Tags

, ,


ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΙΟΥ “ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΠΙΕΡΙΔΗΣ 2019” ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ.

Ο ποιητής που βραβεύεται απόψε και ο διηγηματογράφος του οποίου το όνομα κοσμεί το βραβείο δεν ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Την προσωπική και κυρίως την πνευματική τους σχέση περιγράφει ο ίδιος ο ποιητής στο δοκίμιό του «Χαβάγκα Γιώργος», που αναδημοσιεύεται στον πρώτο τόμο του Ολισθηρού Ιστού.[1]

Γνωρίστηκαν, λέει, στην Αμμόχωστο. Σεβάσμιος διευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και Πινακοθήκης ο Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης (1904-1999), με τα πρώτα του συγγραφικά παράσημα, αλλά χωρίς να έχει συνθέσει ακόμη το opusmagnumτην Τετραλογία των καιρών· έφηβος μαθητής του Α᾽ Γυμνασίου Αμμοχώστου ο Χαραλαμπίδης, βυθισμένος σε φιλολογικά διαβάσματα, θρησκευτικές αναζητήσεις και εθνικές εξάρσεις. Αριστερός και διεθνιστής ο Πιερίδης, έχοντας ζήσει τέσσερις και πλέον δεκαετίες της ζωής του στην κοσμοπολίτικη Αίγυπτο· άγουρο ακόμη παιδί του καιρού και του τόπου του ο Χαραλαμπίδης, αλλά με τις κεραίες ήδη συντονισμένες προς το πλατύτερο και βαθύτερο μήνυμα. Συναντιόντουσαν, πού αλλού, στη Βιβλιοθήκη, μιλούσαν για την τέχνη, την αγιότητα, τη στάση του πνευματικού ανθρώπου, τη λύτρωση που ενέχεται στο να κάνεις «αυτό που ενετάλης» με ταπεινοφροσύνη, τιμιότητα και ευγένεια.

Ο μαθητής Χαραλαμπίδης ανδρώνεται βλέποντας, λέει, την Αμμόχωστο σαν ένα αέτωμα, που στηρίζεται σε δυο κολώνες: η μία ήταν ο Πιερίδης, η άλλη ο γυμνασιάρχης Κυριάκος Χατζηιωάννου.[2]Οι δύο αυτές μορφές συμβολίζουν επίσης, θα έλεγα, τα δύο ρεύματα που συμβάλλουν στον ποιητικό ποταμό του Χαραλαμπίδη ήδη από την Πρώτη Πηγή (1961): από τη μια, ένας λεπταίσθητος ανθρωπισμός (σαν του Πιερίδη), που βλέπει στη μικροπινελιά της ζωής (δυο γαλάζια γοβάκια,[3]ένα παιδί με μια φωτογραφία κρατημένη ανάποδα[4]) την πεμπτουσία της Ιστορίας· κι από την άλλη, το γιγάντιο πλην γυμνασμένο και οικονομημένο σώμα μιας doctrinaphilologica(σαν του Χατζηιωάννου), που επιτρέπει στον ποιητή να περιηγείται την Ιστορία και τη Γλώσσα στη διαχρονία τους με την ίδια άνεση που περιφερόταν παιδί στην οδό Πνυταγόρου, «ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη»·[5] να αναμειγνύει και έτσι να αναπλάθει με φυσικότητα τη γλώσσα των σύγχρονων Κυπρίων με τη γλώσσα του Σεφέρη, του Καβάφη, του Ρωμανού, του Αισχύλου ή του Ομήρου. 

Πιερίδης και Χαραλαμπίδης συναντώνται απόψε ξανά σε αυτή την τελετή βράβευσης, τη δέκατη στην ιστορία του βραβείου[6]—κολώνες και οι δυο όχι των γραμμάτων μας μόνο, αλλά γενικότερα μιας «άλλης Κύπρου» (για να θυμηθούμε τον υπότιτλο των Ασάλευτων καιρών)—της Κύπρου της πνευματικής αρχοντιάς, της χωνεμένης και άρα γαλήνιας, επιεικούς και δοτικής συναίσθησης της αυταξίας. 

Κάποτε ρωτήθηκα γιατί θεωρώ τον Χαραλαμπίδη μείζονα πανελλήνιο ποιητή και κατ᾽ επέκταση ποια προσόντα θα διέκριναν αντικειμενικότερα, πέρα από την παροδική συγκίνηση, μείζονες και ελάσσονες λογοτέχνες. Η εποχή των κοινωνικών δικτύων εκδημοκρατικοποίησε μεν τη λογοτεχνική κριτική, αλλά αντί να οδηγήσει σε πιο ισόρροπες κρίσεις προκάλεσε ακόμη πιο ανυπόφορο πληθωρισμό υπερθετικών. Προτιμώ, προσωπικά, να περιγράφω παρά να χαρακτηρίζω.

Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, ο μεγάλος ποιητής είναι κατά κανόνα: ογκώδης, πολυσχιδής και πολυτροπικός, ποιητής του σπουδαστηρίου αλλά και των μαζών, πάνω από όλα ποιητής εθνικός, εκμαγείο δηλαδή της συλλογικής συνείδησης σε μια δεδομένη περίοδο της ιστορίας. Δεν είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί, παρά τον ελάχιστο χρόνο μας, πως όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά εντοπίζονται στην ποίηση του Χαραλαμπίδη. 

Χαρακτηρίζω ένα ποιητή ογκώδη,παίζοντας με την έννοια που απέδιδαν στον ὄγκον οι αρχαίοι κριτικοί,[7] όταν από τα πρώτα του κιόλας βήματα—και με αυξανόμενη πεποίθηση προϊόντος του χρόνου—αναγνώστες και ομότεχνοί του αναγνωρίζουν, αναγκάζονταινα αναγνωρίσουν, ότι μπροστά τους εξελίσσεται ένα φαινόμενο που δύναται να υπερβεί τον χώρο και τον χρόνο. 

Δεν είναι τόσο τα βραβεία, οι κριτικές ή οι επίσημες διακρίσεις (γραμματολογικοί δείκτες με σχετική αξία) που καθορίζουν αυτή την αίσθηση. Είναι, πολύ πιο εύγλωττα, η ενόραση μυστών που ψυχανεμίζονται τους μύστες («να παραμερίσουμε ποιητή, για να περάσεις», έγραψε ο Παλαμάς για τον Ρίτσο ήδη το 1937)· είναι οι αυθόρμητες εκείνες τομές στον ιστορικό χρόνο, που προκύπτουν λόγου χάριν όταν μέσα στη νύχτα της Κατοχής η κηδεία ενός Παλαμά γίνεται παλλαϊκό συλλαλητήριο και η νεκρολογία ενός Σικελιανού εγερτήριο σάλπισμα πάνω από το φέρετρο («Ηχήστε οι σάλπιγγες…»)· είναι, τρίτο και τελευταίο παράδειγμα, η δωρική κατηγορηματικότητα μιας λιτής Δήλωσης και επιθανατίου ποιήματος, που θυμίζει τις προφητείες των θνησκόντων ηρώων του Ομήρου και δείχνει πόσο διαπεραστικός μπορεί να γίνει ο λόγος, όταν οξύνεται από το ένστικτο της Τραγωδίας («Επί ασπαλάθων»). 

Οι «ογκώδεις» επιβάλλουν συνήθως την παρουσία τους εξ απαλών ποιητικών ονύχων, κάποτε με χειρονομίες που σε άλλους θα μοιάζαν υπερφίαλες αλλά που εδώ φαίνονται σχεδόν νομοτελειακές, όπως όταν ένας τριαντάχρονος πρωτοεμφανιζόμενος τιτλοφορεί την παρθενική ποιητική συλλογή του Στροφή· ή όταν ένας φτασμένος ποιητής γράφει για τον νεώτατο συνάδελφό του πρόλογο με την εκ πρώτης όψεως υπέρκομπη ιαχή «Άξιος»·[8] ή όταν ένας Ακαδημαϊκός, δύο χρόνια πριν πεθάνει ο ίδιος, σχεδόν σαν ακροτελεύτια προσφορά στην τέχνη, υποβάλλει με προσωπική πρωτοβουλία και εν αγνοία του ενδιαφερομένου το έργο του για βράβευση (αναφέρομαι, βεβαίως, στον Νικηφόρο Βρεττάκο και τη βράβευση του Θόλου).[9]

Πρωτίστως, βέβαια, ο ὄγκος προκύπτει μέσα από το έργο αφ᾽ εαυτού, την ασυνήθιστη, ενίοτε και ενοχλητική, αυτοσυνείδηση της ποιητικής εξουσίας με την οποία, λόγου χάριν, ένας τίτλος δύο λέξεων, Αχαιών Ακτή, γίνεται σύμβολο απώλειας χιλιετιών ιστορίας· ή ένας άλλος αποτυπώνει το αναπαλλοτρίωτο, υπερούσιο και εν τέλει έμψυχο των λέξεων πέρα από την επιφανειακή φθορά (Αιγιαλούσης Επίσκεψις)· ή ένας τρίτος τίτλος καθίσταται, επιβλητικός και συνάμα παράδοξος, το πνευματικό λογότυπο μιας ολόκληρης πόλης καταδικασμένης σε υπαρξιακή αφασία, σύνδεσμός της και με την προαιώνια δόξα και με την προαιώνια αβελτηρία «των Πανελλήνων»,[10] θρήνος για πόλη ως απώλεια πανανθρώπινη αλλά πάντα αυστηρά προσωπική: Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Για να παραφράσουμε και τον Γιώργο Ιωάννου, ο «ογκώδης» ποιητής έχει πάντοτε, αφετηριακά κιόλας, τη βεβαιότητα του Προορισμένου.[11]

Ογκώδης και εμβληματικός ποιητής ο Χαραλαμπίδης. Ταυτόχρονα, ποιητής πρωτεϊκόςπου το έργο του τελεί σε διαρκή ανανέωση και εξέλιξη, παρότι διάγει πια το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας του—κι αυτό όχι απλά επειδή συνεχίζει να γράφει, αλλά γιατί η πρόσφατη γραφή του προσελκύει το ενδιαφέρον των αναγνωστών και των μελετητών ίσως και περισσότερο από ό,τι τα μεγάλα έργα του παρελθόντος. 

Ο Χαραλαμπίδης τελεί αυτή τη στιγμή στην εξελισσόμενη τέταρτη φάση της ποιητικής του διαδρομής.[12] Από τις είκοσι και πλέον ανακοινώσεις που εκφωνήθηκαν στο πρόσφατο συνέδριο προς τιμήν του,[13] περίπου τρεις στις τέσσερις ασχολήθηκαν με τις συλλογές που προσωπικά κατατάσσω στην τέταρτη φάση του (από τον Ίμερο, δηλαδή, του 2012, και εξής), ενώ σε πολλές περιπτώσεις συζητήθηκαν ποιήματα που είτε δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη είτε παραμένουν αθησαύριστα. Μία από τις ανακοινώσεις του συνεδρίου μάλιστα ενέκυψε στη μεγαλύτερη έκπληξη που είχε να μας παρουσιάσει μέχρι σήμερα ο ποιητής, τη συλλογή Σαλιγκάρι και Φεγγάρι (2018).[14] Ο Χαραλαμπίδης των υψηλών επικολυρικών τόνων, της σαρδόνειας ειρωνείας, της κρουστής γλωσσικής διαστρωμάτωσης, της πυκνής αναφορικότητας κατά τον τρόπο των μοντερνιστών, ο θεωρούμενος από ορισμένους επικριτές ως «στρυφνός», «σκοτεινός» και «απρόσιτος» ύστερος Χαραλαμπίδης, επανεφευρίσκει ξανά τον εαυτό του καιως πλάστη (απαιτητικών!) ποιημάτων για παιδιά

Κοντά στην πρωτεϊκότητα και η πολυτροπικότητα, η καλλιέργεια μιας ιλιγγιώδους ποικιλίας των πιο αλλιώτικων εκφραστικών μέσων και μορφών, όχι μόνο στην ιστορική εξέλιξη του έργου αλλά και στο εσωτερικό μιας και μόνης συλλογής, ενός και μόνου ποιήματος. Αρκεί ένα ξεφύλλισμα στον πρόσφατο τόμο του Ίκαρου, για να εντοπίσει κανείς ότι και στο μορφολογικό και υφολογικό επίπεδο η γραφή του Χαραλαμπίδη εγκολπώνεται τους ποικίλους τρόπους της νεοελληνικής ποίησης. Ποιήματα γραμμένα με τον τρόπο του Σεφέρη ή του Έλιοτ συμπαρατίθενται με ποιήματα καβαφότροπα ή με υπερρεαλίζουσες συλλήψεις, που αναπτύσσουν, φυσικά, πάντοτε μια ευδιάκριτη προσωπική, χαραλαμπίδεια ταυτότητα. Στις τελευταίες συλλογές επανέρχεται η μεταφυσική και το ύφος του Παπατσώνη, ενώ δεν λείπουν ποιήματα γραμμένα με ύφος σκωπτικό ή παιγνιώδες. Ο Χαραλαμπίδης γράφει άλλοτε ποιήματα-ποταμούς, που εκτείνονται σε πολλές τυπωμένες σελίδες, άλλοτε ποιήματα επιγραμματικά, ολιγόστιχα, στους δρόμους του Ρίτσου ή του Μόντη· ποιήματα σε παραδοσιακό μέτρο αλλά με γλώσσα και εικονοπλασία (μετα)μοντέρνες και ποιήματα που αναπαράγουν το κλίμα των δημοτικών τραγουδιών (των παραλογών, του μοιρολογιού, των τραγουδιών της τάβλας κ.λπ.)· σύγχρονα έμμετρα επύλλια, που μοιάζουν βγαλμένα κατευθείαν από τον κόσμο της ελληνιστικής παράδοσης, και ελευθερόστιχα μυθολογικά ποιήματα, που στην έκταση, τη φιλοδοξία, τη θεατρικότητα και την ανατρεπτική τους ματιά θυμίζουν ακόμη και τους δραματικούς μονολόγους της Τέταρτης Διάστασης του Ρίτσου ή τα μυθολογικά μονόπρακτα του Ιάκωβου Καμπανέλλη· ποιήματα σε γλώσσα σύμμεικτη, με στοιχεία διατοπικότητας και διαχρονικότητας, αλλά και ποιήματα σε «καθαρή» κυπριακή διάλεκτο γραμμένα, κόντρα στην παλαιότερη παράδοση, σε ελεύθερο στίχο. Στο ερώτημα «τί ὄνομά σοι;» ο ποιητικός δαίμονας του Χαραλαμπίδη θα αποκρινόταν όπως ο ευαγγελικός εκείνος: λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν (Κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιον, 5.9).

Αυτή η πρωτεϊκότητα και πολυτροπικότητα, η πεποίθηση της θέσης του στην Ιστορία και της μεταφυσικής αποστολής του Ποιητή ως σκεύους εκλογής, καθιστούν τον Χαραλαμπίδη ιδανικό ακαδημαϊκό αντικείμενο—ποιητή, δηλαδή, ιδιαζόντως πρόσφορο για ασκήσεις σπουδαστηριακής ανατομίας. Τα άρθρα, οι μονογραφίες, οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές, οι επιστημονικές ημερίδες και τα ακαδημαϊκά συνέδρια για το έργο του πληθαίνουν. Ο Χαραλαμπίδης όμως είναι συγχρόνως ποιητής διεισδυτικός, που υπερβαίνει το σπουδαστήριο και διαχέεται στις μάζες είτε χάρη στη συμπερίληψή του στον σχολικό κανόνα είτε χάρη στις μελοποιήσεις των ποιημάτων του είτε χάρη στον προαναφερθέντα εμβληματικό χαρακτήρα των τριών μεταεισβολικών του συλλογών είτε, κι αυτό δεν είναι αμελητέο, χάρη στη σαγήνη της ίδιας της προσωπικότητάς του, τη γλυκύτητα της παρουσίας και της φωνής του, που δεν είναι άσχετη και με την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως λειτουργού του ραδιοφώνου. Αν μου ζητούσαν να συγκροτήσω τη χρυσή πεντάδα των μεγάλων μας ποιητών που ήξεραν να απαγγέλλουν τα ποιήματά τους, θα έλεγα: Σικελιανός, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Κατερίνα Γώγου, Χαραλαμπίδης. 

Πάνω από όλα, όμως, ο Χαραλαμπίδης είναι ποιητής Εθνικός, όχι με τον τρόπο του Σολωμού, του Παλαμά ή του Σεφέρη και όχι—ή όχι κυρίως—για την ποιητική απόσταξη του κυπριακού δράματος. «Ένα από τα διακριτικά γνωρίσματα της ποίησής του», γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης, είναι ακριβώς «η σύνθεση των εννοιών που σχηματικά ονομάζουμε ελλαδικότητα και κυπριακότητα σ’ ένα καθολικό αίσθημα και νόημα ελληνικότητας». Ο Χαραλαμπίδης, συμπληρώνει ο Γαραντούδης, «προβάλλει και μνημειώνει τη σκληρή μοίρα, τις αντιξοότητες, τις δυσκολίες και τις αδικίες που χαρακτηρίζουν τη διαχρονική πορεία του ελληνισμού, ιδίως του κυπριακού ελληνισμού, μέσα από τις συμπληγάδες της Ιστορίας», καταφέρνοντας να συγκεράσει τους τόπους, τους χρόνους και τους καημούς της ρωμιοσύνης «στη βαθιά ουμανιστική και υπερεθνική διάσταση της ποίησής του», που εκτινάσσεται «από την ειδική στη γενική πατρίδα».[15] Πρωτίστως, ο Χαραλαμπίδης αντιλαμβάνεται την ελληνικότητα ως στοιχείο συμφυές με την Τραγωδία και την Τραγωδία ως «τύχη αγαθή», γιατί οδηγεί σε εγκάρσιες τομές στα βάθη του εγώ και σεισμικές πλην πάμφωτες αυτοανακαλύψεις. 

Και επειδή «εθνικόν είναι το αληθές», κλείνω την αποψινή αναφορά μου με ένα ποίημα που, είμαι βέβαιος, θα έκανε τον Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη (και τον Σεφέρη) να δακρύσουν πικρά. Το ποίημα δημοσιεύεται στη Γλώσσα της Υφαντικής (2013):[16]  

Καθώς χρυσίζει αυγή (Εκκόλαψη)

Εκτός κι αν η μορφή του αγγέλου είναι
του σατανά η αναίδεια, για να μην πω
βαρύτερο ένα λόγο
και τη λερή πικράνω
περιστεριώνε φουστανέλα.

Στη μνήμη και στο θάνατο υστερείς,
αγαπητό παιδί μου· δεν ευθύνεσαι
παρά γιατί γεννήθηκες αθώος,
το δάσκαλό σου αφήνοντας προσώρας να στρεβλώσει
τα δικαιώματα της ιστορίας.

Και σου ’μεινε στο χέρι το δεξί
μια τρομερή σημαία, όπως κουνά
τ’ αριστερό της χέρι αγκυλωμένο
εισέ σταυρό π’ αντλεί τη δύναμή του
από του φύρερ το μουστάκι.

Πώς πέφτουν τ’ άνθια πάνω της
κεφάλια στην ποδιά της
και δροσερά γαρούφαλα
που παίρνει στο λαιμό της;


[1] Κ. Χαραλαμπίδης, Ολισθηρός ιστός, τόμ. Α᾽, Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα 2009, σσ. 165-77. Στον Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη αναφέρεται αναλυτικά και το δοκίμιο «Καλωσορίζοντας ένα φίλο», που ακολουθεί το «Χαβάγκα Γιώργος» στον ίδιο τόμο (σσ. 178-83). 

[2] Στο δοκίμιο «Ελθέ το στέφος το αμαράντινον» (Ολισθηρός ιστός, τόμ. Β᾽, σ. 235) ο Χαραλαμπίδης αποκαλεί τους Πιερίδη και Χατζηιωάννου, πρώτους από σειρά άλλων, «αγαθοποιούς δαίμονες» της Αμμοχώστου. 

[3] Βλ. Γ. Φ. Πιερίδης, «Τα γαλάζια γοβάκια», Η τετραλογία των καιρών: Ασάλευτοι καιροί, Λευκωσία: Εκδόσεις Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου 1989, σσ. 71-82 (πρώτη έκδοση 1966). 

[4] Κ. Χαραλαμπίδης, «Παιδί με μια φωτογραφία», Θόλος, Αθήνα: Εκδόσεις Ερμής 11989, Εκδόσεις Άγρα 21998, σ. 11 = Ποιήματα, σ. 287. 

[5] K. Χαραλαμπίδης, «Αρχή Ινδίκτου»,Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, Αθήνα: Εκδόσεις Ερμής 1982, σ. 36 = Κ. Χαραλαμπίδης, Ποιήματα 1961-2017, Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος 2019, σσ. 213-4. 

[6] Βλ. Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, «Βραβείο Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη: Η θεσμοθέτηση του βραβείου», URL: https://www.writersunioncy.org/anakoinosis/32-vraveio-giorgou-filippou-pieridi#2018-kostas-vasileiou, ημερ. τελ. πρ. 18 Μαΐου 2019. 

[7] Με τον όρο ὄγκοςοι αρχαίοι θεωρητικοί της ρητορικής περιέγραφαν ειδικότερα το υψηλό και μεγαλοπρεπές ύφος (ὄγκος τῆς λέξεως, Αριστοτέλης, Ῥητορική, 1407b26· ὁ δεινὸς χαρακτήρ, που διαθέτει ὄγκον καὶ μέγεθος,ψευδ.-Δημήτριος, Περὶ ἑρμηνείας, 36).

[8] Ο Τάκης Παπατσώνης, που χαιρέτισε με αυτό τον τρόπο τη συλλογή του Χαραλαμπίδη Η άγνοια του νερού (1967).

[9] Στην πρωτοβουλία αυτή του Βρεττάκου αναφέρεται ο Χαραλαμπίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε σε μαθητές και μαθήτριες του Παγκυπρίου Γυμνασίου το 2001 (Ολισθηρός ιστός, Τόμ. Β᾽, 283-94, στις σσ. 289-91).  

[10] Βλ. Κ. Χαραλαμπίδης, «Το στοιχείο του νερού», Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, σ. 50 ( = Ποιήματα, σ. 223). 

[11] Λοξή αναφορά στο αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Τα εβραίικα μνήματα» (Για ένα φιλότιμο, Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος 1964), όπου η έννοια του προορισμένου, φυσικά, έχει σημασία ψυχοσεξουαλική. 

[12] Για αυτή την απόπειρα περιοδολόγησης, βλ. Α. Κ. Πετρίδης, «Χαραλαμπίδης σκώπτων: Νέες χρήσεις της μεθιστορικής μεθόδου προς σχολιασμό της άμεσης επικαιρότητας στις όψιμες συλλογές του Κυριάκου Χαραλαμπίδη», Θέματα Λογοτεχνίας (Μάιος 2019), υπό δημοσίευση. 

[13] «Κυριάκου Χαραλαμπίδη Επίσκεψις: ρετροσπεκτίβα στο έργο του ποιητή των ευρέων ελληνικών οριζόντων», Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, 31 Ιανουαρίου – 2 Φεβρουαρίου 2019. Ιστοσελίδα συνεδρίου: http://www.ouc.ac.cy/web/guest/other/charalambides-conf. Οι ανακοινώσεις του συνεδρίου, μαζί με άλλες εργασίες αναφερόμενες στον ποιητή, θα κυκλοφορήσουν από τις Εκδόσεις Ηρόδοτος, σε επιμέλεια Αντώνη Κ. Πετρίδη και Δήμητρας Δημητρίου, εντός του 2020. 

[14] Κ. Χαραλαμπίδης, Σαλιγκάρι και φεγγάρι, Αθήνα: Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2018. 

[15] Ε. Γαραντούδης, «Από την ειδική στη γενική πατρίδα», Ο αναγνώστης, URL: https://www.oanagnostis.gr/από-την-ειδική-στη-γενική-πατρίδα-του-ε/#_ftn2, ημερ. τελ. πρόσβ. 19 Μαΐου 2019. Βλ. επίσης του ιδίου,  «Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Η αντοχή του εθνικού ποιητή στις μέρες μας», Ο αναγνώστης, URL: https://www.oanagnostis.gr/κυριάκος-χαραλαμπίδης-η-αντοχή-του-εθ/, ημερ. τελ. πρόσβ. 19 Μαΐου 2019.  

[16] Κ. Χαραλαμπίδης, «Καθώς χρυσίζει αυγή (Εκκόλαψη)», Στη γλώσσα της υφαντικής, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο 2013, σ. 79 = Ποιήματα, σ. 719. Για το ποίημα βλ. Πετρίδης (όπως σημ. 11). 

Advertisements