ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ ΘΕΙΑΝ

_______________________________

 

Ήρτες σγοιάν ήρταν ούλλες τους:
μιαν σταλαμήν του ξύπνου μου.
        Μα ᾽σιες το πο ᾽ν είσιεν καμιά:
        ήσουν μια πέτρα ριζιμιά
μες τα βαθκιά του ύπνου μου.

 

Έφη3

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ:

  • σγοιάν: όπως
  • σταλαμή: στιγμή
  • το πο ᾽ν: αυτό που δεν
  • ριζιμιά: με βαθιές ρίζες, δηλαδή αμετακίνητη
Advertisements