Tags

, , , , , , , , , , , ,


Μια από τις εμβληματικότερες φωτογραφίες της εισβολής, που ενέπνευσε, μεταξύ άλλων, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη (βλ. παρακάτω το ποίημα “Παιδί με μια φωτογραφία”)

Ο λόγιος είναι σαν τον γύπα και το σκουλήκι: τρέφεται με τα πτώματα των ποιητών. Ο ποιητικός λόγος, αντίθετα, είναι, πρέπει να είναι, αυτόφωτο σώμα. Στο σημερινό κείμενο λοιπόν δεν θα σχολιάσω· θα παραθέσω μόνο μερικά, ελάχιστα κείμενα, τα κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, ποιήματα για την τουρκική εισβολή. Κάποια από αυτά είναι πολυμελετημένα, πολυανθολογημένα, ακόμη και μελοποιημένα, κάποια άλλα είναι ίσως λιγότερο γνωστά. Είναι αυτονόητο ότι η επιλογή είναι προσωπική και ότι παραλείπονται δεκάδες ισάξια ή και ανώτερα ποιήματα. Ελπίζω τουλάχιστον να δίδεται μια εικόνα.

Στον ποιητικό λόγο περί εισβολής ξεχωρίζουν τέσσερις κυρίως μεγάλες θεματικές κατηγορίες:

(α) οι θρήνοι για τις (προσωρινά;) χαμένες πατρίδες·

(β) οι ελεγείες για τους νεκρούς και ειδικά για τους αγνοουμένους: στις δύο αυτές πρώτες κατηγορίες η έμφαση είναι στον ανθρώπινο πόνο, τη συμφορά, την τραγωδία.

(γ) οργισμένα και καταγγελτικά πολιτικά ποιήματα, που στρέφονται κατά των κάθε λογής “ενόχων”: αυτών “που αδράξανε τις πύλες και τις ανοίξαν στον εχθρό“, αυτών οι οποίοι με την αφέλεια, την αμέλεια και την αβελτηρία τους έπραξαν κατ’ ουσία το ίδιο, κατά των ισχυρών υποκριτών της γης και όποιων άλλων. Από την κατηγορία αυτή δεν λείπουν – ενδεχομένως μάλιστα και να ξεχωρίζουν ποιοτικά – τα ποιήματα αυτοκριτικής και αυτοκαταγγελίας.

(δ) ποιήματα καρτερίας και αντίστασης.

Οι κατηγορίες δεν είναι βεβαίως στεγανές, δεν θα ήταν δυνατόν να είναι: ο θρήνος δεν μπορεί παρά να ενέχεται στην καταγγελία (και με τις δύο έννοιες του ρήματος “ενέχεται”), η ελεγεία δεν μπορεί παρά να μετουσιώνεται πολύ συχνά σε οργή, κι η καρτερία να γαλβανίζεται μέσα από την οργή.

Α. ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ:

Α1. Μιχάλης Πασιαρδής, “Φέρτε μου το παλιόν δκιολίν (Στους παλιούς ρυθμούς)”

 
Φέρτε μου το παλιό δκιολίν τζαι το παλιόν λαούτο
με κόρτες πόν ανταχτερές για το τραούιν τούτο
 
Θωρώ τον Πενταδάχτυλον που στέκει πικραμμένος
με τους αλύσους τους χοντρούς σαν τον ληστήν δημμένος
 
Να πκιάω στράτες των πουλλιών να πάω το Καρπάσι
να δω φίλους τζαι συγγενείς τζει κάτω πώς τα πάσι
 
Που την Τζερύννειαν έρκουμουν εψές εις τ’ όρομάν μου
τζι’ οι πέτρες εφωνάζαν μου· εξέραν τ’ όνομάν μου
 
Της Αμμοχώστου θάλασσα, της Μεσαρκάς αλώνια
ζυμώννει ο πόνος το ψουμίν να φαν παιδκιά τζι’ αγγόνια
 
Σερκές – σερκές επκιάσασιν τ’ άστρα στον ουρανόν μας
τζι’ είπαν· «εν χωριζούμαστιν στον τόπον τον δικόν μας».
 
 

Α2. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, “Άρδανα” (Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, 1982)

 
Και τη μισήν αυλή του από ‘να μέρος
που δε φαινότανε άλλοτε μια πέτρα της
θωρούσε με τα μάτια του τυφλά.
 
Το θάμα ήτανε στ’ όνειρο, αλλά μισό κι αυτό.
Γιατί όπως ήταν κάτω από κληματαριά
καλού γειτόνου κι έβλεπε προς την αυλή
τ’ αγαπητού σπιτιού του, πώς να προχωρήσει
που ‘χανε στήσει γλέντι και χορό
στην απλωσιά της κάτι ξένοι.
 
Και τον κοιτούσανε όλοι, το πηγούνι τους
σηκώνανε κατά τον ουρανό
και σημαδεύανε συνέχεια όχι.
 
Μιαν άλλη φορά πάλι τα κατάφερε
και μπήκε από σκισμή τ’ ονείρου του στο σπίτι.
Βγαίνοντας στην αυλή του απ’ την καμάρα
τη βρήκε την Τουρκάλα που έβγαζε νερό.
 
Ούτε που σκέφτηκε να τη ρωτήσει το γιατί.
Μονάχα πήρε τη γνωστή του μαντιλιά
την ουρανιά και σκούπισε το πρόσωπό του.
Εκείνη γύρισε αθόρυβα, χωρίς μιλιά
και κάνει κάπως έτσι (κίνηση χεριών)
σάμπως να του ‘λεγε «δε φταίμ’ εμείς,
και δηλαδή τα βρήκαμε, δεν τα πειράξαμε.
Τι να σου κάνω; Αν θέλεις κόπιασε να φάμε».
 
Αυτά σημαίνουνε, Κυριάκο, είπε στον ποιητή
ο άνθρωπος που μπήκε στην αυλή του
πως δε θα πάμε πίσω στο χωριό μας.
Ναι, είναι τραγικό, μα κάλλιο να το ξέρουμε
παρά να ζούμε στο σκοτάδι αλλιώτικης ελπίδας.
Ζύγωσα στ’ όνειρό μου κάμποσες φορές
το σπίτι μου και στ’ όνειρό μου βρήκα
τον τρόπο να διασπάσω τη γραμμή –πήγα πετώντας
ίσαμ’ εκεί, το είδα ως δε θα το ‘βλεπα
σ’ ειρηνικούς καιρούς και μετρημένους.
 
Αλλά συνέχισε πως κάποιοι τον μποδίζαν
να μπει, τον αποτρέπανε: «Σαν έφτανα ως εκεί
να προχωρήσω εκείνοι δε μ’ αφήνανε.
Κι ούτε να φύγω πάλι το μπορούσα.
Έξοδος δεν υπήρχε στ’ όνειρό μου
κι άλλο δεν είχα παρά να ξυπνήσω».
 
Ο ποιητής τον άκουσε με προσοχή
και χαμογέλασε με λόγια μετρημένα.
Αν την Αμμόχωστο, είπε, την αφήκαμε
μέσ’ απ’ τα χέρια μας να ξεγλιστρήσει,
μια μέρα θα την πάρουμε στα σίγουρα
με όρους ταπεινωτικούς∙ αυτό είναι αλήθεια.
Να ξέρεις τούτο μοναχά: Ή τη βλέπεις
και να την πάρεις δεν μπορείς στα ίσια
ή δεν τη βλέπεις κι έχεις την ψευδαίσθηση
πως τηνε βλέπεις, επειδή έτσι φαίνεται.
Αυτό είναι το χειρότερο. Κοίτα, σα να ‘ναι
οι φύλακες εκεί και σ’ εμποδίζουν
να μπεις μες στα λαγούμια της ανάμνησης,
απαγορεύουνε θαρρείς τη δίοδο
ακόμα και στο πέταγμα του νου.
Ωστόσο το φτωχό σου το χωριό Άρδανα,
πλαγιά Πενταδακτύλου, ας το ζαλίσουμε,
κυρ Τόμπυ, στο κρασί της Ιλλυρίας.
Ας πιούμε στην υγειά του, όσο κρατεί
στους ώμους του την Οικουμένη ο Άτλαντας.
Γιατί ο καιρός περνά κι η φύση χάνεται.
Η θάλασσα που τώρα λιώνει στο μετάξι
σαν αύριο θα γενεί θεριό, φυλάξου.
Τότε μπορεί κι εγώ να τρελαθώ
και συ να μπεις στο σπίτι το δικό σου.
 

Α3. Κώστας Μόντης, “Στιγμές της εισβολής” (Πικραινόμενος εν εαυτώ, 1975)

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας. 
 
[…]
 
Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών
 
[…]
 
Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους
 

Α4. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, “Γλυκό του κουταλιού” (Δοκίμιν, 2000)

 
Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.
 
Μια μαντιλοδεμένη μου ‘φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.
 
Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.
 
Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.
 
«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει·
«μπορείς να ‘ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από ‘να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.
 
«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».
 
Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;
 
Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκό του κουταλιού; μεγάλο θέμα.
 
Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να ‘χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.
 
 
[Ακούστε τον ποιητή να απαγγέλλει το ποίημα εδώ]

Προσφυγικοί καταυλισμοί

Β. ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

Β1. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, “Στα στέφανα της κόρης του” (Θόλος, 1989)

Είχε τρακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.
 
Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.
 
Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ΄το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.
 
Τελειώνει ο γάμος και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ΄αυτοκίνητό του, χάνονται.
 
Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτος
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.
 
 
[Ακούστε τον ποιητή να απαγγέλλει το ποίημα εδώ]
 
 

Β2. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, “Παιδί με μια φωτογραφία” (Θόλος, 1989)

 
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
 
Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.
 
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.
 
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.
 
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
 
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.
 
 

[Ακούστε το ποίημα μελοποιημένο σε μουσική Μάριου Τόκα, εκτέλεση Δημήτρη Μητροπάνου και απαγγελία του ποιητή]

Β3. Φοίβος Σταυρίδης, “Η συμμετρία του Κόσμου” (Τρίτο Πρόσωπο, 1992)

Όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου.
 
Το κόκκινο πουκάμισο του δειλινού
μουσκεμένο στη δίψα της στεριάς
πλάι σε γυμνό κορίτσι που λιάζεται
 
ήχοι που ξεθυμαίνουν στο φως
 
αυτή η γριά που κάποτε πενθούσε το γιο της
και τώρα δεν ελπίζει ούτε στο θάνατο
κοιτώντας ένα σκυλί να τριγυρίζει άσκοπα στη γειτονιά
 
τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν
κι άλλα που περιμένουμε και δεν θα’ ρθουν
 
ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμυθιωμένα είδωλα
μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο
μας ανεπίδοτης ζωής
 
η άφωνη κραυγή
η πολυέλεη ανυπαρξία
 
η Μιράντα, ο Χάρης, ο Στέφανος
κι η παραισθητική σφραγίδα της δωρεάς.
 

Β4. Κώστας Μόντης, “Τουρκική Εισβολή ΙΙ” (Πικραινόμενος εν Εαυτώ, 1975)

 
Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού
ποιο παιδάκι ήθελε ν᾽ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν᾽ ανεμίσει το χέρι και της το᾽ κοψαν;
 
 

Γ. ΤΑ ‘ΠΟΛΙΤΙΚΑ’

Γ1. Παντελής Μηχανικός, “Ονήσιλος” (Κατάθεση, 1975)

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.
 
Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.
 
Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.
 
Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.
 
Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.
 
Κ’ έγυρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.
 

Γ2. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, “Ύστερη Εποχή του Χαλκού” (Δοκίμιν, 2000)

 
Θ’ ακούσατε θαρρώ και για το ρήγα
Της Αλασίας που κυπροσυλλάβισε
Στον «αδερφό» του Φαραώ: «Καϊρέττιν!
Αντέχω τζι εν αντέχω τρεις μηνάες.
Σαρατζηνοί εσκουλλίσαν την αγίαν
Νήσον της Τζύπρου τάνα τζι εσού νάκκον».
 
Για να τον φχαριστήσει στέλλει δώρο
Λίγο χαλκό συμβολικά, «επειδή», λαλεί του,
«τζιείν” του θεού Νεργκάλ της Ασσυρίας
Εσσέπασεν το σιέριν του την χώραν
Τζιαι πλάσμαν εν αφήκεν στα λαούμια».
 
Ο Φαραώ Αμένοφις ο Δ΄
Κυλούν τρεις μέρες και κυλούν τρεις μήνες
Προθύμως δε στον «αδελφό» του στέλλει
Δυο τενεκέδες λάδι κι ένα βόδι,
Στέλλει και μπύρα Αιγύπτου, πρώτης ποιότητος.
«Δικά σου και τα πώματα», του γράφει.
 

[Δέστε εδώ σχετικό κείμενό μας για το ποίημα αυτό]

Γ3. Κώστας Μόντης, από το “Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα”

 
Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
 
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
 
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,

ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
 
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
 
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.
 

Γ4. Παντελής Μηχανικός, “Ίτε” (Κατάθεση, 1975)

 
Και τι περιμένεις από ανθρώπους
που τους βιάσανε τις γυναίκες μπροστά στα μάτια τους
και δεν τράβηξαν τον σουγιά τους.
Απαθώς
τότε
κι απαθώς
σήμερα
ζητάνε απλώς
διαζύγιο.
Τέτοιοι ρουφιάνοι
δεν μπορούν να πολεμήσουν για τίποτε
 

Γ5. Κώστας Μόντης, “Τα ‘σοκολατόπαιδα'” (Πικραινόμενος εν εαυτώ, 1975)

 
Βεβαίως θα’ ρθει να υπηρετήσει την πατρίδα
– αλίμονο τώρα.
Μόλις τελειώσουν όλα αυτά
Θα γυρίσει το παιδί να κάνει τη θητεία του
Και να πολιτευθεί.
 

Γ6. Ανδρέας Χριστοφίδης, “Φθινόπωρο 1973, που έφερε το καλοκαίρι του 1974” (Οι Ομιλίες της Νύχτας)

 
1.Ρώτησα σήμερα/ γιατί τάχατε/ ο τραγικός και σεμνός ηγέτης/ που λέγονταν/ Αγιέντε/ προτού να/ σφουγγαρίσει και/ να ξεσκονίσει καλά/ όλο το σπίτι/ δέχτηκε /δεκάξι/ σφαίρες/ στ’ ανοικτό του στόμα/κι έγειρε και/ πέθανε;
 
Διότι ίσως/ είπεν ο νεκρός αδελφός μου/ πρέπει να έχει η ITT τα προνόμιά της/ ο Κόλμπυ την επιτυχία του/ και ο Γκενήν το πούρο του.
 
Διότι/ πρέπει να έχει/ ο Νίξον το μαγνητόφωνό του/ οι στρατιωτικοί τα/ γυμνάσιά τους/ και οι νοικοκυρές/ τις κατσαρόλες τους.
 
Διότι ίσως/ είπεν η αγράμματη μητέρα μου/ πρέπει να έχουν/ οι ποιητές τις εμπνεύσεις τους/ οι αρθρογράφοι τα θέματά τους/ και/ ο Κίσινγκερ το Νόμπελ του.
 
Διότι/ πρέπει να έχουν οι/ γερουσιαστές τις επιτροπές τους/ οι Έμποροι χαλκού/ τα κέρδη τους/ οι επιτήδειοι αργύρια/ ο Άγκνιου τους εργολάβους του/ και/ οι εφοπλιστές τις νήσους τους/
 
Διότι ίσως/ είπεν ο νεκρός πατέρας μου/ πρέπει να έχουν οι ιστορικοί συγγράμματα/ οι φοιτητές τις διατριβές τους/ τα λατομεία τούς/ εργάτες τους/ τα Ηνωμένα Έθνη/ τις συνελεύσεις τους/ οι αδέσμευτοι τις/ διακηρύξεις τους/ και τα/ νομίσματα/ την υγεία τους/
 
Διότι δεν πρέπει/ είπεν ο ανήλικος υιός μου/ να έχουν/ τα παιδιά  τα μάτια τους/ οι έφηβοι τα σχέδιά τους/ οι μεγάλοι τις ρυτίδες τους και/ διότι/ πρέπει να έχουν όλοι/ τους φόβους/ των.
 

Γ7. Ανδρέας Παστελλάς, “Ο Φρύνιχος στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1974” (Μεταθανατίως Αποσχηματισθείς, 1995)

«ες δάκρυα έπεσε το θέητρον» (Ηρόδοτος)

Καθώς βγήκε στο φως από τον Υπόγειο της Ομόνοιας
σαν από σκοτεινή καταπακτή
από ξεχασμένη γαλαρία ορυχείου
με χιλιάδες αμίλητους νεκρούς συντρόφους
να ταξιδεύουν μαζί του,
δεν είχε στο κεφάλι του στεφάνι
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που ’χαν μείνει στην έρημη γη.Με τσουρουφλισμένα βλέφαρα
μάτια θολά και κόκκινα απ’ τους καπνούς
τη στάχτη στα μαλλιά
απ’ τα καμένα κέδρα
πυρπολημένης γειτονιάς πατρίδας μακρινής,
χωρίς ακοή απ’ τις στριγγές φωνές
σφαγμένων αγρινών,
με χέρια απλωμένα
αόμματος επαίτης
γωνία Σταδίου και Αιόλου
στάθηκε
μπροστά στην υποχθόνια
βοή που ερχόταν
κατηφορίζοντας
σαν από άλλο κόσμο χαρισάμενο στο πεζοδρόμιο.
– Έλληνες αδελφοί…
Από ηχείο στήθους ραγισμένου
βραχνή βγήκε η φωνή σαν ξένη
σε άσημα θρύψαλα ήχου σκορπίστηκε
σαν πατημένα φέιγ-βολάν
στην άκρη του δρόμου
ή σαν άχρηστα εισιτήρια λεωφορείου
στο λερωμένο πλακόστρωτο.
-Έλληνες αδελφοί…
η φωνή χάθηκε στο βάθος ξεραμένου πηγαδιού.
 
Κάποιος περνώντας δίπλα
του ’χωσε βιαστικά στη χούφτα
ένα τάληρο.
 

Δ. ΜΝΗΜΗ, ΚΑΡΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Δ1. Κώστας Μόντης, “Επίγραμμα”

Κ’ η Ελλάδα τελευταίος θάμνος στον κρεμνό
να τον αρπάζει η λευτεριά να κρατιέται.
 

Δ2. Κώστας Μόντης, “Κυπριακή Ιστορία”

Γρόνια, σκλαβκιές ατέλειωτες, τομ πάτσον τζιαι τογ κλώτσον τους.
Μα εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στορ ρότσον τους.
 

Δ3. Άνθος Λυκαύγης, “Μαρτυρία” (1978)

Πικρή γενιά με τ’ άδικο της γης σταυρό στον ώμο
της Ρωμιοσύνης τον στενό πικροδιαβαίνεις δρόμο.
 
[…]
 
Θαλασσοφίλητή μου γη ματόβρεχτη πατρίδα
στο ’να σου χέρι θάνατο και στ’ άλλο την ελπίδα.
 
[…]
 
Ελιόκλωνο κι αγιόκλημα στης θάλασσας την άκρη
μετράς τον πόθο με όνειρο, το χρόνο με το δάκρυ.
 
[…]
 
Κι αυτό το χώμα που άνθιζε χαμόγελα στο φως σου
ανέμοι το σκορπίσανε λυγμό στο πρόσωπό σου.
 
[…]
 
Στα χείλη τους τ’ αγέλαστα, στο δυνατό τους χέρι
γυαλίζει της στερνής οργής το δίκοπο μαχαίρι.
 

Δ4. Άνθος Λυκαύγης, “Αντίσταση”

Δεν έχει ο κάμπος μας νερό τις ρίζες να κρατήσει
κορμιά ζητάει και στεναγμούς σαν το δέντρο ν’ ανθίσει
τα παλληκάρια στο χορό και πίσω δε γυρίζουν
στου τραγουδιού τους την οργή χίλια σπαθιά τροχίζουν
 
Μάνα χτυπάει μέσα στο φως μάνα χτυπάει η οργή μας
μάνα ο λυγμός μας κεραυνός και μια βροντή η κραυγή μας
φωτιά που καίει μες την πληγή και να η ματιά αντρειώνει
Μ’ ένα σπαθί μετράει τη γη μετρά και δεν τελειώνει
 
Όλα τ’ αστέρια να χαθούν κι η γη να σκοτεινιάσει
τη μια η καρδιά στην Τηλλυριά την άλλη στο Καρπάσι
 
Μάνα χτυπάει μέσα στο φως μάνα χτυπάει η οργή μας
μάνα ο λυγμός μας κεραυνός και μια βροντή η κραυγή μας
 
http://www.youtube.com/watch?v=JZz8mFNcSIA

 

Δ5. Θεοδόσης Νικολάου, “Το σπίτι, β΄” (από την ομότιτλη ποιητική σύνθεση του 1993)

 
Το πότε χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω.
Η χρονολογία στο υπέρθυρο* φθαρμένη
Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη.
Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του
Είναι στρώματα από κόκκαλο
Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων,
Στρώματα από κόκκαλο
Ψαριών και άλλων εναλίων* ζώων
Όστρακα αγγείων και ονείρων
Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα.
Γιατί ποταμοί παπαρούνες
Χύνονται από τις γύρω πλαγιές
Διαρρέουν τον κάμπο
Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως.
Οι άνεμοι και η θάλασσα
Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται.
Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί
Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες
Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν
Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού.
Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης
Λίγο πιο πάνω από τη γη
Λίγο πιο πάνω από τα κύματα
Διαρκώς αιωρούμενος.
Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα,
Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά
τις πτέρυγές του,
Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων
Σαλεύει τα γιασεμιά,
Τα κόβει
Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων.
Εδώ γεννήθηκα.
 

[Ακούστε τον ποιητή να απαγγέλλει αποσπάσματα από “Το Σπίτι” εδώ και εδώ]

Advertisements