμβάνει συνολικά 153 ποιήματα 135 ποιητών από τριάντα διαφορετικές χώρες. Ο Καβάφης συνομιλεί με τους ξένους ποιητές στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο: ανάμεσα στα «καβαφογενή» συμπεριλαμβάνονται έργα μερικών από τους πιο γνωστούς Ευρωπαίους ποιητές του 20ου αιώνα, όπως του Γερμανού Μπέρτολτ Μπρεχτ, του Ιταλού Εουτζένιο Μοντάλε (Nobel 1975), του Ρώσου Γιόζεφ Μπρόντσκυ (Nobel 1987) και των Βρετανών Λώρενς Ντάρρελ και Γ.Χ. Όντεν.

Παρωδίες-Καβαφικών-Ποιημάτων-1917-1997-9789606007514Τη δεύτερη ανθολογία, που φέρει τον τίτλο Παρωδίες Καβαφικών Ποιημάτων 1917-1997, την επιμελήθηκε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Όπως φανερώνει ο τίτλος, παρωδίες του Καβάφη ξεκίνησαν να γράφονται όσο ο ποιητής ήταν ακόμη εν ζωή, συγκεκριμένα από τη στιγμή που η φήμη του ξεκίνησε να αναστατώνει τα αθηναϊκά σαλόνια. Τα πλείστα παρωδικά ποιήματα δημοσιεύθηκαν με ψευδώνυμο, αλλά είναι πολλά τα γνωστά ονόματα που διακρίνονται πίσω από τις μάσκες: Τίμος Μαλάνος, Φώτος Πολίτης και Σπύρος Μελάς από τους παλαιότερους, Φρέντυ Γερμανός, Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Μίμης Σουλιώτης, Μιχάλης Κοπιδάκης, Νίκος Σαραντάκος, ακόμη και ο Χάρρυ Κλυν, από τους νεώτερους. Οι καβαφικές παρωδίες δεν σταμάτησαν βεβαίως το 1997, αλλά συνεχίζονται ακόμη και σήμερα — και μάλιστα, όπως μαθαίνω, η Αγγλική Σχολή έχει ιδιαίτερες επιδόσεις στο άθλημα αυτό!

ΚΑΒΑΦΟΓΕΝΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ας ξεκινήσω όμως με τα καβαφογενή ποιήματα, που δείχνουν, όπως είπα, τη γονιμοποιό επίδραση της ποίησης του Καβάφη και μάλιστα στα κορυφαία πνεύματα της σύγχρονης ποίησης.

Η αναγνωρισιμότητα του Καβάφη στα ποιήματα αυτά ποικίλλει. Υπάρχουν ποιήματα στα οποία ο καβαφικός τόνος είναι απλώς ένας απόηχος (περισσότερο ίσως ευδιάκριτος στη μετάφραση παρά στο πρωτότυπο), αλλά και ποιήματα που δεν είναι παρά παραλλαγές γνωστών καβαφικών τίτλων, όπως το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» του γνωστού Αυστραλού ποιητή Lex Banning (ο οποίος ταυτίζει την Αλεξάνδρεια με το πρόσωπο του φευγαλέου αντικειμένου του πόθου) ή το «Με τον τρόπο του Καβάφη» του Αμερικανού James Merrill, που αντιστρέφει το «Περιμένοντας τους βαρβάρους», για να σαρκάσει την εισβολή της ιαπωνικής τεχνολογίας και ενός εκκεντρικού καταναλωτισμού στην Αμερική. Στη δεύτερη κατηγορία, αυτή της παραλλαγής γνωστών καβαφικών έργων, ανήκει και το ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Διαβάζοντας έναν νεώτερο Έλληνα ποιητή», το οποίο όμως κινείται σε σαφώς ανώτερο ποιητικό επίπεδο από τα προαναφερθέντα.

[Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΡΕΧΤ ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΕΔΩ]

Πάντως, το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει με την πρώτη κιόλας ανάγνωση της ανθολογίας του Βαγενά είναι ότι για τους ξένους ποιητές — και όχι μόνο: κάτι ανάλογο συνέβη, π.χ, και στις περιπτώσεις των δικών μας Εγγονόπουλου («Σύντομος βιογραφία του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη — και του καθενός μας άλλωστε») και Ρίτσου (Δώδεκα ποιήματα για τον Καβάφη) — ο Καβάφης δεν προσφέρει υλικό προς μεταποίηση μόνο με τα ίδια τα ποιήματά του, αλλά και με τον συμβολισμό της προσωπικότητάς του.

Ο William Slaughter

Ο William Slaughter

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Όπως η καβαφική περσόνα στο κατάστρωμα «Του πλοίου» σχεδιάζει με το μολύβι μια παλιά αγαπημένη μορφή, έτσι και ο Αυστραλός Γουίλλιαμ Σλώτερ (William Slaughter), στο σπονδυλωτό ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «My Cavafy poem», σκιαγραφεί την προσωπικότητα του ποιητή. Για να το πετύχει, ο Σλώτερ συναιρεί αισθήσεις από τη γνωστή περιγραφή του E.M. Forster για τον περίεργο «Έλληνα κύριο με το ψάθινο καπέλο που παραμένει παντελώς ακίνητος σε ελαφρώς λοξή γωνία προς το σύμπαν» (“a Greek gentleman in a straw hat, standing absolutely motionless at a slight angle to the universe”), μαζί με εντυπώσεις από γνωστές φωτογραφίες του ποιητή (ιδιαίτερα τα χαρακτηριστικά τεράστιά του ματογυάλια) και μια φανταστική σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του ανθρώπου, που σβήνει από καρκίνο στον λάρυγγα. Ο ποιητής έχει χάσει τη λαλιά του, αλλά κατέχει ακόμη τη γνήσια, ποιητική του φωνή· κι έτσι περήφανος και ακατάβλητος κρατά σημειώσεις, συνθέτοντας κομμάτι-κομμάτι τα τελευταία, και μερικά από τα καλύτερα, ποιήματά του (Μέρος 4).

Οι εικόνες του Σλώτερ οργανώνονται γύρω από σειρά αυτούσιων παραθεμάτων από γνωστά καβαφικά ποιήματαΤου πλοίου», «Η αρχή των», «Το πρώτο σκαλί», «Απ᾽ τες εννιά», «Όταν διεγείρονται»). Οι στίχοι του Καβάφη επιστρέφουν, για να αναγεννήσουν τον άνθρωπο που τους πρωτοέγραψε. Σε αυτό το όμορφο καβαφικό pastiche, ο Σλώτερ «επιστρέφει σε άνθρωπο νεκρό τα ίδια του τα λόγια, χρησιμοποιημένα»· και η ιδιοποίηση αυτή είναι η ύψιστη μορφή αναγνώρισης: οι καβαφικοί στίχοι δεν είναι πια για τον Αυστραλό ποιητή ακαδημαϊκό αντικείμενο προς τέρψη (δεν τους «γνωρίζει» απλά), αλλά εγγενές συστατικό του δικού του υποκειμένου («εδρεύουν μέσα του»).

Αν και εκτενές, αξίζει να διαβάσουμε ολόκληρο το ποίημα. Το παραθέτω σε δική μου μετάφραση, καθώς η μετάφραση του Άρη Μαραγκόπουλου στον τόμο του Βαγενά (σσ. 86-7)  παραλείπει περιέργως το δεύτερο και το τέταρτο μέρος του ποιήματος:

My Cavafy poem1My Cavafy poem2My Cavafy poem3ΚΑΒΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΩΔΙΕΣ

Ας περάσουμε τώρα σε κάτι πιο ανάλαφρο, τις καβαφικές παρωδίες. Στην ανθολογία του Δασκαλόπουλου οι παρωδίες αυτές μπορούν να διακριθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται επιθετικά, καυστικά ποιήματα, γραμμένα κυρίως από αντιπάλους του Καβάφη, ως επί το πλείστον όσο ο ποιητής είναι ακόμη εν ζωή. Τα συγκεκριμένα ποιήματα παρωδούν την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητας του Καβάφη· τους ποιητικούς του τρόπους· τις ανορθόδοξες μεθόδους με τις οποίες διέδιδε την ποίησή του· τη σχέση του Καβάφη με την κριτική κ.ά. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκουν παρωδίες στις οποίες γνωστά φιλοσοφικά ποιήματα του Καβάφη ξαναγράφονται χιουμοριστικά· πάνω από όλα όμως ποιήματα όπου καβαφικά πρότυπα μεταστρέφονται, με σκοπό να αποτελέσουν εργαλείο για τον χιουμοριστικό σχολιασμό καταστάσεων της καθημερινότητας ή της πολιτικής ζωής.

Και οι δύο κατηγορίες είναι άκρως ενδιαφέρουσες, η πρώτη επειδή μας βοηθά να ξαναζήσουμε μια κρίσιμη φάση της λογοτεχνικής μας ιστορίας (την αντίδραση των παλαμικών κύκλων στην επέλαση του Καβάφη στη μητροπολιτική Ελλάδα), η δεύτερη επειδή σχετίζεται άμεσα με το θέμα μας εδώ (ως εκ τούτου θα μας απασχολήσει περισσότερο). Γιατί τη σημασία που έχει η παρωδία ως μορφή πρόσληψης του καβαφικού έργου για το ερώτημά μας (γιατί και πώς ο Καβάφης είναι «ποιητής του κόσμου») την καταλαβαίνουμε καλύτερα, αν διερωτηθούμε: ποιοι ποιητές συνήθως παρωδούνται ή αξίζει περισσότερο να παρωδηθούν;

Βραχυπρόθεσμα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των παρωδιών της πρώτης κατηγορίας που αναφέραμε, μπορεί να παρωδούνται, με περισσότερο ή λιγότερο εχθρική διάθεση, ποιητές που αποκλίνοντας από τον κανόνα ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά του συστήματος. Τέτοιοι ποιητές, όπως ο Καβάφης, είναι σαφώς πιο ευεπίφοροι στην παρωδία από ό,τι άλλοι: έχουν ύφος εντελώς προσωπικό, γλώσσα ιδιάζουσα, μετρική «παράφωνη» και μοντερνίζουσα, θεματολογία που σπάει τις νόρμες, φωνή που δεν συντονίζεται ούτε με τις θριαμβολογίες ούτε με τους κοπετούς της εποχής. Όταν μάλιστα σε όλα αυτά προστίθεται και μια προσωπικότητα εκκεντρική και αινιγματική, που εντυπωσιάζει αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και αμηχανία, μεταξύ άλλων και επειδή δεν εκτίθεται «στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία», τότε οι ποιητές αυτοί καθίστανται ακόμη πιο πρόσφορος στόχος.

Ο άγνωστος παρωδός ονόματι «Μαρκελίνος», π.χ., σε ένα ποίημα του 1926, συνδυάζει στοιχεία από τον «Καισαρίωνα» και τη «Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου», για να ειρωνευθεί την υπερφίαλη ματαιοδοξία του Καβάφη, αλλά και τη γελοία, κατ᾽ αυτόν, προτίμηση που του έδειχναν συγκεκριμένοι αθηναϊκοί κύκλοι. Δεν παραλείπει και έναν καλά καμουφλαρισμένο σεξουαλικό υπαινιγμό:

ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΝΕΙ ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

 
Εν μέρει για να εξακριβώσω μιαν υπογραφή
κι εν μέρει την «Οθόνη» να διαβάσω
το βράδυ χθες με συλλογή
πήγα στα «Γράμματα» να το περάσω.
Οι μάταιοι έπαινοι που μου γίνονται εκεί
πολύ μ’ αρέσουν! Όλοι είναι μικροί,
ο Παλαμάς, Μαβίλης και οι άλλοι,
όμως χαρά σε μια αδελφή
που πε στην «Ίσιδα» για με γνώμη μεγάλη!
Δυσαρεστήθηκεν ο Λεοντής ν’ ακούσει
πως ο Ματθαίος έφθασε σε τέτοιο χάλι
κι ανάθεσε στον Πάργα να ζητήσει
του Τσιν-Τσαν-Τσουν τη γνώμη τη μεγάλη,
καθώς και ξένων άλλων
ωσάν κι εμέ μεγάλων,
για να φανεί στην Αλεξάνδρεια όπως πρέπει,
ποιος είναι ο Ματθαίος
ο Κορυφαίος.

Καθαρά (και κυριολεκτικά!) κάτω από τη μέση, στοχεύοντας τη σεξουαλική ιδιαιτερότητα του Καβάφη και αναπαράγοντας γενικότροπα το ποιητικό ιδίωμα του Καβάφη, χτυπά ο Πολ Νορ (Ν. Νικολαΐδης), στα 1931. Στο ποίημα του Νορ ο ταγματάρχης Γκούστης με τα ιδιαίτερα γούστα και το υποβλητικό όνομα εμπλέκεται σε μια ιστορία που σίγουρα θα άρεσε στους φίλους του Καβάφη:

DE GUSTIBUS

Τα πράγματα συνέβησαν στην Λάρισαν.
Ως λέγεται, μεγάλως εχάρησαν
δι ό,τι περί αυτών εγράφη
οι φίλοι της ποιήσεως του Καβάφη.
Είχεν όντως περίεργα γούστα
ο ταγματάρχης Γκούστης.
Η φούστα καθόλου δεν τον συνεκίνει,
ούτε καμία Εκείνη.
Ήτο καλός, αλλ’ είχ’ ένα τρωτόν.
Η θέα των νέων κληρωτών,
καυχημάτων του ελληνικού στρατού,
ενεργούσε παραδόξως επ’ αυτού.
Διά την επίθεσιν και διά τους σκοπούς της
δι’ όσα του πρότεινεν ο Γκούστης,
ο οπλίτης είπεν αλλόκοτα πράγματα.
Δεν εγνώριζε φράγματα
ηθικής τετριμμένης και κοινής.
Στους νέους ήτο λίαν προσηνής,
αλλά τους επροτίμα πρηνείς.
Ζήτημα γούστου, θα πείτε κ’ οι Λατίνοι
θα συνεφώνουν κ’ εκείνοι.
«Νον ντισπουτάντουμ εστ ντε μόριμπους,
ντε γκούστιμπους άτκβε ντε κολόριμπους!»
Αλλ’ ως φαίνεται το κωθώνι διεφώνει —
κ’ έτσι γίνονται οι φόνοι.

Η παρωδία όμως δεν είναι πάντοτε (κατ᾽ ακρίβεια δεν είναι καν στις πλείστες των περιπτώσεων) επιθετική και εχθρική. Είναι μορφή απόδοσης τιμής (hommage) και έμμεσης αναγνώρισης. Για να παρωδούνται ποιήματα, όπως αυτά του Καβάφη, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή τους, προϋποτίθεται ότι τα κείμενα αυτά έχουν διεισδύσει στην κοινή συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, που έχουν αποκτήσει πια το στάτους ενός λόγου παροιμοιώδους, σοφού, έγκυρου και διαχρονικού, χαραγμένου στη μνήμη, άμεσα αναγνωρίσιμου.

Στην περίπτωση αυτή η παρωδική χρήση των καβαφικών στίχων δεν στοχεύει πια στην ειρωνική τους υπονόμευση αλλά στην αξιοποίησή τους. Η παρωδία δεν ανατρέπει το κείμενο-στόχος (το καβαφικό ποίημα), αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα. Ακριβώς λοιπόν επειδή τα λόγια του Καβάφη αποτελούν κοινό κτήμα, πολιτισμική παρακαταθήκη στην οποία μετέχουν όλοι — με άλλα λόγια, ακριβώς επειδή ο Καβάφης είναι «ποιητής του κόσμου» — η παρωδία συνιστά τελικά μέσον με το οποίο μπορούν να εντυπωθούν σοβαρά μηνύματα σε τόνο ανάλαφρο και ειρωνικό. Όπως σημειώνει ο Δασκαλόπουλος, ήδη από τη δεκαετία του 1950 «η φωνή του ποιητή γίνεται κοινόχρηστος λόγος για καθημερινή συνεννόηση» (σ. 22).

Ας διαβάσουμε μερικά τέτοια ποιήματα. Ο Φρέντυ Γερμανός παρωδεί το Θυμήσου Σώμα, για να σχολιάσει την ακρίβεια του πετρελαίου θέρμανσης — τότε (1974), όπως και τώρα…:

ΘΥΜΗΣΟΥ ΣΩΜΑ:

(Αφιερώνεται
στα παγωμένα σώματα
των αθηναϊκών καλοριφέρ)
Σώμα θυμήσου όχι μόνο το πόσο
κάποτε ζεστάθηκες. Ή το πετρέλαιο που έκαψε…
Αλλά κι εκείνες τις επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά…
Θυμήσου σώμα τες φωτιές που κάποτε άναβες
σε όλη την πολυκατοικία. Θυμήσου σώμα
τες δόξες σου τες πρώτες […]

Σε ανάλογο τόνο ο ίδιος έγραψε και ένα μακροσκελές… «Περιμένοντας το Πετρέλαιο».

Σε πιο δηκτικό τόνο, στα 1974, ο Κ.Φ. Φαβάκης (Μίμης Σουλιώτης), με υποκείμενο «Το πρώτο σκαλί», ειρωνεύεται την πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή για πελατειακές σχέσεις αλλά και εκμετάλλευση της κομμουνιστοφοβίας, ακόμη και μετά την πτώση της Χούντας. Τον Καραμανλή τον αποκαλεί Καραβατζή — ένα ξεκάθαρο λεξιλογικό σύμμειγμα (portmanteau): ΚΑΡΑμανλής – (πολιτικός) νταΒΑΤΖΗΣ):

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΙΣΘΟΣ

Εις τον Καραβατζήν παραπονιούνταν
κάποτε ο νεοδιόριστος φιλόλογος Αντίδης
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν αφότου με διόρισες,
και μίαν μόνον αύξηση εκαρπώθην, πενιχρή.
Αυτό, (του δείχνει), το μόνο παραπάνω κατοστάρικο είναι.
Αλίμονον, είναι στεγνή, το βλέπω,
πολύ στεγνή των Αυξήσεων η σκάλα
κι απ’ τον μισθό τον μαύρο εδώ που είμαι
θ’ αργήσω ν’ αναρριχηθώ, ο χαμερπής».
Είπ’ ο Καραβατζής: «αυτά τα λόγια,
φυλάξου, ερυθροκίτρινο σε βάφουν.
Κι αν παίρνεις αχαμνόν μισθό, και τι μ’ αυτό· οφείλεις
να φουσκώνεις, που είσαι Έλλην.
Αυτά που παίρνεις, κάτι είναι·
με δυόμισι χιλιάρικα, μπα, δεν πεθαίνεις.
Κι αυτός ακόμη ο μισθός σου ο πρώτος
πλήρως από το Τίποτα απέχει.
Και τον μισθόν για να εκμαιεύσεις τούτον,
σου εξασφάλισα νηφάλιον Φρονημάτων —
αν κ’ είχες πιει καφέ, παλιά, με κουκουέδες.
Και σκέψου που και σπάνιο η Ασφάλεια είναι
κι αφάνταστο, που σ’ αποχρωματίζει.
Γιατί οι κλειδούχοι δεν τις πολυστρέχουν
τέτοιες χρωματικές ατασθαλίες. —
Εδώ που σ’ έβαλα, ρε, λίγο το ‘χεις;
Και μου ‘σαι και φελλόλογος — σαν κάπως μπάφας».

Και προχωρώντας πλησιέστερα στα καθ᾽ ημάς, στην κυπριακή επικαιρότητα, μοιράζομαι μαζί σας το πόνημα ενός συναδέλφου μου στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ο οποίος διαστρέφει υπέροχα τη «Διορία του Νέρωνος», για να αναφερθεί στον Σόιμπλε, στο Γιουρογκρουπ και σε κάποιον κύριο ονόματι Νίκωνα, τον οποίο δεν θα προσδιορίσουμε περαιτέρω!

Η ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΩΝΟΣ

Δεν ανησύχησεν ο Νίκων όταν άκουσε
του Ευρωπαϊκού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα ένα χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Εξήντα επτά χρονών είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που το Γιούρογκρουπ τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους. Τώρα στην Λευκωσία θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξίδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως –
στες τρόικες, στο κούρεμα, στες ολονυχτίες…
Του Βελγίου και των Βρυξελλών εσπέρες…
Α, των κεκαρμένων κεφαλών η ηδονή προ πάντων… Αυτά ο Νίκων. Και στην Γερμανία ο Βόλφγανγκ
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα ενός χρονώ.

Κι εφόσον εκμεταλλεύθηκα την καλοσύνη μας μέχρι εδώ, ας κλείσω με τρία δικά μου ανοσιουργήματα. Το πρώτο μιμείται «Τα Τείχη». Το θέμα μπορείτε εύκολα να το μαντέψετε:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα και βαριά στηρ ράσιην μου σώριασαν χρέη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: την πούγκαν μου τρώνε οι κορέοι,
διότι offshores πιο πολλά στο ΧΑΚ να πλύνω είχον.
A, όταν σώριαζαν τα χρέη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον ληστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τα markets έξω.

Η αισχρή ταπεινότης μου τόλμησε να ασελγήσει κατά συρροήν και στο νοσταλγικό «Θυμήσου Σώμα»:

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Ή ΘΥΜΗΣΟΥ ΠΤΩΜΑ

Πτώμα, θυμήσου, όχι μόνο το πόσο εποθαμμάστηκες
όχι μόνο τα ρούβλια και τα ευρώ όπου εκολύμπησες
αλλά κ᾽ εκείνες τις κομπίνες που για σένα
γέμιζαν τα βαλάντια φανερά
κι ετρέμανε — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζε,
θυμήσου, η κάφτρα από το πούρο που σε τζόγαρε,
πώς έσκαγε στα γέλια εκείνα τα πνιχτά,
για σε, θυμήσου, ηλίθιο πτώμα.

Και τέλος ένα για τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στην ηγετική πυραμίδα του ΑΚΕΛ:

Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΩΜΙΤΟΥ

Δυσαρεστήθηκεν ο Δικωμίτης
Δημήτριος που στη Σιβηρίαν
δεν δέχονταν κείνον τον καταχάλην,
τον Κατσουρίδην, που εσήκωσεν
κρυφήν παντιέραν ξαφνικά
και τίποτις δεν ένιωθεν ο ανόητος
από ανάγκας ιδεολογικάς κι ανησυχίας.
Μα δεν το βλέπει;
(λες και δεν φτάνει ο Πόλυς ο αθυρόστομος)
θα καταντήσει πια και παίγνιο μες στο κόμμα
η χάρη του. Να μην ξεχνούν πως είναι
και πρώην Γραμματεύς.
Τουλάχιστον, όσον υπάρχει ο Άντρος
(η προθυμία πλέον δεν ευδοκιμεί),
ας διατηρούμεν μιαν αξιοπρέπειαν,
ας τρώμεν πού και πού κάναν κομματικόν,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ονειρευτούμεν
όνειρα ολοπόρφυρα, συνθήματα λαμπρά.
 

Αριστεροί είμεθα κι εμείς, τι άλλο είμεθα;

 

[1] Μελοποιήσεις του Καβάφη έχουν επιχειρήσει, μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου («Κ.Π. Καβάφης», τριπλός δίσκος), η Λένα Πλάτωνος («Καβάφης: 13 τραγούδια»), ο Γιάννης Γλέζος («Περιμένοντας τους βαρβάρους»), ο Γιάννης Σπανός («Πλησιάζοντας τον Καβάφη»), ο Δημήτρης Μητρόπουλος και άλλοι.

[2] Βλ. π.χ. την ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη» (2008), έναν συνδυασμό ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, καθώς και το γνωστότερο έργο του Γιάννη Σμαραγδή «Καβάφης» (1996).