Tags

, , , , , , ,


[Δείτε εδώ το πρώτο μέρος της Εισαγωγής στη Σαμία. Δείτε επίσης εδώ και εδώ τα άλλα δύο κείμενα του αφιερώματός μας στη φετινή παράσταση του ΘΟΚ.]

Η ΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΙΑΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Η Α΄ ΠΡΑΞΗ (1-119α ARNOTT)

Η Σαμία, όπως και όλες οι κωμωδίες του Μενάνδρου, αρθρώνεται σε πέντε πράξεις, οι οποίες χωρίζονται από εμβόλιμα χορικά. Με τον όρο εμβόλιμα εννοούμε ότι τα άσματα και το χορευτικό σόου του χορού, αλλά και η ίδια η ταυτότητά του, δεν σχετίζονται άμεσα με τη δράση, αλλά λειτουργούν ως ιντερμέδιο μεταξύ των πράξεων: το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ήδη από τα τέλη του 5ου αι. Οι χοροί του Μενάνδρου αποτελούνται από απροσδιόριστους κατά κανόνα “κωμαστές”, που γλεντοκοπούν στους δρόμους του άστεως και τους οποίους οι χαρακτήρες αποχωρούν για να αποφύγουν. Ο χορός δεν είναι ασήμαντος σημειολογικά, αλλά δεν προάγει τη δράση.

Μούσα με μάσκα Νέας Κωμωδίας (ίσως την πρώτη ψευδοκόρη) στο δεξί της χέρι. Βρετανικό Μουσείο (Wikimedia Commons)

Σύμφωνα με το συμβατικό σχήμα της Νέας Κωμωδίας όπως την ξέρουμε από την Ελλάδα και τη Ρώμη, η πρώτη πράξη είναι εκθετική. Πρωτίστως, παρουσιάζει την προϊστορία της πλοκής, στην οποία εντοπίζονται τα σπέρματα της κρίσης που συνταράζει το κωμικό σύμπαν, και δρομολογεί τα γεγονότα που θα προκαλέσουν την αποφασιστική σύγκρουση.

Οι κωμωδίες του Μενάνδρου διαρκούν κατά κανόνα μια μόνο μέρα. Ό,τι σημαντικό είναι να συμβεί, ολοκληρώνεται επί σκηνής σε αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά οι επιλογές του παρόντος προσδιορίζονται πάντοτε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από γεγονότα του εγγύς ή του απώτερου παρελθόντος. Αυτά τα γεγονότα παρουσιάζονται στους θεατές με τρεις τρόπους: είτε μέσα από μια προλογική ρήση είτε μέσα από μια εκθετική εναρκτήρια σκηνή είτε με ένα συνδυασμό των δύο (σκηνή πρώτα, ρήση αργότερα).

H ‘Σαμία’ του Μενάνδρου στη σειρά Aris & Phillips

Στη Σαμία ο πρόλογος δεν εκφωνείται από ένα παντεπόπτη και παντογνώστη θεό, όπως στον Δύσκολο, την Περικειρομένη ή την Ασπίδα, αλλά από τον Μοσχίωνα, ο οποίος μας πληροφορεί για το κρίσιμο γεγονός από τη σκοπιά του. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του πατέρα του ο Μοσχίων συνδέθηκε με την οικογένεια του Νικήρατου, που μένει ακριβώς δίπλα (το σκηνικό οικοδόμημα απεικονίζει αυτά τα δύο σπίτια, στο δεξί και αριστερό άκρο της σκηνής). Μια νύχτα, καθώς οι γυναίκες γιόρταζαν τα Αδώνια, ο νεαρός υπέκυψε στον πειρασμό της σάρκας, βίασε (ή ξελόγιασε: η διαφορά ήταν άνευ αντικειμένου στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο) και άφησε έγκυο την Πλαγγόνα.

Σε αντίθεση με τον Χαιρέα του τερεντιανού Ευνούχου, που επιχαίρει για τη σεξουαλική ανδρεία του, ο Μοσχίων  της Σαμίας καταλαμβάνεται από αἰσχύνην: ντρέπεται κυρίως τον θετό πατέρα του, που του είχε εξασφαλίσει το εὖ ζῆν. Μέχρι τη στιγμή εκείνη ο Μοσχίων ανταπέδιδε τη γενναιοδωρία του Δημέα με τη δική του κοσμιότητα. Με κάποιο τρόπο φαίνεται να υποβοήθησε και τα ερωτικά του Δημέα με τη Σαμία ἑταίραν Χρυσίδα αποκλείοντας τους ἀντεραστάς. Τώρα ο Μοσχίων τα χάλασε όλα, αλλά είναι διατεθειμένος να επανορθώσει: να παντρευτεί την κοπέλα και να αναγνωρίσει το παιδί. Το πρόβλημα είναι πώς να το πει στον πατέρα του, αφού η αἰσχύνη και πάλι τον εμποδίζει… Το θέμα της αἰσχύνης είναι κεντρικό στη Σαμία, αφού προσδιορίζει τη σχέση πατέρα και γιου.

Στην επόμενη σκηνή ο Μοσχίων, η Χρυσίς και ο Παρμένων καταλήγουν στο σχέδιο ότι το παιδί θα το κρατήσει η Χρυσίς παρουσιάζοντάς το σαν δικό της, μέχρι να δει ο νεαρός πατέρας τι θα κάνει. Η Χρυσίς είναι διατεθειμένη να υποστεί κάθε συνέπεια, ακόμη και τη σκληρή οργή του Δημέα: το παιδί δεν θα μεγαλώσει σε ξένα χέρια. Η ελπίδα της είναι πως ο έρωτας θα μαλακώσει τελικά τον ὀργιλώτατον Δημέα. Κάνει βεβαίως τραγικό λάθος.

Ειδώλιο από τερρακόττα, που απεικονίζει ηθοποιό Νέας Κωμωδίας σε ρόλο νεανίσκου. Μουσείο Καλών Τεχνών της Λυών (Wikimedia Commons)

Στην πρώτη πράξη των κωμωδιών του Μενάνδρου παρουσιάζονται όλοι οι βασικοί πρωταγωνιστές· όλα τα πιόνια της δραματικής σκακιέρας λαμβάνουν θέσεις μάχης. Ο Μένανδρος επίσης συνηθίζει να κλείνει τις πράξεις του με αυτό που στο σινεμά κυρίως αποκαλείται cliffhanger, δηλαδή μια σκηνή που ξαφνιάζει, που δημιουργεί αδημονία για το τι θα ακολουθήσει και που συχνά έχει επίσης σημαντική θεματική αξία.

Στην τελευταία σκηνή, λοιπόν, της πρώτης πράξης, εισάγονται οι ξενιτεμένοι πατεράδες, που επιστρέφουν επιτέλους από τον Πόντο. Στη σκηνή αυτή ο Δημέας και ο Νικήρατος θα επικυρώσουν με συνοπτικές διαδικασίες την απόφαση να παντρέψουν τα δυο τους παιδιά. Η φυσικότητα, η διεκπεραιωτικότητα στο ύφος τους, αλλά και το γεγονός ότι η πρωτοβουλία ανήκει στον σαφώς πλουσιότερο Δημέα συνιστά έκπληξη, όχι τόσο επειδή τους δυο οίκους χωρίζει σχετικό κοινωνικοοικονομικό χάσμα (το στοιχείο αυτό υποβαθμίζεται στο έργο), αλλά, πιο πρακτικά, επειδή η απόφαση φαίνεται να… ακυρώνει την ίδια την κωμωδία! Εφόσον όλοι συμφωνούν με τον γάμο, από δω και μπρος τι γίνεται; Τελειώνει η παράσταση εδώ; Πώς μπορεί αυτή η συναίνεση να ανατραπεί; Με αυτή την απορία κλείνει η πρώτη πράξη.

Μετάφραση των σωζόμενων κωμωδιών του Μενάνδρου από τους D.R. Slavitt και P. Bovie

Προηγουμένως, όμως, δίνεται η πρώτη ένδειξη του τι και γιατί θα γίνει ό,τι θα γίνει, σε ένα διάλογο με βαθύ συμβολισμό, τον οποίο όμως η σύγχρονη έρευνα έχει εν πολλοίς παραβλέψει. Μπαίνοντας στη σκηνή, ο Δημέας και ο Νικήρατος διεκτραγωδούν την κατάσταση που συνάντησαν στον Πόντο και επαινούν την Αθήνα. Είμαστε τυχεροί και ευτυχείς ως Αθηναίοι, λέει ο Δημέας. Ο Πόντος είναι δυσάρεστο και ανθυγιεινό μέρος. Κυριαρχεί παχιά ομίχλη εκεί, συμπληρώνει ο Νικήρατος, που δεν επιτρέπει στους παχεῖς γέροντες να δουν το καθαρό φως του ήλιου. Σημειωτέον: παχύς γέρων είναι ο πλούσιος αλλά και ο βλάκας. Οι δύο πάπποι εδώ βεβαίως κυριολεκτούν αναφερόμενοι στο κλίμα του Πόντου. Όμως ας κρατήσουμε αυτή τη λεπτομέρεια, γιατί τα μοτίβα του φωτός και του σκότους, της γνώσης και της παρεξήγησης, αλλά πάνω από όλα της ψευδαίσθησης ότι εσύ βλέπεις ενώ όλοι οι άλλοι είναι τυφλοί έχουν κεντρική σημασία για την κατανόηση της Σαμίας.

Η Β΄ ΠΡΑΞΗ (199β-205 ARNOTT)

Ειδώλιο σε τερρακόττα, που απεικονίζει ηθοποιό Νέας Κωμωδίας σε ρόλο πάππου, ο οποίος ίσως επιστρέφει από ταξίδι (η μορφή δεν μπορεί να απεικονίζει στρατιώτη, διότι ο πρώτος επίσειστος, το προσωπείο του στρατιώτη, ανήκε στο γένος των νεανίσκων και ήταν αγένειος). Βρετανικό Μουσείο (Wikimedia Commons)

Ο ρόλος της Β΄ Πράξης στη Νέα Κωμωδία είναι να καταστήσει εντελώς σαφές στους θεατές ποια είναι η φύση, η αιτιολογία και το διακύβευμα της έκρηξης που οσονούπω θα ακολουθήσει.

Ο Μοσχίων επανεμφανίζεται χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για το πώς θα προσεγγίσει τον πατέρα του. Είχε αποχωρήσει για να το σκεφτεί, αλλά σπατάλησε τον χρόνο του φαντασιωνόμενος τον γάμο παρά μελετώντας το πρόβλημα που λέγεται Δημέας. Η αδράνεια και η αβελτηρία αυτή είναι χαρακτηριστική του εν λόγω χαρακτήρα, ο οποίος μέχρι και την Ε΄ πράξη αντιδρά στα γεγονότα παθητικά (αργότερα αναμένοντας να του δοθεί το σύνθημα για τη μεταγωγή της κόρης κι ενώ συμβαίνουν συνταρακτικά γεγονότα που θέτουν σε κίνδυνο τον γάμο, ο Μοσχίων δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνει μηχανικά, άσκοπα και αντιπαραγωγικά τρεις φορές το τελετουργικό λουτρό!).

Έλα όμως που το “πρόβλημα” θα του προσφέρει το ίδιο τη λύση: ο Δημέας ανακοινώνει ορθά-κοφτά στον Μοσχίωνα την απόφασή του να τον παντρέψει με την κόρη του γείτονα βγάζοντάς τον ουσιαστικά από το δίλημμα! Πριν φτάσουμε εδώ, όμως, ο Δημέας εισέρχεται στη σκηνή φουρκισμένος. Έχει “ανακαλύψει” ότι η Χρυσίς, την οποία αποκαλεί χλευαστικά και οργισμένα, με τρόπο που εκ πρώτης όψεως αμφισβητεί τη βεβαιότητα της Χρυσίδος για τον έρωτά του, γαμετὴν ἑταίραν (“την γκομενίτσα μας τη φορτωθήκαμε τώρα!” θα μεταφράζαμε ελεύθερα), γέννησε το παιδί του και θέλει να το αναθρέψει κι ας μην είναι γνήσιο. Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση κατά την οποία ο Δημέας αποτυγχάνει να δει πέρα από τα φαινόμενα, που εμπιστεύεται τυφλά τη δυνατότητά του να αντιληφθεί τι συμβαίνει και που σπεύδει σε συμπεράσματα χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του την αμφιβολία παρά μόνο φευγαλέα.

Στο ξέσπασμα του πατέρα του ο Μοσχίων αντιδρά με ένα φαρσοειδές ηθικολογικό κήρυγμα: δεν υπάρχουν γνήσιοι και νόθοι, υπάρχουν άνθρωποι! Ο Δημέας τον αποκρούει εύκολα (“καλά, μας δουλεύεις τώρα;”), αλλά πέρα απ’ τη φάρσα η σκηνή έχει βάθος. Ο Μοσχίων είναι ποητός, υιοθετημένος γιος. Ο Δημέας της Σαμίας είναι προθυμότερος να αγαπήσει και να τιμήσει τον πολιτικά γνήσιον αλλά ποητόν Μοσχίωνα παρά τον νόθον και λάθριον αλλά γόνῳ ομοαίματο γιο του. Το πρώτο το θεωρεί καθήκον του (και σύντομα θα θυσιάσει ακόμη και την αγαπημένη του γι’ αυτό), το δεύτερο το εκλαμβάνει ως μιαρόν. Είναι σαφές ότι ο Δημέας κάπου τα’χει μπερδέψει κι αυτή η σύγχυση, μεταξύ των άλλων, προοικονομεί την κωμική του “πτώση”. 

Στο σημείο αυτό (143a-143m) ο πάπυρος εμφανίζει χάσμα. Όταν το κείμενό μας αποκαθίσταται, ο Δημέας παρουσιάζει στον Μοσχίωνα την απόφασή του για τον γάμο. Εδώ ξαφνιασμένος συναντά την ενθουσιώδη κατάφαση του γιου του. Καθώς στη Νέα Κωμωδία οι νέοι σπανίως συγκατατίθενται στα σχέδια των γονέων τους τόσο νωρίς στη δράση, ο Δημέας επαινεί το αὐτόματον που του τα’φερε όλα δεξιά. Ήθελα να τον παντρέψω και τον βρήκα ήδη ερωτευμένο! Ο ίδιος ο Μοσχίων, βέβαια, κλείνοντας το ματάκι στους θεατές, του λέει πάνω-κάτω: καλά, δεν σε παραξενεύει αυτό, αφού δεν ήξερες τίποτε για το παρελθόν μου με την Πλαγγόνα; Σε αυτό ο Δημέας απαντά με φράση που αποτελεί leimotiv για το ήθος του στο έργο. Εγώ δεν ήξερα τίποτα; Μα χρειαζόταν να μου το πεις; Σε βλέπω και τα καταλαβαίνω όλα! Εγώ βιάζομαι;

Και όμως. Ο Δημέας όχι απλά βιάζεται αλλά κατ’ ακρίβεια ξεσπά σε ένα ντελίριο, στο οποίο συμπαρασύρει και τους άμοιρους Παρμένοντα και Νικήρατο, που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σπουδή του (το ενδιαφέρον και το κωμικό είναι πως ούτε κι ο ίδιος ο Δημέας την κατανοεί!). Αλλά η ορμητικότητα και η υπεραυτοπεποίθηση είναι το ίδιον αυτού του πάππου. Στη συνομιλία του με τον Μοσχίωνα και ενώπιον της “παράξενης” συμπεριφοράς του γιου του, ο οποίος είναι πρόθυμος όχι μόνο να παντρευτεί αλλά, θεωρητικά, και να πει στον πατέρα του την αλήθεια, ο Δημέας ακυρώνει την ευκαιρία που του προσφέρεται να βγει από την πλάνη, επειδή προφανώς (θα το πει ανοιχτά αυτό κατόπιν) έτσι συμπεριφέρεται ο κόσμιος γιος ενός τόσο σπουδαίου πατέρα· δεν είναι δυνατόν τα πράματα να είναι αλλιώς. Δεν τον παραξενεύει καν η βεβαιότητα του Μοσχίωνα πως ο Νικήρατος δεν θα αρνηθεί. Η Τύχη, η ίδια θεότητα που τον ευλόγησε με τη δυνατότητα να ζει στο φως της Αθήνας και όχι στο σκότος του Πόντου ή το ἀψίνθιον του Βυζαντίου, δεν μπορεί παρά να του τα φέρνει όλα δεξιά.

Και έτσι η κωμωδία συνεχίζεται, στην ουσία τώρα αρχίζει. Η πράξη κλείνει με τον Νικήρατο και τον Παρμένοντα να φεύγουν προς την αγορά για τις προετοιμασίες. Ο Παρμένων έχει λάβει την εντολή να προσλάβει κι έναν μάγειρο.

Η Γ΄ ΠΡΑΞΗ (206-420 ARNOTT)

Αναπαράσταση δουλικού προσωπείου Νέας Κωμωδίας σε πεντελικό μάρμαρο. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (Wikimedia Commons)

Η Γ΄ και η Δ΄ πράξη των κωμωδιών του Μενάνδρου συνιστούν αντιστοίχως τη δέσιν και τη λύσιν του κωμικού προβλήματος, την κορύφωση του δράματος και την ευόδωση των πραγμάτων.

Η τρίτη πράξη της Σαμίας αποτελείται από πέντε ξεχωριστές σκηνές: (α) τον μονόλογο του Δημέα, στον οποίο ο οξύς πάππος αποκαλύπτει την καινούρια του ανακάλυψη, ότι πατέρας του παιδιού (τάχα της Χρυσίδος) δεν είναι ο ίδιος αλλά ο Μοσχίων – αν και δεν θέλει να το πιστέψει· (β) τον διάλογο Δημέα και Παρμένοντα, που στο μυαλό του Δημέα ισοδυναμεί με επιβεβαίωση των υποψιών του· (γ) τον δεύτερο μονόλογο του Δημέα, στον οποίο ανακοινώνει την πρόθεσή του να διώξει “τη δική του Ελένη”, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για όλα· (δ) την κεντρική σκηνή της εκδίωξης της Χρυσίδος από το σπίτι του Δημέα, σκηνή φορτισμένη και “τραγική”, την οποία όμως παρακολουθεί ως κωμική ασφαλιστική δικλείδα ο μάγειρος· (ε) τη σύντομη ανταλλαγή Νικήρατου και Χρυσίδος, που καταλήγει στην προσφορά προσωρινού καταφυγίου στη Σαμία και το παιδί στο σπίτι του πρώτου.

Η τρίτη πράξη, λοιπόν, ανήκει δικαιωματικά στον Δημέα, ο οποίος αποκαλύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας τον εαυτό του. Όπως και στη συνομιλία με τον Μοσχίωνα, έτσι κι εδώ ο Δημέας χάνει δυο φορές την ευκαιρία να μάθει την αλήθειαεξαιτίας της ορμητικής φύσης του και της διανοητικής του αλαζονείας, η οποία φιμώνει τους συνομιλητές του.

Κάτι πάει να ψελλίσει ο Παρμένων, που ίσως να κατέληγε στην αλήθεια (στο κάτω-κάτω ο δούλος έχει απειληθεί ήδη με μαστίγωμα· θα ήθελε να σώσει το τομάρι του). Ο Δημέας όμως τον κόβει απότομα: “Κάτι μου διαφεύγει, λες, παλιάνθρωπε; Τι μπορεί να μου διαφεύγει; Τα ξέρω όλα, τα’ χω μάθει με το νυ και με το σίγμα”. Ο Παρμένων φεύγει κακήν κακώς. Από αυτόν ο Δημέας δεν ήθελε παρά ένα “yes, master”.

Παρομοίως στη σκηνή με τη Σαμία. Ο Δημέας σπρώχνει, φωνάζει, βρίζει, αρνείται να υπεισέλθει σε πραγματικό διάλογο. Συμπεριφέρεται περισσότερο σαν ζώο που δάκνει, παρά σαν λογικό ον, κι ας είναι υπέρ το δέον λογιστικός, κατά την έκφραση του Αριστοτέλη για τους γέρους. Η Χρυσίς δεν καταλαβαίνει καν την αιτία του θυμού του, αφού δεν γνωρίζει τις υποψίες του Δημέα, και ο Δημέας δεν μπαίνει στον κόπο να της εξηγήσει γιατί την εξωθεί. Η άδικη θυματοποίηση της χρυσής Σαμίας, τα πνιχτά της δάκρυα, τα πολλά τραγωδικά παράλληλα που διαλέγονται με τη Σαμία εν γένει θα έσπρωχναν άβολα τη σκηνή αυτή “μέχρι τον κόθορνο” (usque ad coturnum), δηλαδή μέχρι την ίδια την τραγωδία, όπως επισήμανε σε άλλη περίσταση (ως κίνδυνο) ο Απουλήιος, αν δεν υπήρχε στη σκηνή ο μάγειρος. Η παρουσία του μαγείρου προσγειώνει τη σκηνή στην κωμωδία και θυμίζει ότι, κι αν “κλαίμε” προσωρινά, στο τέλος ο πολυπόθητος γάμος και το τσιμπούσι δεν θα μας λείψουν.

Ο Δημέας μπήκε στην Γ΄ Πράξη με τα πρώτα σπέρματα αμφιβολίας στο μυαλό του (“δεν ξέρω πια με βεβαιότητα αν βλέπουν καλά τα μάτια μου”), αλλά ξόρκισε γρήγορα τον δαίμονα αυτό. Αυτό που ξέρει και καταλαβαίνει, αυτό είναι. Ο Μοσχίων ἡμάρτηκε, αλλά υπεύθυνη για όλα είναι η Χρυσίς, που τον βρήκε μεθυσμένο και τον ξελόγιασε. Η απόφασή του Δημέα είναι να περιφρουρήσει τη σχέση του με τον γιο του πάση θυσία. Μελετητές όπως η Netta Zagagi, που αθωώνουν τον Δημέα, θεωρούν φυσιολογικό ότι ο pater familias θα εκδιώξει “το ξένο σώμα” και θα προτάξει την ακεραιότητα του οίκου του. Τα πράγματα όμως είναι πιο βαθιά, κατά τη γνώμη μου, καθώς (α) στη σκηνή αυτή λειτουργεί υπογείως ένα συγκεκριμένο τραγικό διακείμενο, αυτό του Οιδίποδα, ο οποίος, όπως ακριβώς και ο Δημέας, δεν βλέπει ακόμη κι αν βλέπει, ο οποίος πιστεύει στο φως του κοφτερού του μυαλού, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο τυφλός κι απ’ τους τυφλούς και στ’ αυτιά και στον νου και στα μάτια (βλ. την ανάλυσή μας εδώ)· (β) η συμπεριφορά του Δημέα φέρνει την ίδια τη σχέση του με τον Μοσχίωνα στα όρια της οριστικής ρήξης: όσο κι αν ο Μοσχίων μπλοφάρει στην Ε΄ Πράξη, το γεγονός ότι ο Δημέας αναγκάζεται να γονατίσει αποτελεί ένδειξη ότι οι ενέργειές του εδώ δεν προορίζονται να εκληφθούν ούτε ως φυσιολογικές ούτε ως ευγενείς, αλλά ως άκρως προβληματικές: η συμπεριφορά του απαιτεί διόρθωση.

Η Δ΄ ΠΡΑΞΗ (421-615 ARNOTT)

Με την ολοκλήρωση της Δ’ Πράξης στη Νέα Κωμωδία κατά κανόνα το βασικό κωμικό πρόβλημα, αφού αρχικά φουντώσει και φτάσει στο απροχώρητο, στο τέλος έχει ουσιαστικά λυθείΗ Δ’ πράξη της Σαμίας, με την έντονή της κίνηση, τους σπαρταριστούς διαλόγους, τις άστοχες αναφορές στην τραγωδία, αλλά και τα ζωηρά τροχαϊκά της τετράμετρα, ανατρέπει όλο το πάθος, την ένταση και τον τραγικό χρωματισμό της “βαριάς” Γ’.

Σε αυτό το ελαφρό κλίμα και τον γοργό ρυθμό, που κατατείνει οριστικά πια προς τη λύσιν, ακόμη και η σύγκρουση του Δημέα με τον Μοσχίωνα, με τους σαφείς αποήχους του Ευριπίδη και του Ιππολύτου ή του Φοίνικός του, δεν μπορεί να παρασοβαρέψει, παρά το γεγονός ότι η συντριβή του Δημέα, τη στιγμή που θεωρεί ότι ο θρασύς, ξεδιάντροπος Μοσχίων του ζητά και τα ρέστα (και τη νύφη και την γκόμενα!), είναι απολύτως γνήσια από τη σκοπιά του: “μα τόσο απόλυτα μ’ έχεις πια ξεγράψει;” Ο Μένανδρος διατηρεί πάντοτε αυτόν τον ‘περσπεκτιβισμό’, όπως τον αποκάλεσε ο Stephen Halliwellδηλαδή τη δυνατότητα να αντιπαρατίθεται η εξωτερική, αντικειμενική οπτική των θεατών, που βλέπει το θέαμα ως κωμωδία, στην εσωτερική, υποκειμενική οπτική των χαρακτήρων, που βιώνουν τα γεγονότα με τρόπο ‘τραγικό’.

H συγκεκριμένη σκηνή είναι πραγματικά σπαρταριστή, από τις πιο αστείες σε όλο το γνωστό corpus του Μενάνδρου. Ο Μοσχίων προσπαθεί να πείσει τον πατέρα του να δεχθεί πίσω τη Χρυσίδα. Όσο πιο πολύ τον πιέζει, τόσο περισσότερο ο Δημέας εκνευρίζεται. Τα επιχειρήματα του Μοσχίωνα θυμίζουν την αντίστοιχη κενή ηθικολογία της Β΄Πράξης: τι θα πει ο κόσμος, δεν είναι και τόσο τρομερό, πολλοί το έχουν κάνει – μόνο που άλλα εννοεί ο Μοσχίων και άλλα καταλαβαίνει ο Δημέας! Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο αστεία, όταν ο Δημέας προτρέπει τον Μοσχίωνα: “αφού δεν είναι τόσο τρομερό αυτό που έγινε, πες το στον Νικήρατο!” Αυτό βεβαίως ο Μοσχίων αδυνατεί παντελώς να το κάνει, αφού σκοπός του είναι να περάσει το βαρύ του ατόπημα στη ζούλα. Κι όλο περισσότερο φουντώνει ο Δημέας, που ακόμη θεωρεί πως όλα τα ξέρει κι όλα τα καταλαβαίνει!…

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μπαίνει κι ο Νικήρατος στον καυγά, υπέρ του Δημέα. Ο Νικήρατος αραδιάζει μια σειρά από μυθικά-τραγωδικά δήθεν παράλληλα για τη συμπεριφορά του Μοσχίωνα (ο Μοσχίων ως Τηρέας, ως Οιδίπους, ως Θυέστης, ως Φοίνιξ), που βεβαίως αστοχούν εκκωφαντικά. Εκεί που στην αρχή της σκηνής ο Νικήρατος είχε βγει για να βάλει μυαλό στον γερο-φίλο του, τον οποίο αποκαλούσε σκαιόν και σκατοφάγον, τώρα αυτός, που είναι αληθινός άντρας κι όχι μαλθακός σαν τον φίλο του, γίνεται… σκατοφαγότερος του σκατοφάγου και βρίζει τον Δημέα για… την ανοχή του και τη χλιαρή του αντίδραση! Ο Νικήρατος αφαιρεί τη συγκατάθεσή του για τον γάμο, στρώνοντας τον δρόμο και για τη δική του αποδόμηση, τον δικό του επάξιο εξευτελισμό, που επίκειται.

O λεγόμενος Μένανδρος του Chiaramonti. Ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου. Museo Chiaramonti, Βατικανό (Wikimedia Commons)

Ο Μοσχίων έχει παγώσει. Ικετεύει τον πατέρα του να τον ακούσει, αλλά ο Δημέας το γνωστό του βιολί: οὐκ ἀκούσομαι οὐθέν. Ο νεαρός βέβαια βρίσκει στο τέλος το θάρρος, όταν ο Νικήρατος έχει φύγει, να συλλαβίσει στον πατέρα του την αλήθεια. Πριν καλά-καλά τελειώσουν όμως την κουβέντα μπουκάρει ξανά ο Νικήρατος, ακόμη πιο εξοργισμένος, που έχει δει την κόρη του να θηλάζει το μωρό! Τα πράγματα τώρα αντιστρέφονται παντελώς (πάντα πράγματ’ ἀνατέτραπται). Ο Νικήρατος είναι πια ο σκατοφάγος, αυτός είναι πλέον ο τραχύς και αὐθέκαστος, που απειλεί να σκοτώσει τη γυναίκα του και μπαινοβγαίνει σαν τρελός στο σπίτι του, μέσα-έξω, έξω-μέσα.

Ο Δημέας ξαναβρίσκει την ψυχραιμία του, αλλά και αμείωτη την παλιά του αλαζονεία, παρά τη στιγμιαία αυτοκριτική του. Αφού πρώτα ανάβει περισσότερο τον Νικήρατο με ψευτοπαραμυθίες (ίσως να έπαιζε η κόρη σου με το μωρό, ίσως να σου φάνηκε), στο τέλος, αφού πρώτα τον συγκρατεί ώστε να αποδράσει η Χρυσίς και το μωρό από τα χέρια του, του αποκαλύπτει την αλήθεια και τον παρηγορεί τάχα, κι αυτός με τραγωδικές αναφορές, που κινούνται στον προηγούμενο τόνο του Μοσχίωνα. Αυτά τα πάθαν και τα κάναν κι άλλοι, Νικήρατε – μόνο που αυτοί οι “άλλοι” στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ακρίσιος και ο Δίας που “ἐμοίχευσεν” την κόρη του Ακρισίου Δανάη με τη μορφή χρυσής βροχής! Πρόκειται για μια από τις διαυγέστερες περιπτώσεις στη Νέα Κωμωδία χιουμοριστικής προβολής της αστικής επιφάνειας της δράσης στα αρχέτυπα του τραγωδικού μύθου. Συχνότατα άλλωστε οι χαρακτήρες του Μενάνδρου επιδεικνύουν συνείδηση ότι αναπαριστούν στο επίπεδο της σύγχρονης πόλεως αφηγήσεις με προηγούμενα στον τραγικό μύθο· με άλλα λόγια ότι, παρά τη ρεαλιστική επίφαση της δράσης, κινούνται σε ένα πλασματικό, λογοτεχνικό και θεατρικό, πεδίο.

Mε τα πολλά ο Δημέας καταφέρνει να ηρεμήσει τον Νικήρατο-Ακρίσιο, αφού όλα αυτά ήταν… θέλημα θεού. Στο κάτω-κάτω ο Μοσχίων, σε αντίθεση με τον Δία, θα αποκαταστήσει το κορίτσι του.

Συμβολική αναπαράσταση της Τραγωδίας (αριστερά) και της Κωμωδίας (δεξιά) μέσα από χαρακτηριστικά προσωπεία του κάθε είδους. Musei Capitolini, Ρώμη. Wikimedia Commons

Η Ε΄ ΠΡΑΞΗ (616-737 ΑΡΝΟΤΤ)

Η Ε’ Πράξη στη Νέα Κωμωδία επιφυλάσσεται για τη ρύθμιση των όποιων τελικών εκκρεμοτήτων, για την απόδοση “ποιητικής δικαιοσύνης” είτε με την έννοια της ανταμοιβής είτε με την έννοια της τιμωρίας και βεβαίως για την οριστική ένωση του ζευγαριού, που επισφραγίζεται με την τελετή της ἐγγύης (στην οποία ο παλαιός κύριος της κοπέλας δίνει το χέρι της στον καινούριο) και το γλέντι του γάμου.

Στη Σαμία, εκεί που ο θεατής πιστεύει ότι όλα έχουν τελειώσει και διερωτάται τι θα σκαρφιστεί πάλι ο Μένανδρος για να κρατήσει την κωμωδία ζωντανή, η Ε΄ Πράξη ξεκινά με μια ακόμη έκπληξη. Ο Μοσχίων εμφανίζεται χολωμένος με τον Δημέα για τις άδικες υποψίες που ο γέρος έτρεφε για τον γιο του. Σκοπός του είναι να μπλοφάρει ότι θα φύγει μισθοφόρος στη Βακτρία, αν ο πατέρας του δεν απολογηθεί. Αυτή είναι η ποιητική δικαιοσύνη της Σαμίας. Η αἰσχύνη που ένιωσε ο Μοσχίων ήταν η τιμωρία του. Και ο Δημέας όμως πρέπει να ταπεινωθεί για τη διανοητική του αὐθάδειαν. 

Την κατάλληλη στιγμή επανεμφανίζεται ο συνήθης συνεργός των νέων σε τέτοιου είδους κολπάκια στη Νέα Κωμωδία, ο δούλος. Ο Παρμένων το’χε σκάσει στην Γ΄ Πράξη φοβούμενος ότι ο Δημέας θα του τις βρέξει. Επιστρέφει τώρα διερωτώμενος γιατί έφυγε, αφού δεν είχε φταίξει σε τίποτα. Ο Μένανδρος παίζει συχνά με τις συμβάσεις του είδους του. Ο δούλος φεύγει από τη μέση, όταν ο συγγραφέας δεν τον χρειάζεται πια, και επανεμφανίζεται στο κρίσιμο σημείο, για να εξασφαλίσει στον Μοσχίωνα χλαμύδα καὶ σπάθην.

Ο Μοσχίων είναι αυτός τώρα που κυριεύεται, τάχα, από οργή, αφού προηγουμένως νουθετεί τον εαυτό του: “πρέπει να παίξεις καλά τον ρόλο σου, Μοσχίων· να είσαι πειστικός ότι μπορείς να κάνεις κάτι που στην πραγματικότητα αδυνατείς”. Στο πλαίσιο αυτής της… πειστικότητας ο Μοσχίων ξεκινά δίνοντας ένα χέρι ξύλο στον Παρμένοντα, που καθυστερεί να του φέρει αυτά που ζήτησε, καθώς δεν καταλαβαίνει τη σκοπιμότητα: οι προετοιμασίες για τον γάμο άλλωστε έχουν ξεκινήσει ξανά.

Το σχέδιο του Μοσχίωνα βέβαια είναι ατελές: δεν γνωρίζει τι θα πράξει αν ο Δημέας δεν επιδείξει διάθεση συνδιαλλαγής και απολογίας. Αλλά γι’ αυτά θα φροντίσει η Κωμωδία! Ο Δημέας πράγματι αναγκάζεται να παραδεχθεί το λάθος του και μάλιστα με όρους που εκθέτουν τη βασική του ἁμαρτίαν: την ψευδαίσθηση της διανοητικής υπεροχής. Ἠγνόησα, ἥμαρτον, ἐμάνην, διεσφάλην. Ο Δημέας ἀπολελόγηται, όπως ακριβώς ο Μοσχίων στη Β΄ Πράξη – κι έτσι η ποιητική δικαιοσύνη αποκαθίσταται. 

Η τελευταία φαρσική σκηνή, με τον Νικήρατο να εξίσταται βλέποντας τον Μοσχίωνα με τα στρατιωτικά και πιστεύοντας ότι έχει σκοπό να το σκάσει, είναι το κερασάκι στην υπέροχη κωμική τούρτα. Και η τελευταία αυτή παρεξήγηση διαλύεται γρήγορα. Ο Δημέας καλεί να φέρουν έξω την κοπέλα για το τελετουργικό της ἐγγύης.

Η φράση του Μοσχίωνα είναι χαρακτηριστική ολόκληρης της Σαμίας: εἰ τοῦτ’ ἐποίεις εὐθύς, οὐκ ἂν πράγματα / εἶχες, ὦ πάτερ, φιλοσοφῶν ἄρτι. Η Σαμία είναι η κωμωδία ενός γέρου που ζει βαθιά στην ποντική ομίχλη της άγνοιας, ενώ έχει την εντύπωση ότι διάγει στο λαμπρό φως του αττικού ηλίου. Στην τελευταία σκηνή του έργου ο Μένανδρος παραπέμπει σαφώς στις εναρκτήριες, αυτάρεσκες και αλαζονικές δηλώσεις του Δημέα, που τώρα έχουν πλήρως ανατραπεί, αλλά, επειδή παίζουμε κωμωδία, με θετικές συνέπειες για όλους!

Το Θέατρο του Διονύσου στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης

ΤΙ ΚΩΛΥΕΙ ΜΕΤΙΕΝΑΙ ΤΗΝ ΠΑΙΔΑ Μ’ ΗΔΗ; ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ‘ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ’ (ΠΑΡΟΛΙΓΟΝ) ΕΝΑ ΓΑΜΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΘΕΛΟΥΝ ΟΛΟΙ

Η Σαμία αποτελεί μοναδική σύλληψη, στο πλαίσιο πάντα των περιορισμών του είδους, αφού στο έργο αυτό τα εμπόδια που παρακωλύουν την ποθητή γαμήλια ένωση των δύο νεαρών πρωταγωνιστών, του Μοσχίωνα και της Πλαγγόνας, δεν είναι, ως συνήθως, κατά βάση εξωγενή: δεν εμποδίζει η μεγάλη κοινωνικοοικονομική διαφορά μεταξύ των δύο οικογενειών ή ο αθεράπευτα δύστροπος χαρακτήρας του πατέρα της κοπέλας, όπως συμβαίνει στον Δύσκολο· δεν βάζουν προσκόμματα τα τερτίπια της μοίρας, που αποκρύπτουν την πραγματική ταυτότητα ενός ή και των δύο ερωτευμένων νεαρών, όπως στην Περικειρομένη ή στους Σικυωνίους, ή τα γρανάζια του νόμου και μια σειρά από παρεξηγήσεις, όπως στην Ασπίδα και τον Μισούμενο. 
Η ιδιαιτερότητα της Σαμίας είναι ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εμπλεκόμενοι στο έργο αυτό επιθυμούν τον γάμο διακαώς, ρητά και χωρίς επιφυλάξεις ή περιστροφές: όχι μόνο το ίδιο το ζευγάρι (ο Μοσχίων από έρωτα, η Πλαγγόνα από ανάγκη ή από αγάπη, δεν έχει μεγάλη σημασία, καθώς στον αρχαιοελληνικό γάμο η συναίνεση της γυναίκας δεν προϋποτίθεται), αλλά και αυτοί που μετράνε περισσότερο, οι δύο πατεράδες, είναι αποφασισμένοι εξαρχής να ενώσουν τους δύο νέους, αν και δεν γνωρίζουν τι έχει προηγηθεί. Η απορία του Μοσχίωνα είναι χειρονομία μεταθεατρικής ειρωνείας, ο οποίος πειράζει τους θεατές του: “αλήθεια, τι με εμποδίζει αλήθεια να παντρευτώ την κόρη;” 
Εξωτερικώς τίποτα, αλλά επί της ουσίας πολλά. Τα κωλύματα που εμφανίζονται στην πορεία των δυο παιδιών προς τον γάμο είναι ψυχολογικά, αλλά και πάλι δεν πρόκειται για στερεότυπα ελαττώματα, όπως η φιλαργυρία του Σμικρίνη στην Ασπίδα, αλλά για κάτι βαθύτερο. Οι περιπλοκές στη Σαμία σχετίζονται κυρίως με τον χαρακτήρα του Δημέα, πιο συγκεκριμένα με τον αψύ τρόπο του, την αυταρέσκεια και την αλαζονεία του· έχουν όμως πάνω από όλα να κάνουν, ακόμη πιο βαθιά, με τη σχέση του Δημέα με τον θετό του γιο, η οποία είναι τόσο άσπιλη και αμόλυντη, τόσο άμεμπτη και “παραδειγματική”, όπως τη χαρακτήρισε ένας μελετητής, ώστε να καταλήγει ανειλικρινής και εν τέλει προβληματική.
Η αυταρέσκειά του οδηγεί τον Δημέα μοιραία σε απόλυτη επικοινωνιακή αναπηρία, καθώς αδυνατεί να εμπλακεί σε πραγματικό διάλογο με τον οποιονδήποτε στο έργο. Η Σαμία, άλλωστε, όπως έχει παρατηρηθεί, είναι η μενάνδρεια κωμωδία με τα μεγαλύτερα ποσοστά μονολόγων. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, ένα συμβατικό στοιχείο δραματικής μορφής υπογραμμίζει ένα καίριο θέμα του έργου: τους ηθολογικούς παράγοντες που παρακωλύουν τη σταράτη και ευθεία επικοινωνία μεταξύ των χαρακτήρων. Η υποδειγματική δήθεν σχέση ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο επιβαρύνεται τόσο από την αἰσχύνην και την αμφιβολία, που τελικά αγκυλώνεται πλήρως. Η ιδεατή τους σχέση τελικά εδράζεται σε ένα είδος φοβίας, την οποία προκαλεί η έλλειψη σχέσης αίματος, και τελικά οδηγεί στην ανειλικρίνεια και την πλήρη κατάρρευση της μεταξύ τους επικοινωνίας.
Τελικά, στη Σαμία τόσο ο Μοσχίων όσο και ο Δημέας ελέγχονται ως ατελή ηθικά υποκείμενα, που χρειάζεται είτε να ωριμάσουν είτε να ελεγχθούν. Για να μιλήσουμε με αριστοτελικούς όρους, η Σαμία εκθέτει αφενός την ἀκρασίαν του νεαρού γιου, που αδυνατεί να ελέγξει τις σεξουαλικές του ορμές, αφετέρου όμως, ίσως πολύ περισσότερο, την ἀκρισίαν του γέρου πατέρα, που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει τα πάντα με το δυνατό αλλά μοιραία πεπερασμένο του μυαλό. 
Advertisements