Tags

, , , , , , ,


Snip20130819_1Ο “τρομερός μήνας Αύγουστος”, μεταξύ άλλων πολλών δεινών στην ιστορία, έφερε και τη δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1936). Την είδηση του θανάτου του διεκτραγώδησε με τον ακόλουθο τρόπο ο Νίκος Καζαντζάκης (ο οποίος σημειωτέον μετέφρασε Λόρκα το 1933, στην πρώτη μάλλον μετάφραση του ποιητή στα ελληνικά), στην εφημερίδα “Καθημερινή” στις 11 Ιανουαρίου 1937:

“Σκότωσαν τον Λόρκα! […] Ο Λόρκα στον αδελφοκτόνο πόλεμο σκοτώθηκε. Τον σκότωσαν. Θερίστηκε μια από τις μεγαλύτερες ποιητικές ελπίδες του καιρού μας”.

Επειδή το καλοκαίρι μεν δεν είναι για πολλά, οι μεγάλες επέτειοι όμως πρέπει να σημειώνονται, περιορίζομαι να αντιγράψω μερικά από τα πιο γνωστά ελληνικά ποιήματα για τον θάνατο του ποιητή. Παρακαλώ τους φίλους αναγνώστες να με συμπληρώσουν, αν έχω παραλείψει κάτι σημαντικό:

(α) Στρατής Τσίρκας & Langston Hughes, “Όρκος στον δολοφονημενο ποιητη Λορκα”

[Γράφτηκε στο πλαίσιο του Β΄ Διεθνούς και Παγκοσμίου Συνεδρίου Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον πόλεμο και στον Φασισμό. Υπογράφτηκε από τους πλείστους συνέδρους και διαβάστηκε από τον Λουί Αραγκόν]

Στ’ όνομά σου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
που σκοτώθηκες στην Ισπανία για τη λευτεριά
του ζωντανού λόγου,
Εμείς, ποιητές απ’ όλες τις χώρες του κόσμου,
μιλώντας και γράφοντας στις διάφορες και ποικίλες
γλώσσες μας
παίρνουμε εδώ τον όρκο τον κοινό,
τ’ όνομά σου να μην ξεχαστεί ποτές πάνω στη γης,
κι όσο υπάρχει τυραννία και καταπίεση,
στ’ όνομά σου
να τις πολεμούμε
όχι μονάχα με το λόγο
μα και με τη ζωή μας.
 

(β) Νίκος Καββαδίας, “Federico Garcia Lorca” (Πουσι 1947, πρωτη δημοσιευση 1945)

 
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
 
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του
 
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
 
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
 
Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
 
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
 
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
 
 

(γ) Ν. Εγγονοπουλος, “Nεα περι του θανατου του Iσπανου ποιητου Φεντερικο Γκαρθια Λορκα στις 19 Aυγουστου του 1936 μέσα στο χαντακι του Kαμινο Nτε Λα Φουεντε” (Ποιήματα Β᾽, 1977· πρωτη δημοσιευση 1956)

…una accion vil y disgraciado.
 
η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
 
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
 
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
 

(δ) Ν. Καρουζος, “Μουλετα” (Ερυθρογραφος, 1988)

Δωρεάν η ζωή Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν ο θάνατος.
Αυτό το άλικο πανί δεν έχει πάντοτες
αγαθή βεβαιότητα.
Είν’ ο Θεός που αμιγής εκτείνεται στο μαύρο
πλήρως απών ή ανεικόνιστος.
Όμως εσύ μυρόεσσα Ισπανία — της Ευρώπης θερμότητα
τι δόξα πρόσθεσες απ’ τη λαλιά του
την άσπιλη
σ’ ανελέητο ήλιο σ’ έναν ουρανό
που πυραχτώνει διαμπερής αθωότητα…
Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο!
Δωρεάν η όραση Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα.
 

(ε) Δώρος Λοΐζου, “Έρχονται πάλι” (Ψωμί και Ελευθερία):

Έρχονται πάλι…

Έρχονται, Φεντερίκο…

Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες…

Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν, Φεντερίκο.

Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,
τους πολλούς,
τον κοσμάκη.

Κι ύστερα θα πούν ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,
πως ήταν ατύχημα,
τυχαίο περιστατικό…

Άβε Μαρία, άβε Μαρία
προσευχήσου για μας…

Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους…

Εμάς που μας σκοτώνουν τυχαία,
κατά λάθος…

(στ) Χ. Μπραβος, “Σονετο του σκοτεινου θανατου” (Μετα τα Μυθικα, 1996· πρωτη δημοσιευση 1986)

Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει π έ ν τ ε η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
 
Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
 
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σού ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
 
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

(ζ) ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, “ΣΙΜΑ ΣΤΗ ΓΡΑΝΑΔΑ (ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 1936)” (ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΥΦΑΝΤΙΚΗΣ, 2013)

Μες τα βαθιά σαλόνια ο θάνατός του
ποθεί να κοιμηθεί, μα δε βολεί – τα βόλια
χύνουν χυμό ροδιού κι ο μαύρος κύκνος
μεθά τη θάλασσα με τα φτερά του.
 
Κι είπε στο Λόρκα ο Φεδερίκο: “Φίλε,
μη σκιάζεσαι κι εγώ θα σε σκεπάσω.”
 
 
Advertisements